Archive for Αυγούστου, 2010

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε

Κυριακή, Αυγούστου 29th, 2010

Από το βιβλίο: ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, του Φίλιππου Φιλίππου, εκδόσεις Αγρα:

[Ο Καββαδίας] Από τους ποιητές  λάτρευε τον Καρυωτάκη, για χάρη του είχε τσακωθεί με τον Σεφέρη, ο οποίος περιφρονούσε τον αυτόχειρα της Πρέβεζας. Τον συγκινούσαν ακόμα ο Δροσίνης, ο Πολέμης και ο Παπαντωνίου. Είχε προσκολληθεί στους παλιούς ποιητές που έγραφαν έμμετρους στίχους, και δεν άντεχε τους νεότερους, εκτός ίσως από τον Μανόλη Αναγνωστάκη και κάποιους άλλους.

Διάβασα σήμερα το παραπάνω απόσπασμα στο βιβλίο που προανέφερα, και για μένα είναι κάτι παραπάνω από εμφανές: Το Παμπάλαιο Νερό ποτέ δεν έπαψε να κυλάει, και καλώς ρίξαμε τους νέους ήχους εδώ, από το 1980 και έπειτα (κάποια στιγμή πρέπει να επανεξετάσουμε και τις δεκαετίες 1950-1980 και σίγουρα θα βρούμε ενδιαφέροντα ποιήματα κι εκεί).

Οσο για την προτίμηση του Αναγνωστάκη από τον Kαββαδία, γίνεται εμφανής αν τη συνεξετάσουμε με το άλλο πρόσωπο του Αναγνωστάκη, τον Μανούσο Φάσση (βλέπε χθεσινό άρθρο μου στον Δρόμο της Αριστεράς, θα αναρτηθεί σε λίγες μέρες στο ίντερνετ και αφιέρωμα στον Μανούσο Φάσση στο Παμπάλαιο νερό -εδώ: πατήστε Μανούσος Φάσσης http://pampalaionero.wordpress.com/

Ο στίχος: «…Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε…» ανήκει στoν Γεώργιο Δροσίνη και τον είχε αφιερώσει στον Παλαμά.

Στον Δρόμο της Αριστεράς θα βρείτε και τα παρακάτω άρθρα μου, μερικά από τα οποία αφορούν παλιούς μισολησμονημένους σήμερα, που έγραψαν κυρίως σε έμμετρο, όπως ο Αχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος) και ο Γιώργος Κοτζιούλας.

Σελίδα εφημερίδας εδώ: http://www.e-dromos.gr

και τα δικά μου εδώ

* Να σημειώσω εδώ ότι σήμερα μόλις έμαθα τεκμηριωμένα (διαβάζοντας αυτό το βιβλίο) αυτό που υποψιαζόμουν, δηλαδή ότι ο Καββαδίας λάτρευε τον Καρυωτάκη. Αρα, δεν είναι καθόλου άτοπο που έβαλα και τον Καββαδία (αν και νεότερος) να ακολουθεί την πομπή στην Πρέβεζα, στην μπαλάντα που έγραψα πριν από ένα μήνα, εδώ: http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/1141. Εξάλλου, ο Καββαδίας ήταν ήδη 18 ετών όταν αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης. Διότι οι εκλεκτικές συγγένειες στην ποίηση (αλλιώς: συνοδοιπορία) πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν, σε πείσμα όσων θεωρούν ότι το ένα ρεύμα ή το άλλο ξεπεράστηκε.


  


0
Posted in Κείμενα |

Μ’ αν είναι ο ποιητής όμως γυναίκα;

Δευτέρα, Αυγούστου 23rd, 2010

Με βάση τα όσα συζητάμε περί «γυναικείας γλώσσας» στο ιστολόγιο του φίλου Νίκου Σαραντάκου, εδώ:  http://sarantakos.wordpress.com/2010/08/18/nana/ και σε συνάρτηση με την προηγούμενη ανάρτηση περί της ποίησης των γυναικών, ας δούμε και κάτι παλιό, αλλά αγαπημένο από το περιοδικό Βακχικόν, που δημοσίευσα πέρσι εδώ: http://www.vakxikon.gr/content/view/297/550/lang,el/

ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑ VS ΛΑΓΝΕΙΑ

Ποιητές και λογοτέχνες από αιώνες
αρέσκονται να παίζουν με τις λέξεις.
Γυναίκα αν είσαι, πρόσεξε μην μπλέξεις:
θεσπίστηκαν τ’ αρσενικού οι κανόνες.

Είν’ εύκολη η σειρά όπως πηγαίνει:
σου γράφουν κάτι και σ’ αποπλανούνε,
σου παίρνουν το μυαλό και στο γαμούνε.
Στήνουν καρτέρι, να ΄ρθεις, αναμμένη

για να τους πεις: “Ποιητή, το κείμενό σας…
Το διάβαζα και μ’ έχει συνεπάρει…
- προσέξατε τη νύχτα; Το φεγγάρι;
Θαρρώ πως μ’ έλκει κιόλας το μυαλό σας…”

Χαμογελούν εκείνοι ( εάν γουστάρουν –
κώλο, βυζιά, κοιτάνε, ηλικία )
“…Ω! τι ευγενική κι ωραία κυρία…”
- ενώ το γύρω χώρο τον σκανάρουν…

Αχ, είν’ απλό το κόλπο: στο κρεβάτι,
μπορεί να πέσουν πριν τελειώσει η νύχτα
( σε παίρνει, εδώ, μεγάλε, τώρα ρίχτα,
χρειάζεται η κυρία έν’ αναβάτη…)

Κι ο ποιητής, περνάει στη λαγνεία –
χορτάτος φεύγει πριν να ξημερώσει
( αφού το θηλυκό έχει πια ημερώσει )
κι αφήνεται, στης μέρας την ανία…

“ Θα σου τηλεφωνήσω, αγαπούλα ” –
ψελλίζει (με το ζόρι), “ απόψε ίσως.…”
Και φεύγει, μ’ αηδία και με μίσος…
( τι μπάζο…φάε τώρα μια σκατούλα…)

Απλό το κόλπο, για όποιον έχει μάθει
λιγάκι τη ζωή και τους ανθρώπους.
Ίδιο, σ’ όλα τα μήκη και τους τόπους –
κοινές οι προσδοκίες και τα λάθη.

Μ’ αν είναι ο ποιητής όμως γυναίκα;
Α! θα εξυμνεί τη δίνη των ερώτων…
Παθητικά…των στεναγμών των πρώτων…
Γονατιστή, στραμμένη προς τη Μέκκα.

“ Το σώμα μου” θα λέει, “σου παραδίδω ,
Κύριέ μου, Ποιητή μου, στον Αιώνα…”
Τι Πάνσεπτη, τι Άμωμος εικόνα…
( Το φύλο μου – τι λέτε; Το προδίδω; )


2

Ανδρα μοι έννεπε Μούσα…

Τετάρτη, Αυγούστου 18th, 2010

 

ΔΩΡΑ ΜΟΑΤΣΟΥ–ΒΑΡΝΑΛΗ

Σκορπάει το κλήμα γύρω τους χυμούς του,
τρυγούν μέσα στ΄ αμπέλι τα σταφύλια
κι απ΄ τη γερτή του μπαλκονιού μας γρίλλια,
μέσα στ΄ απομεσήμερο του Αυγούστου,

η μυρουδιά του πατημένου μούστου
στην κάμαρά μας μπαίνει την ανήλια,
κ΄ ηδονικά χαϊδεύει μας τα χείλια.
Το κλήμα με τους ώριμους καρπούς του

τριγύρω μας απλώνει πονηρά
τη μέθη με τα φλόγινα φτερά…
Δε φταίμε εμείς, αν μέσα στις καρδιές μας

ξυπνούν αμαρτωλές οι επιθυμιές μας…
ζεστό τ΄ απομεσήμερο του Αυγούστου,
μεθυστικιά κ΄ η μυρουδιά του μούστου.

 ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ

Χαλκίδα

Νάφιαχνα τ’ ακρογιάλια σου με λυπημένη χάρη
Ένα ταμπλώ σου βραδινό – βαθύ παραμυθένιο,
Με τα νερά σου ακίνητα κι από ψηλά κερένιο
Βασιλεμένο… έλεγα… να βάψω ένα φεγγάρι.

Και τάχα σαν φανταστικό, σαν έτσι από καρτόνι
Το Ενετικό σου Φρούριο μπρός στ’ ουρανού το θόλο
Με δώθε απ’ το μουράγιο σου στον κοντινό σου μώλο,
Κάποιο καράβι… στ’ άπειρο τα ξάρτια του απλώνει.
……………………………………………….
Χαλκίδα Μάταιη ζουγραφιά είπα και πάνε χρόνοι
……………………………………………
Και πάνε χρόνια και καιροί και γέρασα σκυμένη
Μπρός στο μοιραίο σκίτσο σου κι ακόμη να τελειώσει.
Σαν φλόγα από την παλέττα μου το χρώμα σου έχει λιώσει,
Ως που σε ξέχασα μισή… λειψή… φτιασιδωμένη.

 

Ναι, η πρώτη είναι η γυναίκα του Βάρναλη, ψιλολησμονημένη σήμερα, καθώς έζησε στη σκιά του, όπως και η δεύτερη – η αδερφή του Σκαρίμπα- στη σκιά του πασίγνωστου αδερφού, όπως η Πολυδούρη διασώθηκε μόνο λόγω του Καρυωτάκη, όπως η Κική Δημουλά ήταν για χρόνια στη σκιά του Αθω…Οπως και τόσες άλλες, που τους «επιτρεπόταν» να υπάρχουν ως γυναίκες, αδερφές, μάνες, ερωμένες ή ακαθόριστα «μούσες», δορυφόροι των αντρών αλλά ποτέ αυτόφωτα σώματα. Ευτυχώς, αυτές είναι παλιές ιστορίες…

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει…ή όχι;

 

ΥΓ1: Για την Καλλιόπη Σκαρίμπα θα επανέλθουμε, καθώς…ανακαλύπτεται πάλι ο «άγνωστος» ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας, με τη θαυμάσια πρωτοβουλία των εκδόσεων Νεφέλη να κυκλοφορήσουν εκ νέου τα ποιήματά του και να τα συνοδεύσουν με το CD του Διονύση Τσακνή, όπως θα διαβάσετε εδώ στην Ελευθεροτυπία: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=193777

ΥΓ2: Ο πίνακας είναι του Εγγονόπουλου, «Ο Ποιητής και η Μούσα»

 

 

0

Περί παρήχησης (ποιός έκανε πιπί στον Μισισσιπή; )

Παρασκευή, Αυγούστου 13th, 2010

 

 

ΠΑΡΗΧΗΣΗ ΤΟΥ ΠΙ *

Ωστόσο, δεν χρειάζεται ο ήχος –
ο στίχος στο μυαλό για ν’ ακουστεί.
(να περιγράψω, να τους πω τι, δίχως
παράξενο σε  κ ε ί ν ο υ ς  να φανεί; )

Μου λεν για μετρική και παρηχήσεις –
με γράμμα ποιο; Ας πάρουμε το πι:
Παπάκι πάει στην ποταμιά – ποιήσεις
για τα παιδιά: γιατί παπά παχύ…;

Α, πόσο βαρετή η συζήτησή τους –
( δεν γεύονται τον έρωτα οι κουφοί ;! )
Εντάξει. Ως εκεί η αντίληψή τους.
Σε ποιόν -και πως- να πω; ( Παρήχηση του πι…)

Δεν είν’ ο κόσμος πέντε αισθήσεις μόνο,
δεν είναι ό,τι γεύεσαι κι ακούς,
ό,τι είδες, έπιασες και μύρισες στο χρόνο.
Δεν είναι. Μυστικούς έχει παλμούς.

Δεν είν’ η ποίηση  έ ξ ω  απ’ τον καθένα,
μέσα μας είναι κι ολοκάθαρ’ αντηχεί.
Γράψε ό,τι θες – μα εγώ με ένα στίχο μου, ένα!
Θα σου διδάξω:  π α ρ η χ ο ύ ν ε  κι οι κουφοί.

13/8/2010


* Π.Π.Π. = Ποίηση, Ποιητές, Ποιήματα ή Παπάκι Πάει στην Ποταμιά


0

Εντγκαρ Αλλαν Πόε, το Κοράκι (μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)

Κυριακή, Αυγούστου 8th, 2010

Η καλύτερη μετάφραση από όσες έχω δει για το Κοράκι – σέβεται το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, αλλά και την εσωτερική ομοιοκαταληξία- άθλος, θα έλεγα…Κυκλοφορεί  σε περίεργα «τομίδια», που θυμίζουν βεντάλια που ανοίγει, από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα με 5 ευρώ ( ! ) , το 2007,  μετάφραση Γ. Β. Ιωαννίδης, με σχέδια του Λεωνίδα Χρηστάκη (πρώτη έκδοση ήδη από το 1949 ! )…Αλλιώς, η γενιά μας έχει ήδη φάει γκολ από τα αποδυτήρια….Η άγνοια μόνο μας σώζει, για να επιμένουμε…



ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


6

Κάρολος Μπωντλαίρ: Αβελ και Κάιν

Τετάρτη, Αυγούστου 4th, 2010

ΑΒΕΛ ΚΑΙ ΚΑΙΝ

Φυλή του Άβελ, τρώγε, πίνε και κοιμήσου
ο Θεός σ’ εσένα γλυκά χαμογελά!
Φυλή του Κάιν, μες στη λάσπη σου κυλήσου
και ψόφα μέσα στην κακομοιριά.

Φυλή του Άβελ, το θυμίαμά σου ευφραίνει
των Σεραφείμ τη μύτη εκεί ψηλά!
Φυλή του Κάιν, η αγωνία που σε βαραίνει,
θε να τελειώσει εδώ καμιά φορά;

Φυλή του Άβελ, κοίτα: τα σπαρτά σου εσένα,
τα ζώα σου, πάν’ όλα κατ’ ευχή.
Φυλή του Κάιν, στ’ άντερά σου, λυσσασμένα
η πείνα ουρλιάζει, ως γέρικο σκυλί.

Φυλή του Άβελ, ζέσταινε συ την κοιλιά σου
στο τζάκι σου το πατριαρχικό.
Φυλή του Κάιν, σαν τσακάλι στη σπηλιά σου,
τρεμούλιαζε απ’ το κρύο το φριχτό!

Φυλή του Άβελ, ερωτεύου, γεννοβόλα!
Και το πουγκί σου όμοια γεννοβολά.
Φυλή του Κάιν, στην καρδιά σου φλόγα είν’ όλα,
μα απ’ τους μεγάλους πειρασμούς, μακριά!

Φυλή του Άβελ, όλο πλήθαινε βοσκίζεις,
σαν πάνω στο σανίδωμα οι κοριοί!
Φυλή του Κάιν, σ’ έρμους δρόμους που γυρίζεις,
σέρνε τη φαμελιά σου που θρηνεί.

——————————————————

Φυλή του Άβελ, το ψοφίμι το δικό σου,
θε να λιπάνει σαν κοπριά τη γη!
Φυλή του Κάιν, η δουλειά που ’χεις εμπρός σου,
για ’σε δεν έχει ακόμα τελειωθεί.

Φυλή του Άβελ, να ποια είναι η ντροπή σου:
το σίδερο έχει απ’ το κοντάρι νικηθεί!
Φυλή του Κάιν, ως τα ουράνια ας φτάσει η οργή σου
κι ας ρίξει το Θεό κάτω στη γη!

Κάρολος Μπωντλαίρ. μετάφραση Γιώργης Σημηριώτης

ΥΓ: Ενα μήνα μάζευα στα κρυφά τα χρήματα για να αγοράσω, στην πρώτη Λυκείου, τα «άνθη του κακού», σε μετάφραση Σημηριώτη πάντα, από το συνοικιακό βιβλιοπωλείο, και πολλούς μήνες αργότερα μου κράτησαν συντροφιά καλά κρυμμένα στα άδυτα της σχολικής τσάντας….Οι Αβελ και Κάιν, σταθερή αξία, με ακολουθούν 20 χρόνια και βάλε…Η μετάφραση Σημηριώτη αξεπέραστη, ακόμα και σήμερα θαρρώ….Κανονικά το ποίημα είναι σε δίστιχα, εγώ το βάζω σε τετράστιχα από παραξενιά…(για να τονίσω την αντίθεση).

1