Archive for Μαρτίου, 2013

Σαν Δον Κιχώτες, σαν του Βάρναλη μοιραίοι

Παρασκευή, Μαρτίου 15th, 2013

lek

ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ-ΑΚΡΟΠΟΛΗ 2013

Στον Βασίλη Λέκκα

Τώρα που η χώρα αλήθεια καταρρέει
σ’ αυτόν τον αλλοπρόσαλο αιώνα,
σαν Δον Κιχώτες, σαν του Βάρναλη μοιραίοι,
ξεπρόβαλλαν, σαν μέλλοντος εικόνα
απ’ την Ακρόπολη ως τον Μαραθώνα
ο Λέκκας κι οι συντρόφοι, που πηγαίνουν.
Κι εγώ, ιστορώ σε στίχους τον αγώνα
των οραματιστών μας, που επιμένουν.

Έχουνε χρόνια μόνοι τους κινήσει,
μ’ αφετηρία τον Τύμβο των Ηρώων
κι αν λίγους η προσπάθεια θ’ αφυπνίσει
κι αν μοιάζει τάχα η μοίρα τους των Τρώων
- σφαγή εκ Μνημονίων των αθώων –
τον δρόμο τους βαδίζουν και πεθαίνουν
εν μέσω οιμωγών, λυγμών και γόων,
των οραματιστών μας, που επιμένουν.

Να σηκωθούμε, ν’ αντιδράσουμε φωνάζουν,
να φύγουμε απ’ το τέλμα που ‘χει ανοίξει.
Τα σπίτια, τις ζωές μας τις αρπάζουν,
ένα όρνιο έχ’ απάνω μας ορμήξει,
μας σπρώχνει στην απάθεια και στη θλίψη.
Χωρίς σχεδόν αντίσταση διαβαίνουν –
της άρνησης η στάση θα υποδείξει,
των οραματιστών μας, που επιμένουν.

Μιαν άνοιξη, που θα τελειώσει η κρίση
σε κείνους που παλέψανε και μένουν
θα οφείλεται -και που ‘χανε ελπίσει –
των οραματιστών μας, που επιμένουν.

13/3/2013



0

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ (μέρος ΙV))

Παρασκευή, Μαρτίου 15th, 2013

Το_τρυφερό_μαχαίρι_του_Πέτρο_Μπόλε(2)

2. Από το  Τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε (2002)

[…]

Στη δέκατη τρίτη συνάντησή τους, κι ενώ είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος που ο Πέτρος βρισκόταν στη Μεγάλη Λίμνη κι είχε γυρίσει σχεδόν ολόκληρη τη χώρα, την ώρα που κάθονταν οι δυο τους στο περίπτερο του ανέμου, ένιωσε ένα χέρι ν’ αγγίζει το δικό του. Στην αρχή νόμισε πως ήταν ιδέα του, αλλά το χέρι της Κωνστάντζας επέμενε, έπιασε την παλάμη του και την έσφιξε με όλη της τη δύναμη. Ύστερα, και προτού προλάβει αυτός να αντιδράσει, η κοπέλα σηκώθηκε και έφυγε τρέχοντας. O Πέτρος έμεινε στο περίπτερο για ώρα και για πρώτη φορά στη ζωή του αναρωτήθηκε αν αυτό που ένιωθε ήταν το ρίγος της αγάπης.
Γύρισε στο δωμάτιό του (ο Ιερώνυμος του είχε παραχωρήσει τον καλύτερο ξενώνα του παλατιού) λίγο πριν από το ξημέρωμα με πρωτόγνωρη έξαψη. Έπεσε στο κρεβάτι του χωρίς να ανάψει κερί, όταν ένιωσε ένα διπλωμένο χαρτί στο μάγουλό του. Ήταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή, γραμμένο με παράξενα καλλιγραφικούς χαρακτήρες:

Πέτρο Μπόλε, το γράμμα αυτό σού το γράφει κάποιος που πιστεύει πως δεν σου αξίζει να γίνεσαι υποχείριο πλασμάτων του Σατανά, όπως ο βασιλιάς και οι κόρες του. Γιατί, ό,τι κι αν σου είπε ο Ιερώνυμος, το μόνο που ήθελε ήταν να απαλλαγεί απ’ τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους και βρήκε τον αφελή που θα του έκανε τη δουλειά. Όσο για τις κουβέντες του περί του χρέους που τάχα έχει απέναντι στους δυστυχισμένους της χώρας του, να τους προσφέρει το χάδι του αρχαγγέλου, είναι όλες λόγια κάλπικα? η μοναδική του έγνοια είναι το πώς θα εξαφανίσει από τη χώρα του όλους αυτούς που σιγολιώνουν και που κάποτε μπορεί, μέσα στη δυστυχία τους, να σηκώσουν κεφάλι εναντίον του. Εσύ ήσουν το καταλληλότερο εργαλείο. Κι έχε υπόψη σου πως στο σχέδιο συμμετέχει και η Κωνστάντζα, αυτή που σου κάνει τη μελαγχολική και την αλλοπαρμένη. Φτάνει να κρυφτείς ένα βράδυ, που όλοι θα νομίζουν πως είσαι μακριά, στην Αίθουσα των Συμβουλίων και να ακούσεις τι λένε για σένα ο Ιερώνυμος και οι κόρες του.

Tο επόμενο πρωινό ο Πέτρος ξεκίνησε με τη συνοδεία του (τους στρατιώτες και το πλήθος) για να μοιράσει θάνατο στην Πόλη των Κύκνων, στις Βόρειες Επαρχίες, τέσσερις μέρες μακριά από την πρωτεύουσα. Το πρώτο κιόλας βράδυ το ’σκασε από την άμαξά του και με ένα άλογο γύρισε μυστικά στο παλάτι. Oι στρατιώτες που τον συνόδευαν δεν αντιλήφθηκαν τη φυγή του, καθώς ο Πέτρος δεν έβγαινε ποτέ του από την άμαξα όσο ταξίδευε και δεν ήθελε να τον ενοχλεί κανείς· έτσι, η άδεια άμαξά του μαζί με την πολυάριθμη συνοδεία του συνέχισε το δρόμο της προς την Πόλη των Κύκνων. O Πέτρος έφτασε στο παλάτι λίγο μετά τη δύση του ήλιου και αποφεύγοντας τους φρουρούς κατάφερε να ξεγλιστρήσει στην Αίθουσα των Συμβουλίων. Εκεί κρύφτηκε πίσω από μια κουρτίνα και περίμενε. Σε μια ώρα μπήκαν ο Ιερώνυμος και οι κόρες του· η Κωνστάντζα ήταν μαζί τους.
Μόλις κάθισαν, ο Ιερώνυμος ζήτησε ένα ποτήρι κρασί
· η Κατερίνα, η μεγαλύτερή του κόρη, του το πρόσφερε και φανερά ικανοποιημένη τού είπε: «Βασιλιά μου, πιες το στην υγειά του Πέτρο Μπόλε… Πήρα μήνυμα πως συνεχίζει τον δρόμο του χωρίς εμπόδιο. Μεθαύριο θα τελειώσουμε με την Πόλη των Κύκνων και θα μας απομείνουν μόνο τα χωριά των Βόρειων Επαρχιών· με τους ρυθμούς που σφάζει, το πολύ σε δυο μήνες θα έχει ξεκαθαρίσει τη χώρα μας από όλους εκείνους που περιέφεραν τη δυστυχία τους υπονομεύοντας την ευμάρεια των υπολοίπων». Έκανε μια παύση για να βάλει κρασί και στο δικό της ποτήρι και τότε η αδελφή της, η Λουίζα, ρώτησε: «Βασιλιά μου και πολυαγαπημένες μου αδελφές, είστε βέβαιοι πως δεν μας είναι χρήσιμοι όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι, οι άθλιοι που πηγαίνουν με τέτοιαν άγρια χαρά να σφαγούν απ’ το μαχαίρι του; Αν γίνει ένας πόλεμος, ποιους θα στείλουμε να σκοτωθούν;» O Ιερώνυμος της απάντησε με σιγουριά: «Δεν είναι παράλογη η σκέψη σου, κόρη μου, μα λησμονείς πως οι καιροί έχουν αλλάξει. Κάποτε οι δυστυχισμένοι μάς ήταν απαραίτητοι για να ξοδέψουν χωρίς σκέψη το αίμα τους στους πολέμους, για να είναι αδιαμαρτύρητα σκλάβοι τον καιρό της ειρήνης δουλεύοντας τη γη, οργώνοντάς την, θερίζοντας τους καρπούς της, βγάζοντας πέτρα και σίδερο απ’ τα σπλάχνα της. Τώρα πια έχουμε μηχανές και για τον πόλεμο και για την ειρήνη, έχουμε ακόμη και μηχανές που φτιάχνουν τις μηχανές και όπου να ’ναι θα έχουμε μηχανές που θα κυβερνούνε τις μηχανές. Σήμερα οι φτωχοί το μόνο που κάνουν είναι να ζητούν ψωμί, οι ανήμποροι να μας μαυρίζουν την ψυχή μας και να μας δημιουργούν ενοχές, οι άρρωστοι να γεμίζουν τα νοσοκομεία μας μέχρι που να πεθάνουν. Όλοι αυτοί σήμερα είναι αποκρουστικοί· αύριο όμως μπορεί μες στην απελπισία τους να γίνουν επικίνδυνοι, να απαιτήσουν από εμάς ψωμί, να μας μεταδώσουν τις αρρώστιες τους, να μας μιάνουν με τη φτώχεια και την ασχήμια τους. Η ίδια η ζωή δεν τους δέχεται, τι δουλειά έχουν, λοιπόν, ανάμεσά μας; Ακόμη και τον κόπο που κάνουμε για να τους θάψουμε λυπάμαι, όμως παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως η ανθρώπινη σάρκα είναι καλό λίπασμα». Αυτά είπε ο Ιερώνυμος και ξέσπασαν στα γέλια κι αυτός κι οι κόρες του με την τελευταία φράση του.
«Κι αν, βασιλιά μου, δεν έβρισκες τον Πέτρο Μπόλε, τι θα έκανες;» ρώτησε μόλις κόπασαν τα γέλια η Βεατρίκη. Εκείνος ήπιε μια ακόμη γουλιά απ’ το κρασί του: «Μά την αλήθεια, είχα βρεθεί σε αδιέξοδο, είχα φτάσει στο σημείο να διαπραγματευτώ με γειτονικές χώρες έναν πόλεμο μόνο και μόνο για ν’ απαλλαγούμε από δαύτους, μα για τον πόλεμο έπρεπε ν’ ανοίξουν τα θησαυροφυλάκια του παλατιού. Ύστερα σκέφτηκα να σπείρω μιαν αρρώστια που θα τους ξεκάνει, μα οι γιατροί του παλατιού μού είπαν πως η αρρώστια μπορεί να εξαπλωνόταν και στους υπολοίπους. Κι ούτε μπορούσα να τους φορτώσω σε καράβια, τάχα για να τους πάω σε μια νέα γη και μόλις έβγαιναν στο πέλαγος να τα βούλιαζα
· πού θα μπορούσα να τα βρω τόσα καράβια; Εκεί, λοιπόν, που είχα απογοητευτεί, άκουσα για τον Πέτρο Μπόλε και για τον τρυφερό θάνατο που από συμπόνια δίνει σε όσους υποφέρουν. Κι όπως είδατε, ήταν πανεύκολο για μένα να του παραστήσω τον πονετικό και να τον πείσω να σφάξει τους δυστυχισμένους της Μεγάλης Λίμνης, τάχα για το καλό τους… Και αυτή είναι η ιδανική λύση· αυτός θα τους σκοτώσει όλους χωρίς να ξεσηκωθούν ή να αντιδράσουν. Ίσα-ίσα μαθαίνω πως πεθαίνοντας δοξάζουν το όνομά μου που τους έφερα τον αρχάγγελο να τους χαϊδέψει…»
Και πάλι γέλασαν όλοι με το χωρατό του Ιερώνυμου. Έπειτα ήταν η σειρά της Άννας να ρωτήσει: «Κι όταν τελειώσει και με τις Βόρειες Επαρχίες, τι θα κάνεις με αυτόν, βασιλιά μου; Γιατί κάθε φορά που τον βλέπω σφίγγεται το στομάχι μου…» O πατέρας της της απάντησε κοφτά: «Θα τον παντρέψω με την Κωνστάντζα και θα τον κρατήσω κοντά μας. Γι’ αυτό άλλωστε η αδελφή σας βγαίνει αυτούς τους βραδινούς περιπάτους μαζί του. Απ’ ό,τι φαίνεται, την έχει ερωτευτεί για τα καλά. Είν’ η αλήθεια πως και μένα με τρομάζει η μορφή του, μα στους καιρούς που έρχονται, ακόμη κι αν γλιτώσουμε από αυτούς που είχαμε, πάντα θα γεννιούνται καινούργιοι δυστυχισμένοι και πάντα θα χρειαζόμαστε κάποιον να μας απαλλάσσει από αυτούς. Και ποιος ξέρει, μπορεί ζευγαρώνοντας με την Κωνστάντζα να κάνουν ένα παιδί που να είναι ελαφροχέρης σαν τον πατέρα του…» Και πάλι γέλασαν με το αστείο του βασιλιά, μα αυτή τη φορά ένα τρομακτικό, στριγκλό γέλιο σκέπασε τα υπόλοιπα
· ήταν η Κωνστάντζα που γελούσε.
O Πέτρος περίμενε πίσω από τις κουρτίνες μέχρι που ο βασιλιάς και οι έξι κόρες του αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους. Έπειτα, παραπατώντας από τη σύγχυση του νου του, πήγε στο δωμάτιό του για να σκεφτεί
· πάνω στο μαξιλάρι του υπήρχαν μια αρμαθιά με εφτά κλειδιά και ένα μπιλιέτο με τα ίδια παράξενα καλλιγραφικά γράμματα: δεν τους αξίζει το τρυφερό μαχαίρι σου.
Τότε ο Πέτρος πήρε στα χέρια του την αρμαθιά με τα εφτά κλειδιά και πήγε στα μαγειρεία του παλατιού. Εκεί βρήκε μια κανάτα με κόκκινο κρασί, έβγαλε το τρυφερό μαχαίρι του από τον κόρφο του και το βούτηξε στην κανάτα. Το άφησε εκεί για μια ώρα
· θυμόταν τα λόγια του γερο-Μουμίν, το ατσάλι του μαχαιριού του θα αγρίευε όταν βρεχόταν με κόκκινο κρασί και θα έδινε τον θάνατο με τους πιο φριχτούς πόνους του κόσμου. Κάποτε κοίταξε τη σκοτεινή λεπίδα του μαχαιριού: μια θαμπή σκιά τού έγνεφε, όπως παλιά…
Με σταθερό βήμα πήγε στο δωμάτιο του βασιλιά Ιερώνυμου, ξεκλείδωσε με το πρώτο κλειδί της αρμαθιάς. O βασιλιάς κοιμόταν? ο Πέτρο Μπόλε έσκυψε από πάνω του και με μια κίνηση τού έκοψε τον λαιμό. Το φοβερό μουγκρητό πόνου που ακούστηκε ήταν πια για εκείνον κάτι πολύ μακρινό και αδιάφορο. Κατόπιν πήγε στα δωμάτια της Κατερίνας, της Μαρίας, της Λουίζας, της Βεατρίκης, της Άννας και της Κωνστάντζας και τις έσφαξε όλες με τον ίδιο τρόπο. Μόνο όταν έφευγε απ’ το δωμάτιο της Κωνστάντζας είδε ένα ακόμα σημείωμα στον καθρέφτη της με τους ίδιους παράξενα καλλιγραφικούς χαρακτήρες: Αν δεν είχαμε γεννηθεί για να σφάζουμε, ίσως να βρίσκαμε χρόνο για την αγάπη…

********

Tο επόμενο πρωινό οι στρατιώτες του βασιλιά συνέλαβαν τον φριχτό δολοφόνο Πέτρο Μπόλε στο ψηλό περίπτερο του κήπου του παλατιού. Το μαχαίρι του δεν το βρήκαν όσο κι αν έψαξαν στο παλάτι και τον κήπο. O θάνατός του ήταν παραδειγματικός: για εννιά μέρες τον κρέμασαν αλυσοδεμένο στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας, ενώ το τρίτο βράδυ έφτασε και κατασκήνωσε από κάτω το λεφούσι των τρελών και των δυστυχισμένων που τον ακολούθησαν στην περιπλάνησή του και προσεύχονταν για την ψυχή του. Πριν από το ξημέρωμα πάνοπλοι στρατιώτες όρμησαν και τους έσφαξαν όλους. Την ένατη μέρα μαζεύτηκε ο λαός της πρωτεύουσας στην πλατεία και παρακολούθησε τη θανάτωσή του. Έδεσαν το κορμί  του σε δύο τροχούς που τους γύριζαν σιγά-σιγά με αντίθετη αναμεταξύ τους φορά· όταν το κορμί του τεντώθηκε όσο δεν πήγαινε άλλο, χάραξαν το δέρμα της κοιλιάς του μ’ ένα μαχαίρι. Από τούτο το χάραγμα άρχισε να σκίζεται η σάρκα του. O Πέτρος, που είχε ακόμη τις αισθήσεις του, δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή πόνου. Μόνο τού φάνηκε πως είδε θαμπά την Κωνστάντζα να κοιμάται ανάμεσα στα πρόβατά του· έπειτα όλα σκοτείνιασαν. Όταν επιτέλους το κορμί του χώρισε στα δυο, το πλήθος αλάλαξε.

0