Archive for Ιανουαρίου, 2013

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ (μέρος ΙΙ)

Τρίτη, Ιανουαρίου 29th, 2013

map_compass_400

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου για το έργο του φίλου συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη θα παρουσιάσουμε σε 10 συνέχειες χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του, τα οποία επέλεξε ο ίδιος ως τα πιο αντιπροσωπευτικά. Σήμερα θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε στην Σταυρούλα Σκαλίδη και τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν αποσπάσματα από τα βιβλία του, όπως βλέπετε και παρακάτω. Ετσι θα πάρουν και οι φίλοι της σελίδας μας μια μικρή αλλά αντιπροσωπευτική ιδέα για το σύνολο του έργου του!

Θανάσης Τριαρίδης

Μικρή αυτοανθολόγηση

Αντί προλόγου: Από συνέντευξη με την Σταυρούλα Σκαλίδη (2012)

1. Από το  μυθιστόρημα Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα (2000, 2009)

2. Από το  Τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε (2002)

3. Από το Τα μελένια λεμόνια (2005)

4. Από το Ich bebe  (2007)

5. Από το Πρώτο βιβλίο των Χλωρών διαμαντιών

6. Από το θεατρικό έργο La ultima noche ή οι καρχαρίες (2010)

7. Από το θεατρικό έργο Μένγκελε (2012)

8. Από την μαρτυρία Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα (2009)

9. Από το παραμύθι Το αγόρι πίσω απ’ το τζάμι (2011)

10. Από το δοκίμιο Η επερχόμενη πείνα ή όταν οι άνθρωποι ρίχνουμε τον κλήρο (2009)

Αντί προλόγου:
Από συνέντευξη με την Σταυρούλα Σκαλίδη (2012)
http://www.triaridis.gr/keimena/keimE042.htm

[…]

Η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι τα έργα σου εκείνα που δεν φέρουν έντονα τα ίχνη της διακειμενικότητας -ή τουλάχιστον αυτά δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμα ή ορατά- διαθέτουν μια ισχυρή δυναμική και μια πηγαία, όχι απλώς δυνατότητα, αλλά βεβαιότητα σύνδεσης με τον αναγνώστη και τα ψυχικά του υποστρώματα. Καταφεύγεις όμως όλο και πιο σπάνια σ’ αυτήν την ευθεία, κατά μέτωπον επικοινωνία με τον αναγνώστη. Γιατί; Είναι συνειδητή επιλογή; Πού αποσκοπεί;

Αν καταλαβαίνω σωστά την ερώτηση, κάνεις ένα διαχωρισμό: Από τη μια πλευρά βάζεις εκείνα τα βιβλία μου των οποίων η αναγνωστική πρόσληψη δεν προαπαιτεί την προηγούμενη ανάγνωση άλλων έργων ή τη γνώση πολιτισμικών παραμέτρων, ευρύτερων ή εξειδικευμένων – δηλαδή (φαντάζομαι πως) μιλάς για την Κουπέλα, τον Πέτρο Μπόλε, το Ιch bebe, το Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα, το Αγόρι πίσω απ’ το τζάμι, τα θεατρικά έργα κ.ά. Κι από την άλλη πλευρά νιώθω πως βάζεις τα μελένια λεμόνια, τα χλωρά διαμάντια (ή ακόμη και το Κόψε-κόψε ή τα Ειδύλλια): δηλαδή βιβλία που μοιάζουν με παλίμψηστα αναφορών (εσωτερικών και εξωτερικών), έχουν χαοτική δομή και παρουσιάζουν αυτονόητες αναγνωστικές δυσκολίες – ενδεχομένως και αξεπέραστες.

Ο διαχωρισμός αυτός δείχνει λογικός – και μπορώ να κατανοήσω την ανάγκη που τον προκαλεί. Αλλά στο μυαλό μου και στις προθέσεις μου δεν στρέχει. Κι ούτε μπορώ να κάνω κάτι για να αναιρέσω αυτήν την αίσθηση. Όταν γράφω, παλεύω να εκφράσω ένα σύνολο – και δεν έχω διόλου στο μυαλό μου αν το συγκεκριμένο κείμενο θα απολήξει σε μια αφήγηση πιο αναγνώσιμη ή πιο κρυπτική. Το σύνολο είναι που με ενδιαφέρει και όχι τα επιμέρους βιβλία. Και αυτό δεν είναι συνειδητή επιλογή – είμαι καμωμένος για να γυρεύω αυτό το σύνολο, είναι η φύση μου.

Επιπλέον υπάρχει μια πραγματικότητα που περιπλέκει τα πράγματα: ο αναγνώστης που θα θελήσει να διαθέσει χρόνο και ψυχή για να μπει στα γραπτά μου (και χρησιμοποιώ συνειδητά το ρήμα μπει), μπορεί να δει μονάχα την κορυφή του παγόβουνου αυτής της φύσης – δηλαδή μόνο τα βιβλία που ολοκληρώνονται και δημοσιεύονται είτε έντυπα είτε ηλεκτρονικά. Όπως γνωρίζεις, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια γράφω πολλά βιβλία ταυτόχρονα – ελάχιστα από αυτά (ούτε το 1/30) ολοκληρώνονται. Στα αρχεία των υπολογιστών μου συσσωρεύω εκατοντάδες βιβλία και κείμενα κάθε είδους (συχνά εκατοντάδων σελίδων) που απομένουν να χάσκουν – και συχνά μελαγχολώ όταν σκέφτομαι πως πολλά από αυτά τα αρχεία δεν θα τα ξανανοίξω ποτέ. Για μένα, αυτό που διυλίζεται και απολήγει στη δημοσίευση είναι οργανικά συνδεδεμένο με αυτό που απομένει ημιτελές – και αυτό το σύμπλοκο είναι η αγωνία (και ο αγώνας) για το σύνολο. Εδώ και χρόνια αντιλαμβάνομαι ετούτο το σύνολο ως δεύτερο σώμα (σωστότερα: ως ένα άλλο σώμα) που ζει και τρέφεται επί του σώματός μου. Κάτι σαν παράσιτο ή σαν μόσχευμα.

Κι επειδή η παραπάνω περιγραφή είναι ελαφρώς τρομακτική, θέλω να σου δώσω δυο παραδείγματα για να γίνει πιο κατανοητό αυτό. Τα μελένια λεμόνια γράφονταν επί δεκαεφτά χρόνια (από το 1988 μέχρι το 2005) μέχρι να ολοκληρωθεί η δημοσιευμένη δομή: εν τω μεταξύ ενηλικιωνόμουν, ερωτευόμουν, γεννούσα παιδιά, άλλαζα επαγγέλματα, άρχιζα και τέλειωνα καινούρια βιβλία, χρεοκοπούσα, απελπιζόμουν, κατέρρεα και αναθαρρούσα – αλλά τα λεμόνια ήταν διαρκώς μπροστά μου, ζούσα μαζί τους. Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα με τα χλωρά διαμάντια: ξεκίνησαν το 2002 και μια δεκαετία αργότερα εκδόθηκε μόλις το Πρώτο Βιβλίο – που είναι το 1/3 του αρχικά εικαζόμενου συνόλου. Οπότε γίνεται αντιληπτό πως ο αναγνώστης διαβάζει βιβλία (ή κείμενα), αλλά για μένα είναι κάτι σαν χρόνιες αρρώστιες – διανοητικές πληγές που ζουν μαζί μου, μεγαλώνουν μαζί μου, ενδεχομένως σε βάρος μου.

Τώρα σκέψου πως και τα δύο αυτά βιβλία (project ίσως είναι η σωστή λέξη) είναι με τη σειρά τους μονάχα δύο μέλη του συνόλου – δύο, ελπίζω οργανικά, κομμάτια του. Οπότε καταλαβαίνεις το χάος το οποίο προσπαθώ να αποδιοργανώσω και να ξαναστήσω. Σκέφτομαι πως είμαι (ή έστω: έχω γίνει) ένα πλάσμα–ξενιστής που ανέλαβε (ή: του έτυχε) να θρέψει ένα παράσιτο-τέρας – και κάποτε διαπιστώνω πως το εγώ μου βρίσκεται περισσότερο στο παράσιτο και όχι στον ξενιστή.

Εσύ που θες να μιλάς για τον άνθρωπο, για τις βαθύτερες αγωνίες του, που σε νοιάζει -ενεργά και αδιάλειπτα- η προάσπιση των δικαιωμάτων του, γιατί ρέπεις κάποτε προς μια τάση λογοτεχνικού ελιτισμού; Είναι επιδίωξή σου να δυσκολεύεις τη σχέση με τον αναγνώστη; Είναι μια σχέση που πιστεύεις ότι πρέπει να κατακτάται, να κερδίζεται δύσκολα και από τις δυο πλευρές;

Η ερώτησή σου απηχεί ένα κομμάτι της καλοπροαίρετης και ουσιαστικής κριτικής που μου γίνεται – συχνά και από κοντινούς αγαπημένους ανθρώπους: «Γιατί επιλέγεις να γράψεις τόσο δύσκολα, τόσο πολυαναφορικά, τόσο ακραία, τόσο αινιγματικά;» Απαντάω: γράφω (όπως, φαντάζομαι, οι περισσότεροι) για αυτό το κάτι που με μαγεύει και με τυραννάει – και προφανώς, σε ό,τι με αφορά, αυτό το κάτι είναι και δύσκολο και πολυαναφορικό και ακραίο και αινιγματικό. Όπως σου περιέγραψα αναλυτικά στην προηγούμενη απάντηση, υπάρχει ένα σύνολο που τρέφω – σε αυτό λογοδοτώ. Κατανοώ τις δυσκολίες των ανθρώπων – μα αυτό είμαι και αυτό μπορώ να δώσω. Και εν τέλει με αυτό ερεθίζομαι, με αυτό γκαβλώνω (και πιστεύω πολύ στην άγρια ζωή αυτής της λέξης) – οτιδήποτε άλλο θα μου φαινόταν πληκτικό.

Είναι επίσης προφανές και κάτι ακόμη: διεκδικώ μια άλλου τύπου συνάντηση με τον αναγνώστη, πολύ πιο ολοκληρωτική – και συνάμα, τις συντριπτικά περισσότερες φορές, καταδικασμένη στην αποτυχία. Τα βιβλία μου είναι ψηφίδες μιας αισθητικής πρότασης που γυρεύει αναγνωστικό χρόνο, μανιασμένη ενασχόληση και βαθιά επιθυμία: η μεμονωμένη ανάγνωσή τους δεν με καλύπτει (και γι’ αυτό εδώ και μια δεκαετία έχω δημοσιεύσει το σύνολο των βιβλίων και των κειμένων μου στο Διαδίκτυο, όπου βρίσκονται ελεύθερα από κάθε πνευματικό δικαίωμα – ώστε να μπορεί κανείς, εφόσον το θελήσει, να συγκεντρώσει τις ψηφίδες της πρότασης). Τούτη η αναγνωστική σχέση γίνεται μέσα μου κατανοητή ως συμπλήρωμα του αιματωμένου σπαράγματος, της αιματοχυσίας του κειμένου. Χωρίς αυτό το σπάραγμα, η ανάγνωση μού φαίνεται κάτι πολύ βαρετό και αδειανό – σαν αδειανή κατσαρόλα. Κάποιος που θα διαβάσει τα βιβλία μου «για να περάσει καλά» ή, ακόμη χειρότερα, για να «του κάνουν συντροφιά στον ελεύθερο χρόνο του», μου προκαλεί απελπισία – και θα κάνω τα αδύνατα δυνατά για να μην με ζυγώσει. Με ενδιαφέρει η συνάντηση (: η αναγέννηση) στο σύνολο των νέων (δηλαδή: καινούριων, πρωτόφαντων) αισθήσεων που θα μπορούν με τη σειρά τους να σχηματίσουν έναν καινούριο κόσμο. Η δεδομένη (επί της ουσίας: προγραμματισμένη) αποτυχία του εγχειρήματος νιώθω πως είναι οργανικό κομμάτι του συνόλου. Φαντάσου ένα μισοτελειωμένο πορτρέτο που εικονίζει έναν άνθρωπο να ονειρεύεται. Κάποτε αναρωτιέσαι τι ονειρεύεται: ότι τρώει, λόγου χάρη, ένα υπέροχο γεύμα ή ότι ρεμβάζει βλέποντας ένα ειδυλλιακό τοπίο ή ότι κάνει έρωτα… Και τότε σε κυριεύει μια τρομερή υποψία: ο μισοτελειωμένος άνθρωπος του πορτρέτου μας ονειρεύεται πως κάπου εκεί έξω, πέρα από τα όρια της εικόνας, πέρα από τα όρια του ονείρου του, υπάρχει εντελής, ολόκληρος, έτοιμος για τον ξύπνο…

Εφόσον στρέχουν όλα αυτά, εύκολα καταλαβαίνεις πως ο δυνητικός αναγνώστης των βιβλίων μου έχει να κάνει πολλά και διόλου εύκολα. Έχει να γυρέψει όνειρα και εφιάλτες σε ένα ανοικονόμητο αφηγηματικό σύνολο χιλιάδων σελίδων, γύρω από το οποίο απλώνονται (ως πλέγμα) και τα (περισσότερα από είκοσι) δοκιμιακά βιβλία μου: αισθητικά δοκίμια και συλλογές πολιτικών κειμένων, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους εκδίδονται μόνο στο Διαδίκτυο. Και κοντά σε αυτά προστίθενται και τα περίπου διακόσια πενήντα άρθρα μου που έχω συγκεντρώσει στην ιστοσελίδα μου και οι πάνω από τριακόσιες ώρες ηχογραφημένων σεμιναρίων δυτικού πολιτισμού που κάνω κάθε βδομάδα από το 2007. Όλο αυτό το θεωρητικό πλέγμα (στο οποίο, για να καταλάβεις, εντάσσω και αυτήν τη συνέντευξη) έχει σχέση ομφαλίου λώρου με το αφηγηματικό σύνολο. Ας πούμε, για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, η ακολουθία των βιβλίων Τα ανθισμένα συρματοπλέγματα της καρδιάς μας (δώδεκα επάλληλα αισθητικά δοκίμια για την πορεία της ζωγραφικής στους αιώνες της Δύσης) έσπειρε την εικονοποιία των μελένιων λεμονιών που γράφονταν ταυτόχρονα – ουσιαστικά, τα δύο κείμενα διαμόρφωσαν (ή και: γεννούσαν) το ένα το άλλο.

Καταλαβαίνω πως ετούτο το σύμπλοκο αφηγηματικού συνόλου και θεωρητικού πλέγματος δημιουργεί την εικόνα του χάους – ή και ενός ξιπασμένου κειμενικού τέρατος που τρομοκρατεί τον αναγνώστη. Δεν το βρίσκω διόλου κακό αυτό. Ίσως να ακουστεί παράξενο, αλλά αυτό το κειμενικό τέρας το θέλησα και το επιδίωξα, ήταν επιθυμία και στόχος. Όποιος θέλει οικονομημένα κείμενα, έχει πραγματικά χιλιάδες επιλογές που αρκούν για χίλιες αναγνωστικές ζωές. Ας μην ασχοληθεί με μένα – ας με προσπεράσει (δεν θα δυσκολευτεί καθόλου για κάτι τέτοιο…)

Με όλα τα παραπάνω σου απαντώ όσο πιο ειλικρινά μπορώ, καταγράφοντας την πραγματικότητά μου, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι τώρα – και, δυστυχώς, δίχως να ξεφεύγω από την έπαρση και την αλαζονεία. Όπως είναι φυσικό, με έχει απασχολήσει το θέμα και αναμφίβολα πέρασα από πολλά άλλα στάδια – και ίσως, την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε, να έχω αλλάξει άποψη. Μα τώρα ο απλός αναγνώστης μού είναι απολύτως αδιάφορος. Με ενδιαφέρει μόνον κάποιος που μπορεί να μπει μέσα στο σύνολο – ως συναυτουργός και συνάμα ως νεογέννητος… Δηλαδή κάποιος που θα ονειρευτεί τον εαυτό του ξυπνητό.

[…]

Ολόκληρη η συνέντευξη για όποιον θέλει να τη διαβάσει βρίσκεται εδώ

(συνεχίζεται τις επόμενες μέρες)

0

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ (μέρος Ι)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18th, 2013

homo universalis

Σήμερα που γιορτάζει ο αγαπημένος φίλος συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης εγκαινιάζω αυτή τη στήλη που σκεφτόμουν εδώ και πολύ καιρό να γράψω. Είναι μια στήλη αφιερωμένη στους φίλους μου και το έργο τους (λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό).

Ο Θανάσης δικαιωματικά μπαίνει πρώτος στη σειρά, μια και σε εκείνον χρωστώ την έκδοση της πρώτης μου ποιητικής συλλογής το 2007. Θέλησα σε αυτά τα σημειώματα να μιλώ για τους φίλους μου και τον τρόπο με τον οποίον σχετιστήκαμε και γνώρισα και προσέλαβα το έργο τους. Στο πρώτο μέρος θα γράφω εγώ και στη συνέχεια θα δίνω τη σκυτάλη στους ίδιους να μιλήσουν για το έργο τους αλλά και τη μεταξύ μας γνωριμία. Αυτά τα σημειώματα δεν είναι συνεντεύξεις, δεν φιλοδοξώ εξάλλου να υποκαταστήσω τους δημοσιογράφους. Δεν είναι ούτε λογοτεχνικές παρουσιάσεις ή κρτικές έργου.

Είναι κάτι βαθύτερο, είναι πνευματικές σχέσεις ζωής. Είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπων και των καλλιτεχνών, σε μια εποχή που η κρίση γύρω μας μας καλεί να επανεξετάσουμε και το έργο αλλά και τις σχέσεις της ζωής μας.

Είναι οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες, οι επιστήμονες, κάποιοι που αφοσιώνονται στο έργο τους και ως τέτοιοι πρέπει να κρίνονται; Με έχει βασανίσει πολύ το ερώτημα. Καταλήγω πως δεν είναι.

Ο Σικελιανός έλεγε πως «κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του». Και σε αυτή τη γενιά, τώρα που μας έλαχε μια πρωτοφανής κρίση με άγνωστες ακόμα συνέπειες, είναι καιρός να συσφίξουμε τους ανθρώπινους δεσμούς γύρω μας.

Μα επιτέλους «σκασμός οι ρήτορες, πολύ μιλήσαμε», ας μιλήσουμε λοιπόν για τον Θανάση Τριαρίδη..

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ  – ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ


Συνάντησα τον Θανάση Τριαρίδη, σωστότερα το πρώτο του βιβλίο,  για πρώτη φορά τον Μάρτη του 2001 στο βιβλιοπωλείο του Πατάκη στην οδό Ακαδημίας. «Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα» , ένας παράξενος τίτλος βιβλίου που κίνησε την προσοχή μου. Τότε διάβαζα πολλή λογοτεχνία και κάθε εβδομάδα προμηθευόμουν ένα τουλάχιστον μυθιστόρημα.

Αγόρασα το βιβλίο κυρίως επειδή μου άρεσε ο τίτλος. Το όνομα του συγγραφέα δεν μου ήταν γνωστό. Θυμάμαι, πέρασα τρεις παγωμένες και βροχερές μέρες γύρω στα τέλη Μάρτη αγκαλιά με την «Κουπέλα». Το βιβλίο με συντάραξε και «έγραψε» μέσα μου. Παρόλο που, όπως είπα, διάβαζα πολλή λογοτεχνία, το συγκεκριμένο βιβλίο ξεχώριζε από τα άλλα. Είχε έναν αέρα μεταφυσικής, μια ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού τέτοια που σε συνέπαιρνε βαθιά σε έναν άγνωστο μυστηριώδη κόσμο. Εχω χρόνια να (ξανα)διαβάσω το βιβλίο κι όμως ακόμα θυμάμαι την εντύπωση που μου έκανε.

Εκείνη την εποχή το διαδίκτυο έκανε τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα. Εγώ ήδη είχα ανακαλύψει από τα τέλη του 97, αρχές 98 τον θαυμαστό καινούριο κόσμο του και είχα δική μου ιστοσελίδα από το 1998. Καθώς δεν μπορούσα να επικοινωνήσω μέσω τηλεφώνου, έστελνα e-mail σε όλο τον κόσμο με τον οποίο προσπαθούσα να επικοινωνήσω. Δεν μου απαντούσαν πάντα, καθώς το διαδίκτυο ήταν ακόμα κάτι άγνωστο και ξένο στους περισσότερους.

Ο Θανάσης όμως είχε δημοσιεύσει το e-mail του, κάτι που δεν το συνήθιζαν ακόμα οι συγγραφείς κι έτσι αποφάσισα να του στείλω ένα μήνυμα – καθώς δεν έχει σωθεί στο αρχείο μου δεν θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία, θα ήταν ωστόσο μέσα στο 2001. Του έγραψα πόσο με συγκλόνισε το βιβλίο και πόσο ξεχωριστό συγγραφέα τον θεωρώ. Δεν πολυπερίμενα να έχω μια απάντηση. Ωστόσο εκείνος όχι μόνο απάντησε, αλλά έκτοτε ξεκινήσαμε μια μακροχρόνια αλληλογραφία.

Το Δεκέμβρη του 2004 ανεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη με τον άντρα μου τον Νίκο για να δούμε φίλους, κάτι που συνηθίζουμε κυρίως τους Δεκέμβρηδες. Ηταν ο πρώτος Δεκέμβρης που γνωρίσαμε τον Θανάση από κοντά και έκτοτε μας συνδέει μια βαθιά – σχεδόν δεκαετής πλέον! – φιλία.

Σε εκείνον χρωστάω ολοκληρωτικά την έκδοση του πρώτου μου ποιητικού βιβλίου το 2007 , καθώς εκείνος εισηγήθηκε με πάθος στον εκδοτικό οίκο την έκδοση αυτού του βιβλίου, σε μια εποχή που κανείς (εκτός από τον χώρο του διαδικτύου) δεν ήξερε ότι γράφω. Και ήταν γενικά δύσκολο για μένα να έχω επαφές στους εκδοτικούς οίκους και στις λογοτεχνικές παρέες, λόγω ακριβώς του προβλήματος ακοής και λόγω του ότι δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί αρκετά το ίντερνετ.


Σε αυτά τα οκτώ-εννέα χρόνια, συναντώντας τον Θανάση από κοντά σχεδόν κάθε Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη και κάποιες φορές και στην Αθήνα, παρακολούθησα το έργο του και τον ίδιον να αλλάζουν και να μεταμορφώνονται, παρακολούθησα το λογοτεχνικό αλλά και το κοινωνικό του όραμα για τον κόσμο να ξεδιπλώνονται και να ανθίζουν.

Ο Θανάσης είναι πολύπλευρη προσωπικότητα, είναι από τους ανθρώπους που οι Αγγλοι τους ονομάζουν larger than life. Κάθε φορά που νόμιζα πως τον γνωρίζω και τον καταλαβαίνω, συγγραφικά και πνευματικά, κάθε φορά μου ξεγλυστρούσε και μεταμορφωνόταν. Από Δεκέμβρη σε Δεκέμβρη έβλεπα και συναντούσα έναν άλλο Θανάση – έναν Θανάση που μεταμορφώνονταν κάθε χρονιά στην προσωπικότητα «Θανάσης Τριαρίδης».

Τον έναν Δεκέμβρη μας χάριζε αλληγορικά βιβλία, σαν παραμύθια: Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε, η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων, η μουγγή καμπάνα. Τον επόμενο Δεκέμβρη μας έφερνε σε αμηχανία, αποδομώντας τις σεξουαλικές και θρησκευτικές συμβάσεις μέσα από τα Μελένια λεμόνια. Ενδιαμέσως παρακολουθούσαμε την κοινωνική και ακτιβιστική του δράση, μέσα από τα άρθρα του στην εφημερίδα «Μακεδονία» (από την οποία και αποχώρησε όταν ένα άρθρο του για τη Μακεδονική γλώσσα λογοκρίθηκε).

Τον άλλο χρόνο μαθαίναμε για τη σειρά των «Αντιρρήσεων» την οποία και διεύθυνε στις εκδόσεις Τυπωθήτω: όπως γράφει και ο ίδιος θέλησε: «να τοποθετηθώ καθαρά, με το όνομα και το επίθετό μου, απέναντι στις τρεις φενάκες που, κατά τη γνώμη μου, διαχρονικά σκλάβωσαν και σκλαβώνουν, χούγιασαν και χουγιάζουν, αιματοκύλισαν και αιματοκυλίζουν τον κόσμο: στις θρησκείες (σε όλες τις θρησκείες), στα έθνη (σε όλα τα έθνη) και στον κοσμοδιορθωτισμό (σε κάθε κοσμοδιορθωτισμό, ηθικό, πολιτικό ή όποιον άλλον…) και για τις «Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα» που εξέδωσε σε αυτές.

Και πάνω εκεί που νομίζαμε πως γνωρίζουμε τον Θανάση σαν συγγραφέα και σαν κοινωνικό ακτιβιστή και σαν στοχαστή-διανοούμενο με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, πάλι μας ξεγλυστρούσε διολισθαίνοντας σε άλλο πεδίο: Αίφνης, διοργάνωνε (από το 2007 και μέχρι σήμερα) σεμινάρια για τον δυτικό πολιτισμό. Παίρναμε τα ενημερωτικά μηνύματα για τα σεμινάρια: «Κύκλος σεμιναρίων για την Ιταλική αναγέννηση, 2007», «Κύκλος σεμιναρίων για την ενοποιητική αφήγηση της δύσης, 2008», «Κύκλος σεμιναρίων για την ελληνική ποίηση στον 20αιώνα, 2008», «Κύκλος σεμιναρίων για την αρχαία τραγωδία, 2009», «Κύκλος σεμιναρίων για την πορνογραφική αφήγηση της Δύσης, 2009»,, «Αναζητώντας το τρεμάμενο σώμα, σχεδίασμα για την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, 2011» ,  «Σμιλεύοντας τον ματαιωμένο χρόνο – σκηνές από την ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, 2012 » και άλλα ενδεχομένως που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Πάνω που πήγαμε να αφομοιώσουμε και την ιδέα του Θανάση σαν ομιλητή και διοργανωτή σεμιναρίων, εκείνος πάλι κατόρθωσε να μεταμορφωθεί και να μας εκπλήξει! Το επόμενο βήμα του, η ενασχόληση με το θέατρο και τα θεατρικά κείμενα: «La ultima noche ή οι καρχαρίες» (2010), Ηistoria de un Amor ή τα μυρμήγκια (2011).

Δεν έγραψα τίποτα για τον Θανάση μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια. Δεν έγραψα, αφενός γιατί δεν είχα και κάποιο δημόσιο βήμα – εκτός από αυτή εδώ τη σελίδα μου (κατά καιρούς έχω γράψει σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά αλλά μόνο για ποίηση) και αφετέρου – και το κυριότερο, γιατί δεν καταλάβαινα. Δεν καταλάβαινα ποιος είναι ο φίλος μου, τι σκέφτεται, που το πάει, ποια σύνδεση έχουν όλα αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους.

Ο Θανάσης, σαν συγγραφέας, δοκιμιογράφος, πολιτικός στοχαστής, διανοούμενος, κοινωνικός ακτιβιστής, διοργανωτής σεναρίων, θεατρικός συγγραφέας, μας καλούσε και μας καλεί επί δέκα χρόνια να κάνουμε κι εμείς το μέσα μας άλμα, να συγκεράσουμε τις αντιθέσεις του, να μοιραστούμε μαζί του το όραμά του για τον κόσμο. Δεν είναι εύκολο για μας. Εγώ χρειάστηκα κάπου 10 χρόνια για να αρχίσω να καταλαβαίνω, παρακολουθώντας το έργο του να διαμορφώνεται, βιβλίο το βιβλίο, πράξη την πράξη, άρθρο το άρθρο, σεμινάριο το σεμινάριο. Να αρχίσω να καταλαβαίνω τι θέλει να μας πει. Πως όλα του τα βιβλία, οι πράξεις, τα σεμινάρια, τα δοκίμια, τελικά κινούνται γύρω από έναν άξονα: τον άξονα του Αναγεννησιακού ανθρώπου.

Ο Θανάσης είναι ο Homo Universalis της χώρας μας, είναι ίσως ο μόνος από τους φίλους μου συγγραφείς στον οποίο θα μπορούσα να αποδώσω αυτήν την περιγραφή και αυτόν τον τίτλο. Αντιγράφω από την Βικυπαίδεια τον ορισμό: Homo Universalis είναι ο χαρακτηρισμός του ιδανικού ανθρώπου της Αναγέννησης (15ος-16ος αιώνας). Η ονομασία είναι λατινική και σημαίνει «καθολικός, συνολικός άνθρωπος».Homo Universalis είναι ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου που συμπύκνωνε όλα τα ιδανικά της εποχής της Αναγέννησης: ερευνητικό και κριτικό πνεύμα, φιλοπεριέργεια, και κυρίως μία τάση για ενασχόληση με κάθε αντικείμενο της τέχνης και της επιστήμης. Ο όρος αναφέρεται στο εύρος ή την επιθυμητή «καθολικότητα» της πολυμάθειας που μπορούσε να αποκτήσει κανείς.

Ο πιο χαρακτηριστικός και ίσως ο μόνος πραγματικός Homo Universalis είναι ο διάσημος Λεονάρντο ντα Βίντσι, που όπως μαρτυρούν οι πηγές, ασχολούνταν —εκτός από τη ζωγραφική, τη γλυπτική και γενικώς την τέχνη— με τη μηχανική, την ανατομία, την αρχιτεκτονική, ήταν φυσιοδίφης, αρχαιοδίφης και ιστοριοδίφης, συγγραφέας, χημικός και κατείχε πολλές άλλες ιδιότητες.

Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να βρω άλλη περιγραφή πιο ταιριαστή για τον Θανάση. Γνωρίζοντάς τον σαν Θανάση, σαν τον συγγραφέα που έβγαλε την Κουπέλα, είχα το προνόμιο να εμβαθύνω πρώτα στην κρυφή του πλευρά – τη μυστικιστική – πριν τον γνωρίσω, όπως ο περισσότερος κόσμος, σαν τον κοινωνικό ακτιβιστή και τον αντιρρησία διανοούμενο. Μέσα του νομίζω πως παλεύουν ακόμα οι δυνάμεις ενός εσώτερου Μεσαίωνα – που τον προβάλλει στις Μεσαιωνικές δομές του κράτους και της εποχής μας – και μιας ανίκητης επιθυμίας για την Αναγέννηση, την εσωτερική του, αλλά και την κοινωνική αναγέννηση που θέλει να δει να συμβαίνει στη χώρα μας .

Μια αναγέννηση που δεν ζήσαμε ποτέ στη νεώτερη ιστορία μας. Συμμερίζομαι την αγωνία του, καθώς ζει σε αυτή τη χώρα, συμμερίζομαι τον αγώνα του για κοινωνική και εσωτερική βελτίωση, μέσα από τα γράμματα, τις τέχνες, τον κοινωνικό ακτιβισμό. Τα σεμινάριά του θυμίζουν ακόμα «κρυφό σχολειό», τα θεατρικά του έργα (που τα έχω διαβάσει πριν ακόμα παιχτούν) , θυμίζουν μυσταγωγικές πράξεις μετάβασης , εσωτερικού μετασχηματισμού προς ένα κόσμο απαλλαγμένο από αυτά που τον παιδεύουν: τα έθνη, τις θρησκείες και τον κοσμοδιορθωτισμό.


Ο Θανάσης αυτή τη δεκαετία-δεκαπενταετία που μας πέρασε κατόρθωσε να χαράξει, να χαρτογραφήσει και να πορευτεί με συνέπεια στον δρόμο του και στον κόσμο που εκείνος οραματίστηκε. Δεν ξέρω εάν του χρόνου κατορθώσει να μας ξαφνιάσει με ένα νέο εγχείρημα, με κάποια εντελώς αλλοπρόσαλη δραστηριότητα. Υποψιάζομαι όμως πως έχει ήδη ολοκληρώσει το εσωτερικό του, αναγεννησιακό όραμα και πλέον αναρωτιέται για πόσο ακόμα θα είμαστε τυφλοί για να το δούμε και κουφοί για να το ακούσουμε…

————————————————————————————————-
Μέχρι τώρα μίλησα για το πώς προσλαμβάνω εγώ το έργο του Θανάση. Στη συνέχεια θα ήθελα να δώσω τον λόγο στον ίδιο τον Θανάση για να μας μιλήσει για το έργο του. Εξάλλου  κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα πώς να αποκαλύπτει αλλά και πώς να αποκρύβει το έργο του από τον ίδιο τον συγγραφέα. (συνεχίζεται τις επόμενες μέρες στο μέρος Β και Γ)


1
Posted in Αρθρα |

Για τους Κωφούς παράμερη, γι’ ακούοντες παρίας

Τρίτη, Ιανουαρίου 8th, 2013

greekit

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΗΡΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ

Εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παρίας
Διονύσης Καψάλης, Μέρες αργίας

Εμένα σ’ όλη τη ζωή μου η κοινωνία
δεν με απέκλεισε και τόσο∙
το πιστεύω.
Σαν σε χτυπήσει μια μεγάλη αναπηρία
σε λογαριάζουν αυτομάτως για παρία
αλλά το πάλεψα και πάντα το παλεύω.

Εκείνο ωστόσο που με πόνεσε στ’ αλήθεια
ήτανε  πάντα ο αποκλεισμός από τους άλλους
τους συνανάπηρους: σαν ζήτησα βοήθεια
με παραμέρισαν και μου ‘παν παραμύθια
κι έζησα κάποια σκηνικά απείρου κάλλους.

Για τους Κωφούς παράμερη, γι’ ακούοντες παρίας∙
κι έτσι πορεύομαι σ’ αυτή τη γκρίζα ζώνη
έξω απ’ το πλαίσιο κοινωνίας κι αναπηρίας

και σ’ ένα χώρο μιας δικής μου αναρχίας
όπου τον κόσμο μου ήδη χτίζω μες τη σκόνη.

8/1/2013


0

Μια μαθητεία στην αγάπη

Πέμπτη, Ιανουαρίου 3rd, 2013

Sofia&Nikos

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ

Ι) Η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Η ιστορία αρχίζει….Μια φορά
κι ένα καιρό (συνέβησαν στ’ αλήθεια;)
ο Έρωτας, με βέλη πονηρά,
σκαρφίστηκε καινούρια παραμύθια.

Η αφήγηση τυλίγει – σαν πλοκάμι.
Διχάζονται οι μνήμες, οι καιροί.
Ήταν ένα παλάτι, κάποιοι γάμοι
κι η Σταχτοπούτα ακόμα ήταν εκεί –

με μόντεμ και πολλές ιστοσελίδες
(μπερδεύω χρόνους νέους και παλιούς).
Σκέψεις στα chat εμοίραζε κι ελπίδες
σ’ επίδοξους – μάλλον αρσενικούς –

μνηστήρες, που μετάνθρωποι ήταν πάντως,
κι αντί γοβάκι, την πληροφορία
μάζευαν για το μήκος και το πλάτος,
το στίγμα, στου δικτύου την αναρχία.

ΙΙ) Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ

Έτσι κι ο Πρίγκηπας, επάνω του κρατούσε
στη μέσα τσέπη του (φόδρα βασιλική),
τα ποιήματα της Σταχτοπούτας – και κινούσε
για να τη βρει στο Διαδίκτυο – κάπου εκεί.

Θάλασσες πέρασε (μας λέει το παραμύθι),
περπάτησε, χίλια λαγκάδια και βουνά,
πολέμησε, με των εχθρών όλα τα στίφη
κι έφτασε κάποτε σε μέρη μακρινά.

Εκεί συνάντησε το γυναικείο είδωλό του,
τ’ αρχέτυπο, όπως το μάθαινε μικρός -
να ‘ταν η Σταχτοπούτα, τότε, στ’ όνειρό του
ή φανερώθηκε ο κρυφός του εαυτός;

ΙΙΙ) ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Με σπίρτα ήταν παιδάκια και οι δύο,
που στην αδύναμη τη φλόγα ονειρευόνταν
(Χάνσελ και Γκρέτελ τους ελέγαν, στο βιβλίο).
M’ ονόματα που αλλάζαν, πορευόνταν

σε μέρη απ’ τ’ όνειρο – μαγευτικά στ’ αλήθεια.
Την βρήκε και πυκνό έπεφτε χιόνι
(η κάμαρα ζεστή, λένε τα παραμύθια).
Τ’ άσπρο χαλί απέξω τους κυκλώνει.

Εκείνος ταξιδιώτης, Οδυσσέας, Πήτερ Παν
κι εκείνη ατίθαση Αμαζόνα, ως τα τώρα.
Ψυχή τε σώματι ενωμένοι, σ’ ένα Σύμπαν
ιδιωτικό, γι’ αυτούς τους δυο – παράξενη ώρα:

γυμνώνονται, χάνουν τα πρότυπά τους,
μένουν δυο σώματα που σμίγουν – εραστές.
Διώχνουν τους φόβους και τα τραύματά τους,
αιθέρια γίνονται κορμιά, λευκές ψυχές

που στην αγάπη ξεκινούν μια μαθητεία.
Συνήθισαν να ζουν στα παραμύθια,
μα τώρα (όπως μας λέει η ιστορία),
μες τα βιώματά τους βλέπουν την αλήθεια:

Τ’ αρχέτυπα κι αν παίξουν κι αν προβάλλουν,
θα είναι πάντα δυο εραστές, σε κάθε ρόλο,
που θα διστάζουν, θα φοβούνται, θ’ αμφιβάλλουν
και θα ενώνονται με πάθος κι όλο

το Σύμπαν θα συνωμοτεί για τα όνειρά τους.
Να το δικό τους παραμύθι, της καρδιάς τους.

Ιανουάριος 2002

αφιερωμένο στον άντρα μου για την σημερινή επέτειό μας

Καλή χρονιά σε όλους…Κι ας προσπαθήσουμε όλοι να μαθητεύουμε καθημερινά στην αγάπη…


Posted in Δικά μου |