Οκτωβρίου 13th, 2011

ΕΣΕΙΣ, ΠΟΥ ΕΥΛΟΓΗΘΗΚΑΤΕ ΤΟΝ ΗΧΟ

Εσείς που τα τραγούδια αγαπάτε,
των ήχων τον κρυμμένο θησαυρό,
και που στην πρώτη νότα αναπηδάτε,
να ξέρατε πόσο ζηλεύω εγώ!

Στων στίχων το αναρρίγημα γυρεύω
τον κόσμο που ‘χω χάσει από καιρό.
Στου απείρου την πνοή πως μεσιτεύω
του σύμπαντος να βρω το μυστικό.

Κι εσείς, που ευλογηθήκατε τον ήχο,
την αποκάλυψη της μουσικής,
διαβάστε τα γραπτά μου, στίχο στίχο
κι ακούστε εδώ τα λόγια μιας κουφής.

Στων στίχων το αναρρίγημα γυρεύω
των ήχων τον χαμένο θησαυρό.
Του απείρου την πνοή σας μεσιτεύω,
μέσα από το δικό μου μυστικό.

Κι εσείς, που ευλογηθήκατε τον ήχο,
την αποκάλυψη της μουσικής,
διαβάστε τα γραπτά μου, στίχο στίχο
κι ακούστε εδώ τα λόγια μιας κουφής.

 

1
Posted in Τραγούδια |
Οκτωβρίου 6th, 2011

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ, 2011

«Μόνο να φαίνεσαι τιμία, τίποτ’ άλλο»,    
λέει ο Καίσαρας και πάλι αποχωρεί.                  
Φίλτατε Βρούτε, θα χτυπήσεις τώρα εσύ;    
Σε ποιόν λοιπόν τα χημικά; Δεν αμφιβάλλω…

Για δες εκείνον με τα ρούχα τα φιρμάτα,          
στη μαύρη μερσεντές που αγέρωχος περνά –           
κι απέξω νάτο ένα πρεζόνι που ξερνά:             
ο μπάτσος – στοίχημα- σε ποιόν θα πει: «Σταμάτα;»

Κοίταξε εκείνη τη κυρία με την τσάντα,     
την ακριβή, που πάει προς το Ψυχικό –    
πλατεία Αττικής, Σεπόλια, Κολωνό,           
ψάχνεις συχνά για Φεραγκάμο και για Πράντα;   

Σε ποδοπάτησαν τακούνια του Μανόλο,   
προχθές στην πίστα μπουζουκτζίδικου ναού –  
αλλά για τσόκαρα κοιτάζεις, του λαού,    
όταν μυρίζεσαι το θύμα σου, με δόλο.  

Φέρε κουστούμι να φορέσω και γραβάτα  
ή ταγεράκι οπωσδήποτε αυστηρό.   
Τιμία να φαίνομαι, προπάντων, στον καιρό,  
που ο σώζων εαυτώ σωθήτω -  όπως πάντα.

6/10/2011

 

0
Σεπτεμβρίου 24th, 2011

 

 ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΤΟΥΤΟΥ

Στην πείνα μου ένας Αραβας ζυγώνει-
απ΄ το Κατάρ ο γιός ενός Σεΐχη.
Με τα πετροδολλάρια μας λιγώνει
κι εμείς για κείνον ρίχνουμε τα Τείχη.
Τι απίστευτη, μοναδική μας τύχη,
θα χτίσουνε αυτοί το Ελληνικό!
Θα φύγουν όλ’ οι φόβοι μας οι μύχιοι,
και θα ΄χουμε φαγάκι και γλυκό!

 Το μάτι πονηρό και θολωμένο
και τα λεφτά του όλα τα αρπάζει,
σ’ αραβικό μπαούλο κλειδωμένο
τα φέρνει στην Αθήνα και κολάζει.
Βουνά από πιλάφια πάλι τάζει
και γίνεται αντάρα και κακό!
Το άδειο μας στομάχι αναστενάζει,
μα θα ΄χουμε φαγάκι και γλυκό!
 
Εκεί, στη μακρινή την Αραβία
έχουν λεφτά και όλοι είναι χορτάτοι
κι εμείς εδώ, με ψίχουλα, ψιχία-
ψυχούλες που ζητάν να φάνε κάτι.
Η τσέπη μας ποτέ δεν είν’ γεμάτη,
μας τάζουν υποσχέσεις για μισθό.
Λεν φιλικά, χτυπώντας μας την πλάτη,
πως θα ‘χουμε φαγάκι και γλυκό!

Κυρά της Γερμανίας κι εσείς αρχόντοι
της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ,
εσείς που μας τα παίρνετε τω όντι,
μας έχετε καθίσει στο λαιμό!
Και περιμένετε όλοι, σαν το γύπα,
να πάρετε φαγάκι και γλυκό!

 24/9/2011

Παρωδείται η «Μπαλάντα του απερχόμενου ντριπλέρ του καιρού τούτου», του Ηλία Λάγιου, την βλέπετε εδώ

 

0
Σεπτεμβρίου 22nd, 2011

Δελτίο Τύπου Ρουφ

0
Σεπτεμβρίου 5th, 2011

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

          Είμαστε κιόλας στις αρχές περίεργου Σεπτεμβρίου.
          Εδώ και μέρες επιστρέψαμε απ’ τα νησιά,
          μα οι σκέψεις μου κρεμάστηκαν στην κουπαστή του πλοίου
          με μια λαχτάρα μόνιμη: να έφευγα ξανά.

          Νέες εμπειρίες αλλοιώτικες πάλι ν’ αποζητούσα
          να κυνηγούσα τ’ άπιαστο που δε θα ‘βρω ποτέ.
          Έτσι σκεφτόμουν χθες αργά τη νύχτα που αγρυπνούσα
          κρατώντας μες τα χέρια μου μια κούπα του καφέ.

          Κι έλεγα: θα διασχίσω κι άλλους δρόμους
          πέρα απ’ τα όρια, πέρα από τους νόμους.

          (1992)

 

 

0
Αυγούστου 13th, 2011

 

ΡΕΜΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

Εδώ είναι το Χαλάνδρι, αλλιώς, η αρχαία Φλύα:
πάλλεται ακόμη, ζωντανή, κάτω στο ρέμα.
Το μεσημέρι τούτο, ενός τυχαίου Σαββάτου,
μες την πολύβουη αγορά, την ιστορία
της πόλης νιώθω – ένας κρυφός παλμός, σαν αίμα,
σαν το νερό, που ψιθυρίζει μυστικά του.

Γύρω μου ο κόσμος, έν’ ατέλειωτο μελίσσι,
που μπαινοβγαίνει, μαγαζιά και πεζοδρόμους
και για φαί, σε κάποια ωραία ταβερνάκια.
Αλλά το ρέμα, με καλεί σ’ ένα μεθύσι,
πέρα και πάνω απ’ της σύμβασης τους νόμους,
στα τρίστρατα, όπου πετούνε νεραϊδάκια.

Τη νύχτα πάντα, με τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
την ησυχία τη σπάζουν μόνο οι στεναγμοί
από συμπλέγματα γυμνά – προβάλλουν μέλη
ανθρώπινα. Αλλά το νου, τον έχει πάρει
ο Βάκχος, μ’ άφθονο στις φλέβες τους κρασί.
Περιδιαβαίνει ανάμεσά τους η Σεμέλη

κι ο Πόθος γύρω, που εξαπλώνεται απ’ όλους,
στη μαγική τη νύχτα ετούτη, της Βακχείας,
μ’ αισθήματα έκστασης και Διονυσιασμού.
Φτάνουνε στ’ άστρα οι στεναγμοί, σ’ ουράνιους θόλους,
ανάκατοι, κι όλοι ταγμένοι της λαγνείας,
δοσμένοι στους μικρούς θανάτους τ’ οργασμού.

Η τελετή εκείνη, η αρχαία, των οργίων,
μένει κρυφή, μόνο στη μνήμη του νερού.
Τώρα είναι το Χαλάνδρι απλό προάστιο,
σαν όλα τ’ άλλα: των γραφείων, των υπουργείων,
που όλο θαμπώνουν μες τη σκόνη του καιρού
- και το χωρίζει με τη Φλύα χάσμα τεράστιο.

Κι όμως, τις νύχτες πλάι στο ρέμα τραγουδάνε
πάντα οι νεράιδες κι είν’ ακόμα η Σεμέλη
στο φεγγαρόφωτο, που μας κερνάει κρασί.
Κάποιοι από μας θυμούνται, νιώθουν, δεν ξεχνάνε,
την έξαψη, τη φλόγα πάντα μες τα σκέλη.
Προστάζει: “απόψε, έλα στο ξέφωτο κι εσύ”.

 

Δημοσιεύτηκε στο: Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.5 Μαρ. – Μάιος. 2009

1
Αυγούστου 4th, 2011

 

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Ζεστός αγέρας ήρθε απόψε για να με πάρει.        
Μου μίλησε για ιππότες, για κάστρα και θρύλους. 
Στο προσκεφάλι μου χαμογέλασε το φεγγάρι,    
σ’ άλλες εποχές στα δέντρα θ’ άκουγα τους γρύλους.

Εξεγέρθηκα απ’ το χρυσάφι του φεγγαριού. 
Προχώρησα, αναζητώντας τα ίχνη ενός παιδιού.

Ζητούσα την αθωότητα, για να γυρίσω πίσω. 
Τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν πάλι στην αυγή. 
Όταν ξεπρόβαλε ο ήλιος, δεν μπορούσα να εντοπίσω
του χρόνου τα σημάδια, μόνο εκείνη τη στιγμή. 

Αφέθηκα στο φως και μες την αρμονία.   
Eνιωσα τότε απλά, βαθιά την ευτυχία.

(1995)

 

 

1
Αυγούστου 3rd, 2011

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΑΚΤΗΣ

Απόψε η θάλασσα βογκάει στα βράχια επάνω.                        
Το φως του φάρου πάλι αναβοσβήνει, ερωτικό.                       
Σαν μέσα σε ίλιγγο, κάθ’ αίσθηση να χάνω…                           
Πόσο ζεστή κι εξαίσια η νύχτα ετούτη εδώ!                              

Ανάμεσα στα κύματα οι βάρκες αρμενίζουν                                  
και σμίγουνε τα φώτα τους με τ’ άστρα τ’ ουρανού.                      
Αγέρωχες, τις θάλασσες ολοένα διασχίζουν                                  
κι εντείνουνε την έξαψη, τη φαντασία στο νου.                             

Πόσο μακριά να ‘χουνε φτάσει, σε τι χώρες;                                    
Αύριο στο κύμα επάνω θα διαβαίνουμε μαζί.                                    
Μαγευτικές και μυστικές περνούνε οι ώρες.                                    
Πόσοι να γεύοντ’ έρωτα σε τούτη την ακτή;

(1991)

 

 

0
Ιουλίου 31st, 2011

ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

  ‘Ολη τη νύχτα στην κλειστή την κάμαρή μου,    
          κάτω απ’ το φως το ηλεκτρικό. Εξω η βραδιά κυλούσε   
          γρήγορα κι απαράλλαχτα όμοια με τη ζωή μου:  
          εν’ άγγιγμα κρυφό – κι έπειτα προσπερνούσε.  

          Η αυγή με βρήκε κάτω από την ίδια λάμπα.  
          Με γέμισε μ’ αρώματα, εξεγέρσεις, συγκινήσεις. 
          ‘Ετρεξα προς τη θάλασσα: γαλήνια, όπως πάντα, 
          στην πρωινή δροσιά μου ξύπνησ’ αναμνήσεις.  

          Μακρύ, καυτό το καλοκαίρι κι όμως φεύγει  
          μ’ αίσθηση ανολοκλήρωσης κι ανέφικτου και πάλι.
          Κι αυτό που τ’ αναβάλλουμε κι αυτό που μας ξεφεύγει 
          είν’ η ίδια η  ζωή – που δεν θα ζήσουμ’ άλλη.  

(1993)

 

 

3
Posted in Δικά μου |
Ιουλίου 31st, 2011

ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Εκεί που υπήρξαμε, το Έτερο ημερεύει.
Το Αχειροποίητο εν σιγή αδρό προβάλλει·
ριζώνει εκ νέου, ακινητεί στερρό και οδεύει,
επικρατεί και θάλλει και αναπάλλει.
Το εντός Φυτό – και πρώτο – κατισχύει.
Η πέτρα αχάραγη ξανά βουβή φυτρώνει.
Γλώσσα καμιά δεν εύχεται ούτε ομνύει,
δεν ονομάζει, δεν ορίζει – δεν πληγώνει.

Ζωή ανώνυμη· τα πάντα συμπηγμένα.
Ζωή ακατάγραπτη, απαράγραπτη, άνευ τέλους,
χωρίς εγώ, εσύ, αυτό – τα πάντα ως ένα –
χωρίς ανθρώπους, έργα, δαίμονες, αγγέλους.
Μετά τον θάνατο, ο θάνατος της Μνήμης.
Το βλέμμα που έσωζε δεν θα το σώσει βλέμμα
– ο μόνος νόμος απροσμάχητης της ρύμης –
κι όχι πια κόκκινο, μα μόνο πράσινο αίμα.

Απ’ τη αρχή πνοή τα πάντα θα χλοΐσει,
θα προσκυνήσουνε τον χόρτο οι Βαβυλώνες,
η Ιστορία κατεπόθη από τη Φύση,
ουκ έσονται ώρες, αριθμοί, βιβλία, αιώνες.
Την Κτίση το άκτιστο σκοτάδι κατακλύζει.
Η νύχτα αυτή – η αβασίλευτη όντως μέρα.
Τον Λόγο αρθρώνει η Σιωπή και συνεχίζει,
η πανταχού απουσία Παρουσία Δευτέρα.

Ιδού – η Γη κενή. Ιδού – καινή η Κτίση.
Απών ο άνθρωπος – το είδωλο, η σκιά του –
και πια κανείς, κανείς για να πενθήσει.
Αυτός ο θάνατος το τέλος του θανάτου.

Και στη νεότοκη πανάρχαια επάνω Φύση
μόνο επεφέρετο το Πνεύμα Του Αοράτου.

© Θεοδόσης Βολκώφ

http://theodosisvolkof.blogspot.com/2011/07/blog-post.html

 

0