Archive for Μαρτίου, 2010

Η παραφορά του Ερωταφίου

Τετάρτη, Μαρτίου 31st, 2010

Υπάρχει ένα βιβλίο που κάθε Πάσχα το ξαναδιαβάζω. Μαζί με τα άλλα κλασικά Πασχαλινά, που είναι όμως πασίγνωστα σε όλους μας (το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Ελύτη, τα μεγαλοβδομαδιάτικα τραγούδια του Γκάτσου, τα πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τον «Ανθρωπο από τη Γαλιλαία» του Ηλία Λάγιου -που έμελλε να είναι και η τελευταία του ποιητική συλλογή, αν και αμφιβάλλω αν έχει προσεχθεί αρκετά- κ.ά)

Το βιβλίο αυτό όμως δεν έχει γίνει αρκετά γνωστό – αν και θα του έπρεπε – παρά σε έναν περιορισμένο κύκλο στο διαδίκτυο κυρίως. Πρόκειται για τη Παραφορά του Ερωταφίου, του Γιάννη Κυριαζή. Κυκλοφόρησε το 2008
από τις εκδόσεις Κονιδάρη. Το έγραφε επί πέντε χρόνια, από μεγαλοβδόμαδο σε μεγαλοβδόμαδο. Από εδώ μπορείτε να το κατεβάσετε σε e-book
http://www.scribd.com/doc/17606011/- Θα το βρείτε και στη σελίδα του, εδώ: http://gianniskyriazis.blogspot.com/

Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο Πασχαλινό δώρο από αυτό το βιβλίο (μαζί με τα προαναφερθέντα πασίγνωστα βιβλία), για όποιον θέλει μέσα από ένα βιβλίο να καταδυθεί στο πνεύμα και το συμβολισμό (και όχι μόνο στο θρησκευτικό συμβολισμό) των ημερών.

Ενδεικτικά, αναδημοσιεύω εδώ τα παρακάτω:

ΠΕΖΟ Γ΄

Το περιβραχιόνιο του πένθους άρχισε να σφίγγει περισσότερο το μπράτσο της Μεγάλης Παρασκευής. Αισθάνομαι ξένος μέσα στο πλήθος.
Κουνώ μηχανικά τα πόδια, για να μη με ποδοπατήσουν. Ο Σταυρός μπροστά γέρνει λίγο αριστερά-σα να συγχώρεσε τον αμαρτωλό ληστή.
Το κερί μου, από αιώνες σβηστό. Φυσάει ένα αεράκι κι αναρριγούν τ’ άνθη του Επιταφίου, λες και σαλεύει από κάτω τους ο νεκρός. Μία στιγμή μου φάνηκε να περπατά δίπλα μου αναστημένος, με μια φλόγα στο χέρι. Τα ρούχα Του λευκά, όπως κι όλων των άλλων. Το πρόσωπό Του καθησυχαστικό. Μου χαμογέλασε: «Θα σε ξαναδώ στην Ανάστασή σου», μου είπε και προχώρησε βιαστικά μαζί με τους άλλους. Έμεινα ακίνητος να κοιτώ. Τότε κατάλαβα: ήμουν εγώ μέσα στον Τάφο! Και θαμμένη μέσα μου, εσύ…Κι εκατοντάδες Χριστοί μας συνόδευαν. Στον δικό μας Ερωτάφιο. Σ’ αυτήν τη μοναδική Παραφορά του Ερωταφίου. Μία μικρή παρασκευή.


ΠΟΙΗΜΑ Β΄

*
Πήρες βαριανασαίνοντας του Γολγοθά το δρόμο
κι είχες βαρύ ένα Σταυρό στον τρυφερό Σου ώμο.

Μες στις παλάμες τα καρφιά απ’ το σφυρί στραβώσαν
σα να υποκλίθηκαν βαθιά σ’ Αυτόν που τα καρφώσαν.

Τρυπά η λόγχη τα πλευρά και χύνεται το αίμα
και σου φορούν ακάνθινο στεφάνι αντί για στέμμα.

Χολή και ξίδι σου ‘δωσαν –είσ’ όλος ένα τραύμα…
Και ο ληστής σου ζήταγε να κάνεις ένα θαύμα.

*
«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί»…
Θεό δεν έχουνε οι ουρανοί;

«Ας γίνει», είπες , «το θέλημά σου».
Η αγάπη ήταν το έγκλημά σου.

Αίμα δεν έχεις άλλο να χύσουν.
Όλο το δίνεις σ’ αυτούς, να ζήσουν.

*

Η γη τραντάζεται, οι τάφοι ανοίγουν,
νεκροί σηκώνονται και ξανασμίγουν.

Χλομό απ’ το ξύλο Σου Σε κατεβάζουν
κι ευθύς στη θέση Σου εμένα βάζουν.

Η απουσία της είναι, Χριστέ μου,
Σταυρός- κι Ανάσταση δε ζω ποτέ μου!

 

 
 

1

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες

Τετάρτη, Μαρτίου 31st, 2010

Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτι,
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη.
Θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ώς την Τετάρτη,
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη.

Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
Κομψά ντυμένος μ’ ένα στιλ που μαγνητίζει —

θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει.

Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει . . .

Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind, κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής . . .»

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην ταλιμπάν.

Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray,
σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη;
Πάει και τέλειωσε ! Το Σύμπαν καταρρέει . . .

Αυτές τις ώρες ίσως θα ’ταν για καλό μας
κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει.
Ας κάνουμε —από συνήθεια—
το σταυρό μας
και ας μουντζώσουμε —με τρόπο— προς τη Δύση.

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ, 44

 

 Το ποίημα υπάρχει και στο blog του φίλου Στιχάκια, εδώ: http://stixakias.wordpress.com/και στην ανθολογία Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/

 Τι άλλο να πω εγώ; Τα έχει πει όλα ο φίλος μου…Διαμελισμένα κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη, ενώ: στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες…Κανείς μας τίποτα μην πει – να μην μιλήσει… Ας κάνουμε – από συνήθεια – το σταυρό μας…

 

 

4

Και τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη

Δευτέρα, Μαρτίου 29th, 2010

Corpus Hybecubus, Salvador Dali, 1954

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

στον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στην Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιάς ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο, τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα δεις κρυφά στο μέτωπό σου
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

 

MNHMH A΄

και η θάλασσα ουκ έστιν έτι

Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι
ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση
και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί.
ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα δεν υπάρχει,
ό,τι σκοτώνουν την μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη.

Τα δάχτυλά μου παίζανε ξεχαμένα μ’αυτή τη φλογέρα
που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή του είπα καλησπέρα
οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό
ξυπνούν, ξυρίζουνται κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό,
όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος
ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο κόσμο
αυτόν που με βλέπει πέρ’ απ’ τη νύχτα μες απ’ το φως μου
που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές
κι η αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές
καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι
και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει.

Έτσι προχώρησα στο σκοτεινό μονοπάτι
κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι
καιι πάλι ψιθύρισα θα γίνει ανάσταση μιαν αυγή,
πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η μαρμαρυγή,
θα ξαναγίνει πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει.
Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

 

0

Γαμήλιοι όρκοι

Σάββατο, Μαρτίου 27th, 2010

sofnik3

 

Αγάπη μου, ακόμη αλλαξοκαίρι.
Όλο προβέτζο σου ξηγιέται η ζωή:
κάλμα μπουνάτσα, ελάχιστος καιρός.
Στη νηνεμία, αόρατο ένα χέρι
σου δίνει μια και σ’ αναγκάζει σε στροφή
-σαν να σ’ απέλιπεν μυστήριος θεός.

Αγάπη μου, η ώρα τι θα φέρει,
κι ο χρόνος; Άγνωσται αι βουλαί.
Οι δυο μας, μες τον ίλιγγο της ζωής,
στη δίνη ενός κόσμου που υποφέρει.
Σ’ ορκίζομαι στο “πάντα”, στο ”ποτέ”,
δίπλα σου να ‘μαι, μ’ένα τρόπο που κανείς

που δεν υπήρξε σύντροφος, δεν ξέρει…

1/10/2007

 

 Κι όμως, ναι….αληθεύουν οι φήμες…κλείσαμε 7 χρόνια γάμου!

 

 

2

Χαίρε, ω χαίρε Σαρκοζί

Τετάρτη, Μαρτίου 24th, 2010

image001

 
Σε γνωρίζω από την πτώση
του μισθού την τρομερή.
Σε γνωρίζω από τους φόρους
που θα πέσουνε βροχή.
 
Απ’ τις τσέπες μας βγαλμένη
-ποιος πεθαίνει και ποιος ζει -
η λιτότητα διαβαίνει,
χαίρε ω χαίρε, Σαρκοζί !
 
 
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από την Καθημερινή…Δεν αποδίδει άριστα το πνεύμα της εθνικής μας εορτής; Και του χρόνου!
 
 
2

Στάτλερ και Γουόλντορφ

Σάββατο, Μαρτίου 20th, 2010

ΣΤΑΤΛΕΡ ΚΑΙ ΓΟΥΟΛΝΤΟΡΦ

Έχω δυο φίλους που πολύ έχω αγαπήσει.
Όμως αρέσκονται να είν’ στα θεωρεία –
κι αφ’ υψηλού κοιτάζουν κάτω στην πλατεία,
κι οι δυο γκρινιάζοντας, το έργο πριν ν’ αρχίσει.

Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.

Φαρμακερές έχουν ατάκες ξεστομίσει –
αλλά πανέξυπνες, με τόλμη, παρρησία.
Μ’ αλλοίμονο αν ξεφύγει λίγο απ’ την ευθεία
του προβολέα η λάμψη, αν κάπως τους φωτίσει.

Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.

Τα λόγια τους μπερδεύουνε, δεν έχουν συνηθίσει
επί σκηνής να παίζεται δική τους ιστορία –
και μέσα τους εκτρέπεται σε δράμα η κωμωδία,
ίσα να φύγει η προσοχή, να μην ξαναγυρίσει.

Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.

Οι δύο φίλοι μου, συχνά μ’ έχουν μισήσει -
όταν επάνω τους εστιάσω προβολέα
με κυνηγούνε,  να μου ρίξουν την αυλαία
και κριτικάρουν την ανθρώπινή μου φύση.

Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.

Οι φίλοι μου δεν ζουν στη Νέα Υόρκη -
κι όπως το έργο θα τελειώσει και τα πάθη,
γιατί ερχόμαστε; ” κανένας δεν θα μάθει.
Μα της φιλίας ιεροί για μένα οι όρκοι.

Οι δύο γέροι Στάτλερ και Γουόλντορφ του θεωρείου του Μάπετ Σώου έχουν πάρει τα ονόματά τους από δύο παλαιά ξενοδοχεία της Νέας Υόρκης.

1

Κάποιος ξεχνιέται και γελά

Τετάρτη, Μαρτίου 17th, 2010

Τέλειωσε πια η ακολουθία
Γιατί να πάμε μέχρι εκεί;
– Πόσο βαραίνει η Κυριακή
πίσω από μια μουντή κηδεία –

Βήμα νωθρό και κουρασμένο
Πρόσωπα γύρω μας θολά
– κάποιος ξεχνιέται και γελά
κάποιος μιλά για πεπρωμένο –

Αύριο και πάλι στο γραφείο
Χειμώνας Νύχτωσε νωρίς
Προς τι λοιπόν ν’ αργοπορείς
στο σκυθρωπό νεκροταφείο;

Πάνω απ’ το λάκκο μαζεμένοι
Ζηλεύω αυτούς που βλέπουν ματς
μασούν φιστίκια πίνουν σκατς
Τι αργά που η κάσα κατεβαίνει

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Η ΕΚΦΟΡΑ

 

0

Συγγραφείς με λόγια δανεικά

Δευτέρα, Μαρτίου 15th, 2010

 

Συγγραφείς με λόγια δανεικά

* Πηγή: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 14 Μαρ 2010, ένθετο «The New York Times» -Το πρωτότυπο κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ : http://www.nytimes.com/2010/02/28/weekinreview/28kennedy.html

 

«Η Χελένε Χέγκεμαν παραδέχεται ότι έχει αντιγράψει άλλα βιβλία.»

 
Του RANDY KENNEDY
Η εικόνα που εξακολουθεί να έχει σήμερα το ευρύ κοινό για το δημιουργικό συγγραφέα είναι κατά κύριο λόγο αυτή ενός ανθρώπου που προσπαθεί να δαμάσει τη γλώσσα, ίσως ακόμη και να βρει το νόημα της ζωής, από τα βάθη της ψυχής του.
Ίσως γι’ αυτό πρόσφατα τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν στην έφηβη γερμανίδα μυθιστοριογράφο Χελένε Χέγκεμαν που το βιβλίο της «Axoloti Roadkill» είναι υποψήφιο για ένα σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο, η απονομή του οποίου θα γίνει στις 18 Μαρτίου στη Λειψία.
Αφού ένας μπλόγκερ και μυθιστοριογράφος ανακοίνωσε ότι η Χέγκεμαν έχει ενσωματώσει μεγάλα αποσπάσματα από ένα δικό του βιβλίο στο δικό της, η Ι8χρονη, αντί να ακολουθήσει την τακτική της μεταμέλειας και της ανάκλησης που είναι τόσο συνηθισμένη τα τελευταία χρόνια, δήλωσε ότι εξαρχής η πρόθεση της ήταν να οικειοποιηθεί αποσπάσματα απ’ αυτό το βιβλίο και από άλλες πηγές.
Η Χέγκεμαν, παιδί μιας γενιάς που βομβαρδίζεται από τα ΜΜΕ, παρουσίασε τον εαυτό της ως μια συγγραφέα που έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να μιξάρει, να χρησιμοποιεί οτιδήποτε βρίσκεται στη διάθεση της που πιστεύει ότι εξυπηρετεί το σκοπό της, στο όνομα μιας αντίληψης κοινόχρηστης δημιουργικότητας, που δεν συμμερίζονται σε καμία περίπτωση αυτοί απ’ τους οποίους δανείστηκε, και πρόσθεσε ένα απόφθεγμα που θα μπορούσε να έχει κλέψει απ’ τον Σαρτρ (στην πραγματικότητα, δεν το είχε κάνει): «Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει πρωτοτυπία, υπάρχει μόνο αυθεντικότητα».
Αυτή η είδηση προκάλεσε αναστάτωση στις ΗΠΑ λίγο πριν από την κυκλοφορία ενός πολυαναμενόμενου βιβλίου του Ντέιβιντ Σιλντς, του «Reality Hunger», ενός νευρώδους λογοτεχνικού «μανιφέστου» που αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από αποσπάσματα από έργα άλλων συγγραφέων και στοχαστών. Ο Σιλντς επιστράτευσε τα δανεικά λόγια για να κατακεραυνώσει αυτό που ο ίδιος θεωρεί πληκτική μυθιστοριογραφία και να προωθήσει λογοτεχνικές μορφές συγκερασμού διαφορετικών ειδών.
Ο Σιλντς ισχυρίζεται ότι ο κατάφωρος καλλιτεχνικός δανεισμός υπήρξε θεμέλιος λίθος του πολιτισμού πολύ προτού ο Τερέντιος εκφράσει το δεύτερο αιώνα π.χ. το παράπονο του ότι «δεν υπάρχει τίποτα να πεις που δεν έχει ήδη ειπωθεί» και συνεχίζει τονίζοντας ότι η οικειοποίηση έχει δώσει νέα πνοή στη μουσική, τη ζωγραφική και το θέατρο.
Ωστόσο, η παράδοση της οικειοποίησης υπήρξε περιορισμένη, και μάλιστα τώρα αντιμετωπίζεται με ακόμη μεγαλύτερη καχυποψία. Ο Σιλντς, ο οποίος παραμένει στο στρατόπεδο εκείνων που την αντιλαμβάνονται ως ένα είδος συνεργασίας, διαμαρτύρεται λέγοντας ότι η εκφραστική συγγραφή έχει μείνει πίσω εν σχέσει με τις άλλες μορφές τέχνης όσον αφορά τη χρήση της οικειοποίησης ως εργαλείο.
Το βιβλίο του Σιλντς είναι βασισμένο σε μια ευρεία γκάμα στοχαστών παράγοντας ένα κράμα που κάποιες φορές δημιουργεί μια αίσθηση αλλόκοτης συνέπειας. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι σ’ έναν κόσμο όπου ο θάνατος του μυθιστορήματος ανακοινώνεται με μεγάλη συχνότητα εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, μια τέτοια προσέγγιση είναι ο μοναδικός τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή η λογοτεχνία. Ο Σιλντς συνεχίζει, λέγοντας ότι ακόμη κι εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που φαίνονται πρωτότυπα, έχουν δανειστεί στοιχεία από τα έργα προηγούμενων αιώνων, επομένως γιατί να μην είμαστε πιο ειλικρινείς και να μην προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι πιο ενδιαφέρον;
«Τόσο μεγάλο μέρος της ενέργειας των σπουδαίων έργων, την αίσθηση της ηχούς σε κάθε γραμμή μού δίνει, μην ξέροντας από πού προήλθε» ,-σημειώνει, παραθέτοντας ένα τσιτάτο του Γκράχαμ Γκριν που έχει χρησιμοποιήσει μαζί με άλλα στην αρχή του βιβλίου του. «Όταν δεν είμαστε σίγουροι, είμαστε ζωντανοί»

Σε αυτό το άρθρο έχω ήδη τοποθετηθεί προ διετίας με το παρακάτω ποίημα, φυσικά ο κάθε αναγνώστης-τρια του μπλογκ δεν είναι απαραίτητο (και ούτε περιμένω) να συμφωνήσει μαζί μου…   Είναι γνωστό εξάλλου ότι παραμένω «παλιομοδίτισσα» και δεν αφομοιώνω εύκολα τις νέες «τάσεις» των καιρών.

ΑΚΑΣΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ

Κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι στον αιθέρα
αρχεία που τα λεν “Ακασικά”.
Εκεί είναι γραμμένη όλη η γνώση
που αποκτήθηκε ποτέ –κι από το χρόνο πέρα.
Κι ειν’ όλα τα βιβλία: τα τωρινά
κι όσα χαθήκαν, δίχως να τα σώσει

κανείς, στης Αλεξάνδρειας τη μεγάλη
ή σ’ άλλες πυρκαγιές, που ‘χαν ανάψει
κάποιοι, για να εξοντώσουν τα βιβλία.
Μα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι άλλοι
περ’ απ’ τα τωρινά κι όσα έχουν γράψει,
είν’ τα μελλούμενα στ’ Ακασικά αρχεία.

Πολλάκις το ‘χω νιώσει: οι εγκέφαλοί μας
είναι φορές που με το Σύμπαν θα ενωθούν
- ρέει ανεμπόδιστα η όποια πληροφορία.
Είναι σαν Δίκτυο, που μιλάμε μεταξύ μας
δίχως εκείνα που συνήθως διασπούν
όπως η γλώσσα, οι παραδόσεις, η ιστορία.

Κι αν είν’ το διάμεσο μονάχα οι συγγραφείς,
η οθόνη προβολής για όλα τ’ αρχεία,
άκυρη βρίσκω τότε τη λογοκλοπή,
σαν έννοια, αφού όλοι πλέον αντιγραφείς
είμαστε και η έμπνευση είναι Θεία.
Μου φαίνεται ωστόσο περιττή

σπατάλη: στο μελάνι, στο χαρτί,
στο χρόνο μας και στην υπομονή.

 

 

0

Κι είν’ όλα προτιμότερα, όλα, από τους ανθρώπους

Κυριακή, Μαρτίου 14th, 2010

ΕΙΝ’ ΟΛΑ ΠΡΟΤΙΜΟΤΕΡΑ

Να περπατούσα ώρες ατέλειωτες, να πέφτει χιόνι,
δεχόμενη χτυπήματα μονάχα απ’ το βοριά.
Κι η παγωμένη η έκταση ποτέ να μην τελειώνει
και να ‘χουν όλα γύρω μου κατάλευκη θωριά.

Να τριγυρνούσα ολόγυμνη στην έρημο, στην άμμο,
για καραβάνια ψάχνοντας κι οάσεις μυστικές.
Συχνά οι ανεμοθύελλες να με πετούσαν χάμω,
να σβήνανε τα ίχνη μου σ’ όλες τις διαδρομές.

Να κολυμπούσα ανάμεσα σε κύματ’ αγριεμένα
και κάποτε να ζύγωνα σε μια έρημη ακτή.
Δίχως κανένα εφόδιο, να ‘ψαχνα απελπισμένα
για να ‘βρω μόνο ζεστασιά και στέγη και τροφή.

Κι είν’ όλα προτιμότερα, όλα, από τους ανθρώπους
που πάντα με πληγώνουνε, με τρόπο θαυμαστό.
Κι όλο ν’ αντιπαρέρχομαι, να καταβάλλω κόπους
πως δεν λυπάμαι, δήθεν πάλι να προσποιηθώ.

(1991)

\

0

Του αδερφού μου

Πέμπτη, Μαρτίου 11th, 2010

2060_46541613167_570038167_1257634_8115_n

 Στη φωτογραφία, εγώ, παράξενο παιδάκι, περίπου 5 ετών στο νηπιαγωγείο με την ροζ ποδιά (τέλη του 1977 ή αρχές 1978) και ο αδερφός μου περίπου 2,5 ετών, που του κρατώ το χέρι…

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω·
τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Και δεν ποθώ πια τίποτε αδελφέ μου·
τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν
και τα ‘δωκα, ροδόφυλλα του ανέμου.

 
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις
τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν
να ‘ρθεις από ’κει πέρα, να περάσεις
τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος
ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σου ‘ναι αγαπημένος;

Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σου ‘λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα,
διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους,
μη ξέροντας ποιοι τόποι μ’ εκρατήσαν,
μη ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους.
 
Κι ως είσαι λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,

και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
 
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου ‘λεγα, μα εσβήσαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε..
 
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ
 
2