Archive for Μαΐου, 2015

Στην ακατήχητη σιωπή – Για τον Δημήτρη Αρμάο

Κυριακή, Μαΐου 31st, 2015

Αρμάος

ΣΤΗΝ  ΑΚΑΤΗΧΗΤΗ ΣΙΩΠΗ

Για τον Δημήτρη Αρμάο, καθυστερημένο αντίδωρο

Στην ακατήχητη σιωπή, στα μέρη
που ροκανίζεις μέρα μεσημέρι
ριμάρω με τον Χάρο
Δημήτρης Αρμάος, Εκκληση (στην Σοφία Κολοτούρου)

Στην ακατήχητη σιωπή, στα μάκρη
αντίκρυ ο φίλος, με το Χάρο να ριμάρει –
η απουσία ν’ απλώνει, απ’ άκρη σ’ άκρη,
να συγκρατείς με στίχους ένα δάκρυ,
ένα ασίγαστο λυγμό, που δεν καλμάρει.

Μεγάλωσε το φάσμα των απόντων,
που φύγαν στο κενό του αμετακλήτου –
σε στίχους να γροικώ την προσευχή του
κι άλλων ποιητών, που βρίσκονται μαζί του
εκεί που κλείνει ο κύκλος μας, των όντων.

Στην ακατήχητη σιωπή, προσκεφαλάδι
τους στίχους και τη θύμιση ακουμπούσα –
μας γνώρισαν κι η Μοίρα και η Μούσα,
μας χώρισε ο καιρός: δεν κυβερνούσα
την βουρκοθαλασσιά μες το σκοτάδι.

31/5/2015

0

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί

Παρασκευή, Μαΐου 1st, 2015

VIVLIO

ΜΑ ΚΟΥΦΟΥ ;

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί
πως είμαι ένα ον κομπλεξικό, μπορεί και κακιασμένο,
που τη Νοηματική με τρόπο ύπουλο μισώ
- όλο μιλώ και νοήματα ποτέ μου δεν μαθαίνω.

Ακόμα λένε προσκαλώ εις στο Κουφοχωριό,
όπου εκφραζόμαστε γραπτώς με τρόπο διεστραμμένο
κι αντί για Εικόνες έχουμε την Άγια μας Γραφή
και μας αρέσει πιο πολύ της μοίρας το γραμμένο.

Και πάντα λένε πράγματα φρικτά πάρα πολύ -
δεν είναι όμως ψέματα: αρέσουν  και σε μένα.
Μα κείνα που μου κόστισαν τις πιο κρυφές πληγές
κανένας δεν τα έμαθε, τα κράτησα κρυμμένα.

Μ’ απόψε, τώρα που ‘πεσε η θερινή βραδιά
και μου χτυπούν επίμονα μες του κουφού την πόρτα,
κάτι με σπρώχνει έντονα να γράψω στο χαρτί,
όπου αν ήμουν μουσικός θα έγραφα ακόρντα.

Ήμουν μες την μπλογκόσφαιρα, όπου είχα φτιάξει blog
και κάποτε κατέγραφα κάθε κουφή ιστορία
και τότε τους εγνώρισα (μοιάζανε ξωτικά)
κι όλοι μαζί μου στέλνανε αίτημα για φιλία.

Προφοριστές, νοηματιστές, βαρήκοοι και κουφοί,
παιδιά κωφών (γονίδια είχαν κληρονομήσει)
περνούσανε στο ίντερνετ τις πρώτες τους βραδιές,
κρυφά από την Κοινότητα που δεν τους είχε αφήσει.

Αλήθεια, της Κοινότητας κρατούσαν cd-rom,
και την Αγία Νοηματική παράφορα αγαπούσαν.
Συχνά νοήματα έκαναν, κοιτώντας διπλανούς
κι ώρες πολλές εκοίταζαν, να δουν αν απαντούσαν.

Εγώ, μόνο απ’ ακούοντες εγνώριζα τ’ αυτιά
μα είχα μια πίστη ισχυρή πως κι ο κουφός μιλάει.
Μα τούτοι δω με μπέρδευαν στ’ αλήθεια, σοβαρά:
ο ένας με νοήματα, λέγαν πως τραγουδάει.

Ένα μικρό τους έγραψα άρθρο μες το χωριό
κι εκείνοι μου ανταπάντησαν μέσω διερμηνέα.
Πιο μπερδεμένο άνθρωπο δεν θα ‘βρισκες στη Γη
αν ρώταγες τι διάολο να θέλει αυτή η παρέα.

Κατόπιν, τους σκεφτόμουνα πολλές φορές ξανά,
γιατί κάπως τους έβρισκα συνέχεια μπροστά μου.
Κι εντούτοις, με καλούσανε ολοένα για καφέ,
ενώ κουτσομπολεύανε και τα μηνύματά μου.

Νομίζω τώρα θα ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τα χέρια τρέμουν, τη γραφή πια δύσκολα ορίζουν,
καθώς θυμάμαι ακόμα γεγονότα που πονούν,
που τη ζωή κάθε κουφού πάντα τη στιγματίζουν.

Θα προχωρήσω!  Μια βραδιά συνάντηση κωφών
κάναμε κι είχαμε χυμούς, κρασί, ούζο και μπύρα.
Καθώς στο κέφι ήρθαμε και φάγαμε ελαφρά,
το δρόμο για το σπίτι μου, με το μετρό τον πήρα.

Στο δρόμο όμως έβλεπα τους άλλους τους κουφούς
να κάνουν κάποια μάζωξη στ’ απέναντι γραφείο
(παλιά συνήθεια, σκέφτηκα, θα ’ταν Κοινοτική
για να κουτσομπολεύουνε, δυο τρείς ή δύο δύο).

Μιαν αίθουσα έβλεπα στενή, μικρή και σκοτεινή
κι απ’ το μπαλκόνι ένιωθα να με κοιτάζουν μάτια.
Κουνούσανε τα χέρια τους πολύ και δυνατά,
και προχωρώντας ένιωθα να γίνομαι κομμάτια.

Τους είπα “στέλνω SMS” και γράψαμε μαζί.
Σε κάθε μια γραμμή έβλεπα όλο ασυνταξίες.
Και τότε ξύπνησα απ’ το σοκ – θα λέγαν οι ποιητές
πως με σοκάραν οι γραπτές οι ασυναρτησίες.

Είδα το μήνυμα στο φως τ’ αχνό το πρωινό:
μου φάνηκε τρομαχτικό κι αδιανόητο τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ‘χα ορκιστεί
τον κόσμο αυτόν ετάχθηκα για να επιμορφώσω.

“Γράψτε σωστά Ελληνικά – “ … μα έβγαλαν μια φωνή
κι είδα μια εμένα να κοιτούν, με μάτι αγριεμένο
και μια μες τα βιβλία μου… Απόμεινα κι εγώ
σαν μου ‘παν “στην Κουλτούρα μας, κάθε γραπτό είναι ξένο! ”

Ξεχνώντας τα βιβλία μου, έφυγα σαν τρελή,
σαν την τρελή που αδιάκοπα το νέο δεν το πιστεύει
και φέρνω μες τη σκέψη μου μια γνώση τρομερή
που τόσα χρόνια το μυαλό ολοένα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί
πως χρόνια τώρα στην Κοινότητα δεν έχω πέσει,
πως τη Νοηματική με τρόπο ύπουλο μισώ
μ’ αν καταλάβαιναν γιατί, θα μ’ είχαν συγχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξέχασα τη γραφή,
καθώς τα χέρια ενός κουφού ασάλευτη κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς -δίχως να ξέρει ανάγνωση- κοιτά,
σκέφτομαι πόσο πιο κουφή θα είμαι αν δεν διαβάζω.

1/5/2015


# εδώ θυμόμαστε το Μαραμπού του Νίκου Καββαδία

1