Archive for Ιανουαρίου, 2011

Τα Χρονικά της Νομανσλάνδης

Πέμπτη, Ιανουαρίου 20th, 2011

Αυτές τις μέρες δημιουργήθηκε μια νέα χώρα – και δεν εννοώ το Νότιο Σουδάν. Εννοώ το διαδικτυακό παιχνίδι που συνέβη αυθόρμητα μια βραδιά στου Νίκου Σαραντάκου, η αρχική ιδέα του οποίου δημιούργησε έναν καταιγισμό ανταπαντήσεων.

Σας παραπέμπω στα δυο κυριότερα ποστ όπου έγινε η σχετική συζήτηση (αν και, όπως αντιλήφθηκα εκ των υστέρων, ο Νίκος Σαραντάκος είχε αναφερθεί και παλαιότερα στη Νομασλάνδη, απλά δεν το είχαμε αντιληφθεί τόσοι πολλοί όσοι το αντιληφθήκαμε πρόσφατα).

άρθρο 1 εδώ άρθρο 2 εδώ

Στη συνέχεια ο Κορνήλιος και η Ροδιά ανάρτησαν στα δικά τους μπλογκ ιστορίες και ποιήματα που έγραψαν (και συνεχίζουν να γράφουν…) και ο Γιώργος Νικολόπουλος έφτιαξε ένα ολόκληρο μπλογκ για τη Νομανσλάνδη , με τίτλο: Νομασλάνδη η Χώρα των Ανύπαρκτων.

Προβλέπω ότι τα Χρονικά της Νομανσλάνδης θα απασχολήσουν για αρκετό καιρό όσους συχνάζουν στο μπλογκ του Σαραντάκου, ίσως και άλλους που θα το μάθουν στην πορεία. Εγραψα κι εγώ αρκετά ποιήματα ήδη, αλλά θα περιοριστώ να αναρτήσω εδώ το πρώτο από αυτά, ώστε όποιος ενδιαφέρεται να μπει στις άλλες αναρτήσεις να τα διαβάσει.

ΥΓ: Δεν σας λέω τι είναι το Καναπουτσάρ. Να πάτε να το διαβάσετε. Για να σας διευκολύνω ( ; ) βάζω τον άψογο ορισμό της Ροδιάς: Καναπουτσάρ = το απόλυτο όπλο. Κάθε πολίτης λαβαίνει ένα δικαιωματικά, διότι η στρατιωτική θητεία είναι ισόβια. Υπάρχει και το ομώνυμο ακρωτήριο Καναπουτσάρ, όπου γίνονται οι μηνιαίες σχετικές δοκιμές για την αποτελεσματικότητά του. Φορτίζεται με την ενεργειακή ύλη “μεγάλη ανέχεια”.

ΘΝΗΣΙΓΕΝΕΙΣ ΑΝΥΠΑΡΧΤΟΙ

Στη μακρινή της Νομανσλάνδης Αποικία,
υπάρχει, λεν σ’ ένα χωριό τρελός Προφήτης.
Μ’ ακούστε απ’ την αρχή την ιστορία:
Ηταν του Τσίνγκ τα χρόνια, η βασιλεία,
και της Ανύπαρχτης Στρατιάς ο κυβερνήτης.

Ο ιππότης Λόρδος Κράουν μες τα τείχη
με τον Μπασέν ντε Λαντρ περιπολούσε.
Ο πρίγκιψ Ρήτζεντ ακουγότανε να βήχει,
γράφοντας έσπαζ’ η Μουλίν το τρίτο νύχι,
μα ο Αγιος Γκράαλ εκεί ψηλά τους ευλογούσε.

Κάποια βραδιά που ξεχυθήκαν τα δαιμόνια,
η πόλη γέμισε φωτιές κι όλοι ουρλιάζαν.
Τον Αρσον υποπτεύονταν για χρόνια -
μέλος μιας σπείρας που κατάκαιγε τ’ αλώνια.
Συνήθεις ύποπτους, οι αρχές τους ονομάζαν.

Πήγαινε ύστερα ο Κρισέικς στα καμένα,
και τα έβαφε, σαν ρόδινες αχτίδες.
Μέσα εκεί παίζαν παιχνίδια λατρεμένα,
όπως το σκάκι, που αγαπούσαν παθιασμένα-
μα ο Τάλατ Μπλεντ έπαιρνε πάντα τις παρτίδες.

Τους άρεσε να βλέπουν μια ταινία,
του Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, του σκηνοθέτη.
«Ο Τσέτσνια κι ο Τεν Μπακς στην Απωνία»
ήταν ο τίτλος, κι είχ’ η μουσική αγωνία,
του Μποχεμνιάν Λεβόν, του κορυφαίου συνθέτη.

Κι έτσι περνούσανε ανέφελες οι μέρες,
ώσπου ο Πρόεδρος Ντιν ανέτρεψε τον Τσίνγκ
(μα ο Πράβο Γιάζντι του ‘ριξε τρεις σφαίρες).
Του Ντιν Συμβούλιο φτιάξαν οι σοφοί πατέρες -
μαζί ο άγιος Didache κι ο γενναίος Ρεβινστίνκτ.

Τότε όμως πήραν μια απόφαση μοιραία:
να διώξουν τους Θνησιγενείς της πολιτείας.
και στον Ρεντ Άι, τον αερομεταφορέα,
φόρτωσαν τον Κλιν Σέβαν κι όλη την παρέα,
και κίνησαν στη γη της εξορίας.

Τώρα μπορεί κανείς να δει έξω απ’ την πόλη
της Νομανσλάνδης πάντα όταν νυχτώνει,
τρελό Προφήτη -τον Κλιντ Σέβαν-, γύρω του όλοι
αγέννητοι κι ήδη νεκροί, λες σκέτοι ρόλοι
θεάτρου παραλόγου, που όμως δεν τελειώνει.

1

Σελίδα-Φάντασμα

Τετάρτη, Ιανουαρίου 12th, 2011

Μετά από επικοινωνία με τον Αγγελο Γαλάτη, πήρα την άδεια να αναδημοσιεύσω το «Πλοίο Φάντασμα» (Κάθε δέκα του Γενάρη) για το οποίο σας έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση. Ιδού (και ελπίζω να συγκεντρωθούν αρκετές ψήφοι διαμαρτυρίας στο facebook ώστε να αποφασίσει μια μέρα να επαναφέρει τη σελίδα του):

ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ, ΠΛΟΙΟ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ξεκινήσανε μια νύχτα για την Τροία
με σκαρί πειρατικό και δίχως πλήρωμα
και περνώντας ξημερώματα απ’ την Οία
της αγάπης τους πληρώσανε το τίμημα.

Τους πλευρίσαν’ δυο σκαριά μ’ Αλγερινούς
τα σκοινιά τους κόψαν’ και τα όνειρά τους
τα αμπάρια τους γεμίσαν’ με καημούς
και στo άλμπουρo καρφώσαν’ την καρδιά τους.

Κι από τότε κάθε δέκα του Γενάρη
όπως λένε κάτι θρύλοι ναυτικοί
κάποιο πλοίο-φάντασμα σαλπάρει
για ταξίδι που δεν έχει επιστροφή.

Μια γυναίκα κι ένας άντρας στο τιμόνι
βάζουν ρότα κατά την ανατολή
στο κατάστρωμα βαδίζουν πάντα μόνοι
τυλιγμένοι σ’ αγκαλιά από γυαλί.

Μια ομίχλη πέφτει τότε στο Αιγαίο
και να τους διακρίνουν δε μπορούν
από το κατάρτι, λένε κάποιοι, το μεσαίο,
μια καρδιά να ξεκαρφώσουν προσπαθούν
.

 

0

Κάθε δέκα του Γενάρη

Δευτέρα, Ιανουαρίου 10th, 2011

 

ΚΑΘΕ ΔΕΚΑ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ

στον Αγγελο Γαλάτη

Τον θυμάμαι κάθε δέκα του Γενάρη,
με ομίχλη να διατάζει μες την πλώρη.
Των ονείρων το καράβι έχει σαλπάρει,
καπετάνιος πάντα ο ίδιος στο βαπόρι.

 Το φως του φεγγαριού
του ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά του

Μες τον χάρτη σχεδιάζει την πορεία,
στο κατάστρωμα το πλήρωμα πιστό,
Με την έμπνευση, την ίδια φαντασία
και ταγμένο σ’ έναν άγνωστο σκοπό.

 Το φως του φεγγαριού
του ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά του

Βάζουν ρότα στων ονείρων τους τη χώρα,
που οι πολλοί την ονομάζουν ουτοπία.
Ταξιδεύουν, δεν ακούν κανέναν τώρα
και πετούνε πάνω απ’ όλα τ’ άλλα πλοία.

 Το φως του φεγγαριού
τους ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά τους

Κι αρχινούν να κουβεντιάζουν παραμύθια,
για φαντάσματα κ Ιπτάμενο Ολλανδό,
για του ίντερνετ τους μύθους, την αλήθεια
που τους ένωσαν και φτάσαν ως εδώ
.

 Το φως του φεγγαριού
τους ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά τους

Κι έτσι υψώνονται στ’ ονείρου τα πελάη,
μένει μόνο ο κυβερνήτης σιωπηλός.
Το τιμόνι του το στρέφει προς τα χάη,
να ξωκείλει το καράβι του στο φως!

 

Για την ιστορία: το παραπάνω γράφτηκε προ δεκαετίας και αποτελεί απάντηση στο «Κάθε Δέκα του Γενάρη» του φίλου Αγγελου Γαλάτη. Δυστυχώς ο Αγγελος αργότερα κατέβασε ολόκληρη τη σελίδα του, οπότε κωλύομαι να το δημοσιοποιήσω εκ νέου, αν και προφανώς πρέπει ήδη να υπάρχει και αλλού, καθώς παρέμεινε επί μακρόν αναρτημένο στο Διαδίκτυο.

Δημοσιεύω όμως (από μνήμης) το καταληκτικό τετράστιχο, η συνέχεια του οποίου είναι το παραπάνω:

Κι από τότε, κάθε δέκα του Γενάρη
όπως λένε κάτι θρύλοι ναυτικοί,
κάποιο πλοίο-φάντασμα σαλπάρει
για ταξίδι που δεν έχει επιστροφή

 

1

- Ναι! Είναι αξιόλογος ποιητής. Αλλά ως άνθρωπος, ρεμάλι.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 3rd, 2011

 

Η απάντηση στο χθεσινό μας κουίζ, όπως πολύ σωστά βρήκε η Πόλυ Χατζημανωλάκη στο facebook, είναι ότι ο Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ ήταν μυθιστορηματικό πρόσωπο, ήρωας διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Στην ουσία ο Καραγάτσης, που συνδεόταν με βαθιά και πολύχρονη φιλία με τον Καββαδία, αρέσκονταν να τον πειράζει ενσωματώνοντας στίχους  «a la maniere de = με τον τρόπο του…» Kαββαδία στα γραπτά του. Το ποιήμα που δημοσιεύσαμε εχθές υποτίθεται ότι το έγραψε και το απαγγέλει κάποιος ποιητής Ριζώφ,
ήρωας του διηγήματος «Μπουχούνστα». Μετά το πέρας της απαγγελίας ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Φρονώ πως ο ποιητής έχει εμφανέστατη επίδραση Καβαδίεφ…
- Γνωρίζετε τον Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ;
- Ναι! Είναι αξιόλογος ποιητής. Αλλά ως άνθρωπος, ρεμάλι. Ένας υπασπιστής του Κουροπάτκιν τον συνάντησε στο Χαρμπίν της Σιβηρίας το 1904. Άλλοι τον συναπάντησαν στον Πειραιά, όπου είχε εξευτελιστεί ανεπανορθώτως. Αβανταδόρος σε χαρτοπαίγνια, …πλασιέ ναρκωτικών, κράχτης χαμαιτυπείων…

Κι έτσι, με ένα κλείσιμο του ματιού, ο Καραγάτσης μετατρέπει σε μυθιστορηματικό ήρωα τον αδερφικό του φίλο, μιμούμενος παράλληλα το ύφος του, και διασκεδάζοντας με τους μεγάλους του φόβους (τη σύφιλη, τη φυματίωση, την τρέλα, το στεριανό θάνατο…)

Αλλά μήπως δεν γίνονται παρόμοια λογοτεχνικά παιχνίδια και σήμερα; Μόνο που τα περισσότερα περιορίζονται στο ίντερνετ και δεν μεταπηδούν στα βιβλία, όπως ασφαλώς και τότε γινόντουσαν παρόμοια στα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής.

Με την ευκαιρία, ας δούμε και κάτι δικό μου σχετικό:

 

ΜΙΚΡΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΙΛΩΝ

…επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής»
Κ. Καρυωτάκης, Ολοι μαζί

Όλοι ζούμε στον υπόνομο,
μα κάποιοι από μας κοιτάνε τ’ αστέρια.
Οσκαρ Ουάιλντ

 

Οι φίλοι μου γεμίζουν με συνθήματα
όλους του Διαδικτύου τους άσπρους τοίχους
και κάπου κάπου γράφουν και ποιήματα-
τα λένε πεζοτράγουδα ή και στίχους.

Οι φίλοι μου αισθάνονται σαν θύματα
κι είν’ τόσο αδικημένοι στη ζωή τους.
Του κόσμου τ’ ανυπέρβλητα προβλήματα
τσακίζουν ειδικά την ύπαρξή τους.

Οι φίλοι μου δεν έχουν κάνει εγκλήματα
είν’ ήσυχοι και πράοι μες την καρδιά τους.
Άλλους βαραίνουν πράξεις κι ανομήματα,
ενόσω διορθώνουν τα γραπτά τους.

Οι φίλοι μου κι αν σέρνονται στα λύματα
των βόθρων, αγναντεύουνε τ’ αστέρια.
Της μοίρας τους κινούν άλλοι τα νήματα,
ξένα τους σπρώχνουν δάκτυλα και χέρια.

Μου στέλνουν τα βιβλία τους κατά κύματα.
Διαλέγω ένα ποίημα τους ή δύο,
που – αίφνης – ομολογεί δικά τους κρίματα.
Για τούτο, λέω, γράψαν το βιβλίο.

 

3

Γνωρίζετε τον Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ;

Κυριακή, Ιανουαρίου 2nd, 2011

Καλή χρονιά! Για σήμερα σκέφτηκα να σας βάλω λογοτεχνικό κουίζ… Γνωρίζει κανείς ποιός ήταν ο Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ και τι σχέση έχει με το παρακάτω; (για να σας διευκολύνω, η απάντηση βρίσκεται στο βιβλίο: Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγρα το 2010). Η απάντηση αύριο!

 

Στο χέρι της κρατούσε νεκροκεφαλή,
στο στήθος της στιλέτο είχε κρυμμένο.
Εφευγες κι είπε: « Θα σε περιμένω »,
κι ούτε χαμόγελο στα χείλη, ούτε φιλί.

Είχαν τα μάτια της το χρώμα της νυχτός,
τους ουρανούς κοιτούσαν που θολώναν.
Στο Νόσι Μπέ δυο πίθηκοι μαλώναν,
φωνή στριγγιά και σκούξιμο, βήχας πνιχτός…

Για σένα η θάλασσα δεν έχει πια νερό,
ούτε του Μεγαλέξαντρου Γοργόνα.
Βισμούθιο σου κάναν το χειμώνα
και Σόλου-Σαλβαρσάν τον άλλο τον καιρό.

Λουλάς και ναργιλές. Οπιο. Καπνοί θολοί.
Κύμα κι αφρός στην μπροστινή χαβούζα.
Φόρεσε η Μοίρα σου την άσπρη μπλούζα
και μ’ ανοιχτά τραγίσια σκέλη σε καλεί.

Του Turner οι φρεγάδες. Βάρκες του Gauguin.
Στοιχειά του Bocklin στων αφρών τη χαίτη.
Goya και Brueghel. Κάργα σπειροχαίτη,
το λείψανό σου αφροδισίων μανεκέν.

Ο θάνατος; Θα ‘ρθει… μην είσαι βιαστικός…
Σάβανο η μπράντα στων νερών το βύθος;
Με βάγια και χρυσό σταυρό στο στήθος
θα κηδευτείς όταν πεθάνεις φτισικός…

 

1