Archive for Ιανουαρίου, 2010

Στην εσοχή του χειμώνα

Σάββατο, Ιανουαρίου 30th, 2010

         

                 ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ           

          Μου λείπει η στατικότητα του αέρα
          και η μεταφορά απ’ τις μυρωδιές,
          της άνοιξης, μα να ‘ρθει και ‘δω πέρα,
          πρώτα χειμώνας, μ’ άλλες ευωδιές.

          Ρούχα ζεστά, τζάκι αναμμένο, δώρα…
          Φθινόπωρο – μια δύσκολη εποχή,
          στο τρέξιμο κι αγώνα όλη την ώρα,
          ψάχνοντας του χειμώνα μια εσοχή.

          Να σταματήσουμε και ν’ αφεθούμε,
          στης ιστορίας τον αέναο ρου.
          Τη θαλπωρή για λίγο να γευτούμε,
          προτού εισβάλλει η άνοιξη στο νου.

(1991)

0
Posted in Δικά μου |

Παραμύθια πιάνει πάλι η γιαγιά

Πέμπτη, Ιανουαρίου 28th, 2010

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Στη χλωμή τη λίμνη, στα ήρεμα νερά
βγαίνει το φεγγάρι και φεγγοβολά.
Στο μικρό σπιτάκι τρίζει η φωτιά,
παραμύθια πιάνει πάλι η γιαγιά.

Και βαθιά στη νύχτα, βγαίνουν ξωτικά,
στη χλωμή τη λίμνη, στα ρηχά νερά.
Πέταξαν νεράιδες, μες τη σιγαλιά
κι όλο νέους θρύλους λέει η γιαγιά.

Στη χλωμή τη λίμνη, στα ήσυχα νερά
κι ενώ το φεγγάρι βλέπει από ψηλά,
βγήκαν οι νεράιδες, μέσα στη νυχτιά
κι όλο κάτι νέο βρίσκει η γιαγιά.

Ο πικρός αγέρας όλο και φυσά
κι ο γλυκός ο ύπνος πήρε τη γιαγιά.
Μα βαθιά στη νύχτα δρουν τα ξωτικά,
μες τη φαντασία, όλα μαγικά.

(1986)

0
Posted in Δικά μου |

Στο Φάληρο

Κυριακή, Ιανουαρίου 24th, 2010

Είμαι Φαληριώτισσα, γέννημα-θρέμμα, αν και μονίμως μετακομίζω και μένω πάντα αλλού.

Ο προπάππος μου είχε ήδη εγκατασταθεί στο Παλαιό Φάληρο με την οικογένειά του από το 1915 περίπου, όταν ο πληθυσμός του Παλαιού Φαλήρου δεν ξεπερνούσε τους …3.000 κατοίκους. Δεν ήταν παρά ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι, όπου πήγαιναν βόλτες τα ερωτευμένα ζευγαράκια της εποχής. Τα περίφημα λουτρά (τα μπεν μιξ) ήταν λίγο πιο πέρα, στο Νέο Φάληρο. Μου αρέσει να φαντάζομαι το προπολεμικό Φάληρο, όπως και το ερημικό προπολεμικό Καλαμάκι, στο οποίο κατέφυγε ο Σικελιανός το 1930 για να…εμπνευστεί στην εξοχή και να γράψει.

Πόσα ποιήματα και τραγούδια δεν γράφτηκαν τότε για το Φαληράκι…Αλλά τότε ήταν όντως ειδυλλιακός τόπος, ενώ σήμερα δεν είναι παρά ένα ακόμη προάστιο της Αθήνας, ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένο μάλιστα, με οκταώροφα και εννιαώροφα κτίρια. Αλλά, ας θυμηθούμε κάποια από τα παλιά τραγούδια:

Πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι
αυτή τη νύχτα τη μαγική
για να σου κάνω με το φεγγαράκι
εξομολόγηση ερωτική

Τι ταιριασμένο πουν’ ζευγαράκι
θα λέει το κύμα στην αμμουδιά
κι όταν σου δίνω κανένα φιλάκι
θα’ ναι σαν όνειρο η βραδυά
πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι
μη μου χαλάσεις την καρδιά
 

(Στίχοι Κ. Κοφινιώτης, Μουσική Μ. Σουγιούλ)

Μετά, τη Φαληριώτισσα ασφαλώς:

Σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι
στη παληά μας γειτονιά
να σου παίξω μπουζουκάκι
μ’ όμορφη διπλοπενιά
να σου παίξω μπουζουκάκι
μ’ όμορφη διπλοπενιά
σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι
στη παληά μας γειτονιά

Θα ‘ρθω για να σε ξυπνήσω
Φαληριώτισσα γλυκειά
με μπουζούκι με κιθάρα
και με φίνο μπαγλαμά
με μπουζούκι με κιθάρα
και με φίνο μπαγλαμά
θα ‘ρθω για να σε ξυπνήσω
Φαληριώτισσα γλυκειά

 (Στίχοι – Μουσική Γιάννης Παπαιωάννου)

Και φυσικά τον περίφημο Τραμπαρίφα (απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα)

Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα
βάλε τη διπλή ταρίφα.
Φουλαριστός τράβα ντουγρού
στη λεωφόρο του Συγγρού.
Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα
κι εγώ ποτέ χατήρι δεν του χάλασα.

Απόψε που υπάρχουνε τα τάληρα
ρε μάγκες θα οργώσουμε τα Φάληρα.

(Στίχοι Α. Σακελλάριος, Μουσική Μ. Σουγιούλ)

 Υπάρχει και ένα ποίημα (σονέτο) της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη για το Φάληρο, που το αγαπώ πάρα πολύ και είναι το παρακάτω:

Η πλήξη ψες μάς είχε ξαναφέρει
στο Φάληρο, σε κάποιαν αμμουδιά,
ερωτικό μας άλλοτε λημέρι.
Πιο πέρα, μες στην έρημη βραδιά,

πιασμένα τρυφερά, χέρι με χέρι,
δυο ερωτεμένα εκάθονταν παιδιά.
Μα εμάς του κάκου ζήταγε η καρδιά
παλιές χαρές στη θύμηση να φέρει.

Κι ως άρχιξε η ψυχρούλα να πληθαίνει.
«Τι θέμε» μου ‘πες «δω, τέτοιον καιρό;»
Κι εφύγαμε κι οι δυο μετανωμένοι.

Έκανε, αλήθεια, κρύο τσουχτερό
στ’ ακροθαλάσσι τη βραδιά εκείνη.
Μα το ζευγάρι τ’ άλλο είχε απομείνει.

Τέλος, ας καταθέσω κι εγώ την εκδοχή μου για το Παλιό Φάληρο, με ένα ποίημα χαρισμένο στον Νίκο Σαραντάκο και τον πατέρα του Δημήτρη, όπως θα το ήθελε ο παππούς Νίκος (Αχθος Αρούρης – για τον ποιητή Αχθο Αρούρη διαβάστε εδώ: http://www.sarantakos.com/axtos.html

 

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ

          Θεοί της θάλασσας, που γίνατε όλοι δρόμοι, 
          στο Φαληράκι μου, που αγάπησα μικρούλα, 
          με ταξιδεύετε – του ονείρου τροχονόμοι -  
          στης φαντασίας μου τα κλεισμένα τα μπαούλα.

          Θεοί της θάλασσας: ο Πόντος κι ο Πρωτέας, 
          οι Νηρηίδες, η Αμφιτρίτη, ο Ποσειδών. 
          Μακριά, σαν όνειρο, ξεπρόβαλλε ο Νηρέας 
          τα καλοκαίρια, πέρ’ απ’ την οδό Μουσών.

          Μες τη Σειρήνων στέκει το παλιό μου σπίτι.
          Οι Τρίτωνες στον όρμο, πάλι κολυμπούν. 
          Πιο κάτω, αναδύεται ξανά η Αφροδίτη 
          κι οι Αλκυόνες μες τον ήλιο όλο γεννούν.

          Η Ναϊάδων, πάλι βγάζει στο σχολείο, 
          και στην Εσπέρου, ταξιδεύω σ’ Εσπερίες.
          Tο Φαληράκι μου θαρρώ πως είναι πλοίο - 
          που δέσαν μόλις στη στεριά οι συγκυρίες.

  (1998)

7

Η ποίηση των χρωμάτων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20th, 2010


Η αγάπη των ποιητών προς τις εικαστικές τέχνες (αλλά και το αντίστροφο) είναι συχνή. Μερικοί μάλιστα μεγάλοι ποιητές μας υπήρξαν και σπουδαίοι ζωγράφοι, με κυριότερο τον Νίκο Εγγονόπουλο. Ο Οδυσσέας Ελύτης έφτιαχνε κολλάζ. Ο Γιώργος Σεφέρης σκιτσάριζε και ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επίσης έχει αναγνωριστεί και ως πολύ καλός φωτογράφος. Ο Νίκος Καββαδίας αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική και στα ταξίδια του ανά τον κόσμο δεν παρέλειπε να επισκεφτεί μουσεία και εκθέσεις.

Αλλά ας δώσουμε το βήμα στους ίδιους τους ποιητές, ώστε να δούμε πως υποδέχονταν με τους στίχους τους τα έργα των μεγάλων ζωγράφων.

Ξεκινάμε με έναν ποιητή του οποίου το ποιητικό έργο είναι σήμερα μάλλον λησμονημένο, αλλά το όνομά του μας είναι γνωστό με την ιδιότητα του κριτικού της ποίησης, τον Ανδρέα Καραντώνη. Στη συλλογή «Δεκατετράστιχα» (εκδόσεις Καστανιώτη 1992) ο Καραντώνης γράφει:

Πρωινά στα πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία
κι είναι σα να ‘χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!

Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ‘ναι ο τόπος.
Από τον Νίκο Καββαδία δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις: πλήθος οι αναφορές στους ζωγράφους στα ποιήματά του. Ας δούμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

(Θεσσαλονίκη)

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
- Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

(Μαρέα)

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat

(Καραντί)

Παντιέρα κίτρινη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

(Federico Garcia Lorca)

Του ταύρου ο Πίκασο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Ας δούμε όμως και τις αναφορές στους στίχους του  Διονύση Καψάλη (Μέρες αργίας, εκδόσεις Άγρα):

Άχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.

Να ‘ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.

και του Γιώργου Κοροπούλη (Ελλειπτική, εκδόσεις Ύψιλον 1998)

Θα ήταν Κυριακή ή κάποια αργία
και κράταγε Εκείνος το μωρό
(Duchamp, Μ’ ένα μουστάκι η Παναγία)
και μάζεψε Εκείνη το καρώ


πουκάμισο σαν άμφιο να το πλύνει
και είδε μες την τσέπη επιστολή
(Miro, κοιτά σκυλάκι τη σελήνη):
«Μου λείπεις κάθε μέρα πιο πολύ…»

Αλλά εκτός από τους ζωγράφους που κατονομάζονται, οι ανώνυμοι ζωγράφοι έχουν επίσης την τιμητική τους στους στίχους των ποιητών μας, όπως του Νάσου Βαγενά (Σκοτεινές Μπαλάντες, εκδόσεις Κέδρος)

Ήσουν πορτραίτο από χέρι Φλαμανδού
ζωγράφου, με φόντο συντριβάνια
στα κράσπεδα μιας Ιεράς Οδού
(εδώ ταιριάζει η λέξη ουράνια
και εικόνες ερωδιών που κελαηδούν).

και του Δημήτρη Ε. Σολδάτου (εφημερίδα τα Νέα της Λευκάδας, ποίημα της εβδομάδας: Πορτραίτο)

Ένα πορτραίτο μου παλιό βρήκα στην αποθήκη.
Με κοίταξε με λύπηση, το κοίταξα με φρίκη
καθώς τα χρόνια σκέφτηκα πως πέρασαν. Ω, Θεέ μου,
νομίζω είκοσι χρονών δεν ήμουνα ποτέ μου.

Ολοκληρώνουμε το σημερινό μας ταξίδι πάνω σ’ ένα ξένο στίχο, που μελετάει τη σχέση ποιητών και ζωγράφων, με την αξεπέραστη ειρωνική ματιά του Νίκου Γκάτσου, στο τραγούδι:

Το παιδί με τα κόμικς

Δεν είδα τον Νταλί
δεν ξέρω τον Πικάσσο
συγχίστηκα πολύ
και μου ‘ρχεται να σκάσω.

Δεν είδα τον Μανέ
δε σπούδασα τον Γκόγια
με λένε κουνενέ
κι από τα δυο μου σόγια
.

———————–

Είμ’ ένα παιδί κουτό κι αμόρφωτο
όλοι με φωνάζουν αδιόρθωτο
μα ‘χω για κανόνα μου απαράβατο
κόμικς να διαβάζω κάθε Σάββατο.

Εσύ αναγνώστη μου, βγαίνεις μεθυσμένος από τα μουσεία ή προτιμάς να διαβάζεις κόμικς κάθε Σάββατο; Γιατί εγώ –κι ας μείνει αυτό μεταξύ μας- τα εφαρμόζω και τα δύο, διαδοχικά ή ταυτόχρονα. Αλλά, ακόμα περισσότερο, αγαπώ να ταξιδεύω στις εικόνες μέσα από το δρόμο των λέξεων.

Βλέπε και το κείμενο: Προμετωπίδα (μνήμη Γιάννη Μόραλη) εδώ:

http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/301

0

Ποιόν καταδίωκε το πνεύμα;

Τετάρτη, Ιανουαρίου 13th, 2010

Η σχέση της Μαρίας Πολυδούρη με τον Κώστα Καρυωτάκη είναι γνωστή σε όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία – και όχι μόνον, καθώς πέρσι γυρίστηκε μέχρι και τηλεοπτική σειρά που αναφέρεται στη ζωή του Καρυωτάκη και στη σχέση του με την Πολυδούρη, μεταξύ άλλων.

Πρόκειται όμως για μια σχέση που πιθανότατα έχει υπερεκτιμηθεί στη συνείδηση των μεταγενέστερων, ίσως και λόγω της πρώιμης αυτοκτονίας του ποιητή. Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα, φαίνεται πως το ειδύλλιό τους κράτησε λίγους μόνο μήνες, από κοντά τουλάχιστον (γιατί η αλληλογραφία τους συνεχίστηκε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του Καρυωτάκη, καθώς έγραφε γράμματα και από την Πρέβεζα στην Πολυδούρη).  Φαίνεται μάλιστα ότι αυτό το ειδύλλιο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ σωματικά, καθώς τους πρόλαβε η ασθένεια του Καρυωτάκη από τη σύφιλη.

Από το ημερολόγιο της Μαρίας Πολυδούρη δεν προκύπτει κάποια αναφορά στη σωματική ολοκλήρωση του ειδυλλίου με τον Καρυωτάκη, ενώ αντιθέτως γίνεται αναφορά σε αρκετούς άλλους άνδρες που την είχαν συγκινήσει ερωτικά, κάτι που το αντιλαμβανόμαστε και από την ποίησή της.

Εξάλλου η ποιήτρια ήταν τότε πολύ νέα (πέθανε μόλις στα 28 της χρόνια) και, μέσα στην ατυχία της να χάσει και τους δύο γονείς της σε πολύ νεαρή ηλικία, είχε συνάμα την τύχη να είναι νέα φοιτήτρια και εργαζόμενη στην Αθήνα του Μεσοπολέμου (δεκαετία του 1920) και άρα να είναι ανεξάρτητη και χωρίς τον έλεγχο που είχαν οι συνομήλικές της από τους γονείς τους.

Αυτή η ανεξαρτησία, συναισθηματική και οικονομική, μαζί με τη δυνατότητά της να γνωρίζει γλώσσες (Γαλλικά) και να σπουδάζει στη Νομική σχολή και να μείνει για ένα διάστημα και στο Παρίσι, την οδήγησαν ασφαλώς σε μια πρώιμη χειραφέτηση, που δεν συνέβαινε εύκολα σε γυναίκες που ζούσαν στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Έτσι, η Μαρία Πολυδούρη ήταν ελεύθερη όχι μόνο να συνάψει ερωτικές σχέσεις με άνδρες, αλλά και να γράψει ποιήματα γι’ αυτούς, ποιήματα με ξεκάθαρες ερωτικές αναφορές, που δύσκολα θα συναντήσουμε σε άλλες ποιήτριες της ίδιας εποχής.

Ένα από τα πιο γνωστά της ποιήματα είναι το Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε, για το οποίο οι περισσότεροι φιλόλογοι και μελετητές της λογοτεχνίας συμφωνούν ότι γράφτηκε για τον Κώστα Καρυωτάκη. Είναι όμως έτσι; Το ποίημα ξεκινάει ως εξής:

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσό μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δεν μάς την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Όλα καλά ως εδώ; Φαίνεται πολύ πιθανόν να περιγράφεται ο Καρυωτάκης στους παραπάνω στίχους. Όμως, υπάρχει μια φράση που εμφανώς δεν ταιριάζει: Βίαιος στον έρωτά του, λέει η Πολυδούρη, ενώ οι βιογράφοι της συμφωνούν πως δεν συνευρέθηκε ερωτικά με τον Καρυωτάκη, λόγω της σύφιλης. Ίσως κάποιοι να αντιλέξουν, λέγοντας πως σίγουρα κάποια ερωτικά χάδια και φιλιά είχαν ανταλλάξει οι δύο ποιητές (κάτι που προκύπτει και από το ποίημα:


Είμαι τρελλή να σ’ αγαπώ,
αφού πια έχεις πεθάνει,
να λυώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νοιώθω τώρα πως αυτό
που μού δωσες, δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

το οποίο λογικά γράφτηκε για τον Καρυωτάκη μετά την αυτοκτονία του).

Όμως, τα παθιασμένα έστω φιλιά κατ’ εμέ δεν δικαιολογούν τη φράση: Βίαιος στον έρωτά του. Ας δούμε πως συνεχίζει και τελειώνει το ποίημα για τον νέο που αυτοκτόνησε:

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη
.

Τον βρήκαμε νεκρό, λέει, μ’ ένα σημάδι στον κρόταφο, όμως είναι γνωστό σήμερα ότι ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά. Άρα; Ο αντίλογος εδώ θα μπορούσε να είναι ότι δεν είχε πληροφορηθεί καλά τα νέα η Πολυδούρη, να της μετέφεραν λανθασμένα ότι η σφαίρα έπληξε τον κρόταφο και όχι την καρδιά του Καρυωτάκη. Και πάλι όμως, κάτι δεν ταιριάζει. Τον βρήκαμε, λέει, τον είδαμε και ήταν μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη. Όμως, η Πολυδούρη το 1928 ήταν στην Αθήνα, άρρωστη ήδη από το 1926, πιθανότατα ήταν ήδη στη Σωτηρία και πάντως σίγουρα δεν ήταν στην Πρέβεζα για να δει τις τελευταίες στιγμές του ποιητή.

Φυσικά, οι ποιητές με τη φαντασία τους συμπληρώνουν κι επεκτείνουν την πραγματικότητα, ενίοτε δε γράφουν και για πράγματα εντελώς φανταστικά. Ωστόσο, μου φαίνεται απίθανο – αν το ήξερε η Πολυδούρη – να μην είχε τονίσει ότι η σφαίρα πέρασε από την καρδιά του ποιητή, από την πλέον σημασιολογικά φορτισμένη θέση του σώματός του, δηλαδή.

Το ποίημα αυτό εντάσσεται στη συλλογή Ηχώ στο Χάος, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1929. Χρονικά ταιριάζει, καθώς εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατο του ποιητή. Ήταν όμως τότε τόσο εύκολο να τυπωθεί κάτι μέσα στους λίγους μήνες που μεσολάβησαν από την αυτοκτονία του Καρυωτάκη; Τα τυπογραφεία της εποχής ασφαλώς και δεν λειτουργούσαν με τις σημερινές ταχύτητες, ούτε ήταν εύκολο για την άρρωστη ποιήτρια να ελέγχει την πρόοδο της εκτύπωσης.

Το βέβαιο είναι ότι η Μαρία Πολυδούρη συνδέθηκε με πολλούς άντρες της εποχής της, είτε με ολοκληρωμένες σχέσεις είτε σε πλατωνικό-ποιητικό επίπεδο. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι αρραβωνιάστηκε μία φορά, όπως και ότι γνωρίστηκε με τον ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλο, στη μνήμη του οποίου αφιέρωσε ένα υπέροχο ποίημα στο οποίο λέει:

Μα τώρα σιώπησε η καρδιά του
Και μόνον ο έρωτάς του μένει
και περπατεί.

Επίσης, κάποιο είδος δεσμού υπήρξε με τον ποιητή Γιάννη Χονδρογιάννη, όταν πια ήταν στη Σωτηρία, και σύμφωνα με την Έλλη Αλεξίου αυτός υπήρξε ο τελευταίος και ο πιο θερμός ερωτικός δεσμός που έδωσε χαρά και συγκίνηση στη Μ.Π. (όπως μας πληροφορεί στον πρόλογο του βιβλίου: Μαρία Πολυδούρη, Ποιήματα, 1981. )

Φυσικά, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σε πόσες και ποιες περιπτώσεις οι έρωτες αυτοί παρέμειναν πλατωνικοί-φαντασιακοί και πότε ολοκληρώθηκαν και σωματικά. Κι ούτε έχει σημασία μια τέτοια γνώση, παρά μόνο για βιογραφικούς λόγους.

Η δική μου αίσθηση (και κοινή ομολογία και άλλων, επίσης)  είναι πως η Πολυδούρη υπήρξε μια γυναίκα εξαιρετικά ελεύθερη για τα ήθη της χώρας της και της εποχής της. Είναι βέβαιο πως ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη και τον πένθησε πολύ αργότερα, μα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλα τα μεταγενέστερα τραγούδια της ήταν “μόνο για κείνον” όπως προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμα να μας πείσουν οι μελετητές.

Σήμερα, μια νέα γυναίκα που ερωτεύεται πολλούς άντρες και έχει σχέσεις μαζί τους είναι περισσότερο αποδεκτή (αν και πάλι, ασφαλώς όχι τόσο αποδεκτή όσο ένας νέος άντρας που πράττει το αντίστοιχο) από τα κοινωνικά ήθη της χώρας μας. Όμως, το 1930 που πέθανε η Πολυδούρη, η συμπεριφορά της αναμφίβολα προκαλούσε. Ετσι, το πιθανότερο είναι ότι οι μετέπειτα μελετητές και βιογράφοι της εστίασαν και, τρόπον τινά, καθαγίασαν έναν πιθανότατα ανολοκλήρωτο σωματικά ερωτά της με τον Καρυωτάκη, ακριβώς για να εντάξουν μεταθανάτια και την ίδια την Πολυδούρη στα ήθη της εποχής. Μια μεταθανάτια συμμόρφωση με τα χρηστά ήθη, μια απόκρυψη του γεγονότος ότι μια νέα γυναίκα προσπάθησε – όσο της επέτρεψε η φυματίωση και οι συνθήκες της εποχής – να χαρεί τη ζωή και τον έρωτα, να υπερβεί τα φυλετικά και κοινωνικά όρια της εποχής, να ανταλλάξει ποιήματα με τους γνωστότερους ποιητές της γενιάς της, να τους γνωρίσει και από κοντά, ακόμα και έγκλειστη στη Σωτηρία, και να υμνήσει ακόμα και τον ανώνυμο ολόδροσο βαρκάρη ενός παράλιου χωριού, που την πήγε βαρκάδα και έκτοτε δεν μπορούσε να τον ξεχάσει, όπως έγραψε και στο ποίημα:

Τι νάχης γίνει ολόδροσε βαρκάρη
του παράλιου χωριού, που με είχαν φέρει
ένα πένθος βαρύ να διασκεδάσω;
Τι νάχης γίνει ωραίο παληκάρι
με τα στριφτά ξανθά σου δαχτυλίδια,
πως έχει γίνει να μη σε ξεχάσω;

Μια γυναίκα λοιπόν που τολμά να γράφει κάτι τέτοιο και να το εκδίδει το 1929, (Ηχώ στο χάος), πιθανότατα αναφερόμενη στο βαρύ πένθος για τον Καρυωτάκη, είναι εξίσου πιθανό, κατά την άποψή μου να θρηνεί όχι τον Καρυωτάκη στο άλλο της ποίημα, αλλά κάποιον άλλο, ανώνυμο σήμερα, νέο που αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά και που ήταν –αποδεδειγμένα- βίαιος στον έρωτά του. Εξάλλου, το ποίημα που όντως αφιέρωσε στον Καρυωτάκη, με τίτλο: Του Καρυωτάκη, είναι ένα αρκετά αποστασιοποιημένο συναισθηματικά ποίημα – απάντηση στο δικό του: Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ.

Του Καρυωτάκη

«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ’ ηύραν εσύ να λείπης.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

Οπωσδήποτε, η απάντηση στο ποιος ήταν ο νέος που αυτοκτόνησε και βρέθηκε νεκρός με ένα σημάδι στον κρόταφο είναι κρυμμένη στον τάφο της Μαρίας Πολυδούρη και στα έγκατα της λογοτεχνίας μας συνάμα, και δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε με βεβαιότητα.

Αλλά το σημερινό μας λογοτεχνικό ταξίδι ας απελευθερώσει τη μνήμη της ποιήτριας από τη συμμόρφωση με τα χρηστά ήθη του Μεσοπολέμου και ας τη φέρει  κοντά μας, στον 21ο αιώνα, με τον τρόπο που μόνο η ποίηση γνωρίζει.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 8 του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο, Ιανουάριος 2010

Βλέπε και ποίημα: Καρυωτάκης – Πολυδούρη 2009, εδώ:

http://sofiakolotourou.gr/poems/6/44

 

 

0
Posted in Αρθρα |

Κλάψε ανθρωπάκο, θα γελάς στον ουρανό

Δευτέρα, Ιανουαρίου 11th, 2010

Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ
 

Γεννήθηκε και ζούσε σ’ έναν τόπο
όχι και τόσο –αλήθεια- μακρινό.
Κι αν πάλευε, δεν ήξερε τον τρόπο,
μα πήγαινε, κρατώντας το σταυρό

στο χέρι, κι όλο ‘λεγαν οι αγγέλοι:
“Κλάψε ανθρωπάκο, θα γελάς στον ουρανό”

Πρώτη φορά, μικρός στη γειτονιά του
να μην τον παίζουν, μόνος! Τι πικρό…
Να μην ταιριάζει ή μοιάζει στη γενιά του
-άπειρες ώρες, σ’ ένα βίο μοναχικό-

να τραγουδά η ουράνια κυψέλη:
“Κλάψε ανθρωπάκι, θα χαρείς στον ουρανό”

Δεύτερη πράξη: όσο μεγαλώνει
γύρω του υπάρχει κάτι διαφορετικό:
Μια αναπηρία, μι’ αρρώστια τον κυκλώνει
ή ξένος είναι και δεν έχει θέση εδώ.

Στη Γη είν’ ένα ανθρώπινο κουρέλι:
 πρέπει να κλάψει για να βρει τον ουρανό.

Η τρίτη πράξη: μες την κοινωνία,
στο τμήμα της το παραγωγικό,
του λένε να ενταχθεί, στην εργασία-
κι ας είν’ αδύναμος στο σώμα, στο μυαλό,

γιατί αλλιώς, κανένας δεν τον θέλει
- πριν κλάψει, ας ρωτάει τον ουρανό
.

Τέταρτο δράμα, όταν πρέπει ο ανθρωπάκος
- σαν βρίσκει μια δουλειά, με το στανιό -
τα ένσημα και τα χαρτιά του όλα κάπως
να φτιάξει, δίχως συνδικαλισμό.

Ρεπό και μπόνους του μετρούν με το τσιγκέλι-
κι αν κλάψει, θα τα βρει στον ουρανό.

 
Το πέμπτο δράμα είν’ η ίδια η ζωή του,
που κύκλους κάνει, κι όλο τρύπες στο νερό.
Βασανισμένος ο ανθρωπάκος: η ύπαρξή του
έχει τσακίσει, κι έτσι μοιάζει, από καιρό

σαν να τον σφίγγουν μ’ ένα αόρατο κρικέλλι,
να κλάψει τώρα, πριν βρεθεί  στον ουρανό.

Σήκω ανθρωπάκο, αγωνίσου, πάρε θέση.
Κοίταξε γύρω: να, κι εγώ που σου μιλώ
είμ’ ανθρωπάκος σαν κι εσένα, έχω απωλέσει
στήριξη απ’ τον κοινωνικό μου τον ιστό.

Και μην νομίζεις πως κι εμένα δεν με μέλλει:
κλαίω από τώρα – δεν θα βρω τον ουρανό.

 

 

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ

Την ώρα που φλεγόντουσαν οι βάτοι
τους είδα, στη φρικτή φωτογραφία:
το πρόσωπο, μια μάσκα ήτανε πόνου.
Εγκαύματα στα χέρια και στην πλάτη,
παράπονο στο βλέμμα κι απορία.
Με κοίταγε, απ’ τα πέρατα του χρόνου

το πετρωμένο προσωπείο του εργάτη.

Την ώρα που κατέρρευσαν οι Πύργοι
τους είδα καθαρά στην τηλεόραση:
το πρόσωπο καλύπτονταν με στάχτες.
Εγκαύματα γεμάτοι ανθρώποι μύριοι -
παράπονο στη σκέψη, σαν ενόραση.
Με κοίταγαν, ανάμεσ’ απ’ τους φράχτες

σαν πετρωμένοι υπάλληλοι, μυστήριοι.

Όταν πια πέσαν τα χρηματιστήρια
τους είδα, μέσα στην απελπισία:
το πρόσωπο, γεμάτο από τον τρόμο.
Καμένο το μυαλό, εκατομμύρια
παράπονα και φόβος κι αηδία.
Με κοίταγαν, οι άστεγοι στο δρόμο

σαν πετρωμένα θάνατου αγγελτήρια.

 

Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 8 του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο, Ιανουάριος 2010

 

1

Η σχολή του Καρυωτάκη και ο κύκλος των ομογενών

Τρίτη, Ιανουαρίου 5th, 2010

 

 

Αναδημοσίευση από την Κυριακάτικη Αυγή, 27/9/2009 – ολόκληρο το άρθρο και εδώ:

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=493029

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ

Έπειτ’ απ’ το δίδαγμα του Καβάφη -πρώτου «πεζολόγου» ποιητή μας-, έπειτ’ απ’ το κήρυγμα του Βάρναλη -πιο ξεκάθαρου ρεαλιστή- μας ερχόταν τώρα μια χαμηλόφωνη, αλλά διαπεραστική εκμυστήρευση, προσιτή σε όλους σχεδόν, γιατ’ ήταν καμωμένη από τα υλικά της καθημερινής ομιλίας, περασμένα όμως με τη στίλβη του λυρισμού. Αυτόν λοιπόν τον ποιητή, που συμπλήρωνε τους δυο τρανούς προκατόχους του, μικρότερός τους αυτός στο ανάστημα, αλλά άρτιος, αυτάρκης, με το δικό του ύφος, με τη νοοτροπία και την καλαισθησία του, πιο τολμηρός από μια άποψη από κείνους, πιο άμεσος στις εμπνεύσεις του, γιατί δε χρησιμοποιούσε σύμβολα ιστορικά, περιβλήματα κλασικισμού, παρά είχε το λυρικό θάρρος να μιλάει κατ’ ευθείαν γι’ αγχόνη του Παγκάλου, για βιβλιοπωλείο του Βασιλείου, για Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, αυτόν τον περιώδυνο και τραγικά ειλικρινή ποιητή βρεθήκαμε έτοιμοι να τον αγκαλιάσουμε δίχως δισταγμό, να επηρεαστούμε ίσως και τεχνικά απ’ αυτόν, αλλά πιο πολύ να νιώσουμε το κλίμα του, γιατί ταίριαζε με τη μοναξιά της ψυχής μας, με τον κοινωνικό μας παραγκωνισμό, με την αισθηματική μας απομόνωση, και πάλι δεν τον ανυψώσαμε αυτόν αποκλειστικά σε φλάμπουρό μας, αλλά τον είχαμε ξαναλέω σαν έναν από τους δασκάλους μας, από τους ποιητικούς οδηγούς μας, και κάνοντας αυτό βαφτιστήκαμε άξαφνα Καρυωτακικοί. Και πλάστηκε έτσι ο μύθος της σχολής Καρυωτάκη. Τάχα ο ποιητής έγινε μόδα (δοξάστηκε με την αυτοκτονία του!) κι εμείς τρέξαμε κοντά του να πάρουμε αξία.

Αυτά κοπανάν δέκα, είκοσι χρόνια τώρα μερικοί καλοπροαίρετοι κύριοι και γνωστοί συνάδελφοί μας [...] λοιδορούν τους θρηνωδούς της σχολής του απαισιόδοξου, του θανατόφιλου Καρυωτάκη, τους οικτείρουν αφ’ υψηλού για τη φτωχή τους, την άχαρη προτίμηση, ενώ κλείνουν με πείσμα οι ίδιοι τα μάτια τους μπρος στο σατιρικό ποιητή, μπρος στα κοινωνικά, έστω και ξεστρατισμένα, τα κάποτε προδρομικά στοιχεία του έργου του [...] Εμείς λέμε πως δεν πρέπει να προσέχουμε και να πολεμάμε τα συμπτώματα, παρά τις βαθύτερες αιτίες. Καρυωτάκης και οι Καρυωτακικοί είναι ένα σύμπτωμα της ελληνικής ζωής, της ασφυκτικά δέσμιας, της στερημένης ανέκαθεν ευπορία και ελευθερία. Αλλ’ αυτό δε σας ενδιαφέρει, παραβλέπετε την ουσία. Και ορίστε η απόδειξη. Μόλις ιδείτε πως οι μιμητές (ας δεχτούμε τη ρετσινιά σας) του Καρυωτάκη, συνεχίζοντας τις αναζητήσεις τους, ψηλαφώντας στο σκοτάδι, βρίσκουν άλλους δρόμους, ανοιχτούς τώρα, προς τη ζωντάνια και τη λύτρωσή τους, προς την αρρενωπή ενατένιση της ζωής, βλέπουμε τότε πως δε σας αρέσει ούτ’ αυτό, πως ξαναβάνετε κιόλα τις φωνές χειρότερα από πρώτα. Οι ολοφυρώμενοι, με την περίεργη διαλεκτική σας, με τους ταχυδακτυλουργικούς υπολογισμούς σας, έγιναν απ’ τη μια μέρα στην άλλη αρνησιπάτριδες1. Πιάστε τους λοιπόν! Τι πρέπει τελοσπάντων να κάνουμε για να μη σας ενοχλούμε με την παρουσία μας, για να μη σας δίνουμε στα νεύρα με τα γραφόμενά μας!

 

1. Π.χ., εν μέσω του εμφυλίου, ο Ανδρέας Καραντώνης επέπληττε τους «καρυωτακικούς» ποιητές του Μεσοπολέμου, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Κοτζιούλας, γιατί ήταν αυτοί που, τώρα, ακολουθούσαν την αριστερά: «Βάψανε κόκκινα τα γκρίζα ρομαντικά μαλλιά τους, μεταμορφώσανε σε απειλητικές επαναστατικές γκριμάτσες τις ρυτίδες του Καρυωτακικού κλαυσίγελου…», Ανδρέας Καραντώνης, Πνευματική ελευθερία, τέχνη και πολιτική [1947].

 

Απόσπασμα από κείμενο του Γιώργου Κοτζιούλα στον Νέο Νουμά, τεύχος 6, Ιανουάριος 1952.

0
Posted in Κείμενα |