Archive for Οκτωβρίου, 2009

Περιοδικό Αντί, ποιήματα (2006)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19th, 2009

ΙΝ ΜΕΜΟRΙΑΜ

Μνήμη Ηλία Λάγιου

Ώρες πολλές, στο πνεύμα της μποτίλιας
που ‘χει από χρόνια τόσα υποταχτεί.
Λυκόφως· ίσα πέφτει από της γρίλιας
τ’ άνοιγμα η νύχτα –που αργεί.
Γύρισμα ο τροχός, πτώση της μπίλιας.
Να το ζερό: έχει ήδη τριπλοβγεί.

Τρεις ήταν, λέει ο μύθος ο αστικός-
και λέγανε για θάνατο στ’ αστεία.
Γενιά μεταπολέμου, μαύρο φως-
σκεφτήκανε να παίξουν μια κηδεία
για πλάκα ή για το θρύλο –ποιός
σαν φάρσα αναμασά την ιστορία;

Πιο ευάλωτος, το χάρισμα του Λόγου
μπέρδεψε στιγμιαία ο Ποιητής,
μ’ ένα χορό αναίτιο του Ζαλόγγου,
με κάλεσμα μιας μυστικής φωνής
και μια σκηνή από θέατρο παραλόγου
να τώρα, παίζεται απ’ τους τρεις:

Μπαλκόνι, τρίτος όροφος, βραδάκι-
αμήχανη η πράξη η τελευταία.
Χαλί απλωμένο μοιάζει το Κουκάκι.
Ζαλίζεται και στρέφει στην παρέα-
Θα πέσει; Δεν θα πέσει; Ένα γελάκι
στην ύστερη στιγμή του, τη μοιραία.

Ζυγιάζεται για λίγο στο μπαλκόνι,
ανάμεσα σε γη και ουρανό,
στον Καρυωτάκη η σκέψη του σιμώνει,
καθώς και στον Αλέξη Τραϊανό.
“Πατέρα, έρχομαι” μόλις που αρθρώνει,
τρεκλίζει -κι αγκαλιάζει το κενό.

2005
Μελοποιήθηκε από τον Κώστα Παρίσση
Βρίσκεται στο CD ONE FOR THE ROAD
του Δώρου Δημοσθένους (στη στήλη μελοποιημένη
ποίηση μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι)

ΧΕΙΡΑΨΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ – ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΛΑΓΙΟ

Η μνήμη του είναι για άλλους,
για μένα ζωντανός


Πάνω απ’ την άβυσσο προτείνω χειραψία.
Ίσα που πρόλαβα λίγο να σε γνωρίσω,
αδόκητα πριν φύγεις, ξαφνικά.
Σκιές σκιών κι αν είμαστε, Ηλία
τα όσα δεν είπαμε θέλω να τα πενθήσω,
καθώς μου στέλνεις λόγια από μακριά.

Αν πίστευα στην ύπαρξη άλλου κόσμου,
θα ‘ταν πιο εύκολο, πιο ήπιο να θρηνώ.
Μα τώρα: μόνη πίστη η αθεΐα.
Σε όσα έγραψες μισά ο λογισμός μου
πάλι επανέρχεται, να βρει το μυστικό
νόημα θανάτου και ζωής, Ηλία.

Από τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης,
μου γνέφεις, στην παρέα ποιητών
που μνημονεύω κάθε μέρα· η απαγγελία
υψώνεται σαν δέηση και μου παίζεις
κρυφό σκοπό μ’ ένα πλανόδιο ακορντεόν-
σε συναντώ όπου πηγαίνω, Ηλία.

Νεκρός κι όμως κινείς τα νήματά μας.
Ιδού, ο θίασός σου οργανωμένος-
γράφουμε τώρα τα δικά σου ημιτελή.
Ο θάνατός σου δείχνει τα όριά μας.
Το φάσμα το μαγνητικό, που ενδεχομένως
γίνεται ενέργεια και κυκλοφορεί.

2005

Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Αντί
τον Ιούλιο του 2006
και μετά στο βιβλίο Αν-επίκαιρα ποιήματα,
Εκδόσεις Τυπωθήτω 2007

0

Περιοδικό Μανδραγόρας, 3 ποιήματα (2004)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19th, 2009

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2003

Ιούλιος, στο κέντρο της Αθήνας,
τις νύχτες που γινόμαστε πια φίλοι,
εγώ κι η αϋπνία η θερινή.
Στη δίνη της δουλειάς και της ρουτίνας,
ένα φραπέ μες την πλατεία Μαβίλη
κι ονειρευόμαστε το άγνωστο νησί.

Η Ουτοπία, η Ταορμίνα του Ουράνη…
Τ’ όνειρο ξεμακραίνει κάθε μέρα
και γιγαντώνεται τις νύχτες ζωηρό.
Χάνονται οι φίλοι και ρωτούν τι κάνει
κείνος που χάθηκε την Τσαγκαροδευτέρα
και πια δεν απαντάει στο κινητό.

Την Κυριακή, στην πλαζ του Αλίμου,
όλοι μαζί σε μια σπουδή θαλάσσης,
να σχεδιάζουν λαιφστάιλ διακοπές.
Μα στη Θεσσαλονίκη οι κολλητοί μου,
που ‘χουν ακόμη κέφι γι’ αντιστάσεις,
πήγαν στη Σύνοδο, διαδηλωτές.

Στο Στόουνχεντζ γιορτάσαν τις προάλλες,
ισημερία, πνεύματα, παγανιστές.
Έχουμε αρχαιολάτρες κι από δω…
Όσο εκλείπουν οι ιδέες οι μεγάλες,
θ’ ακολουθούμε στα τυφλά σκοταδιστές,
που θα μας τάζουν κάτι πιο πνευματικό.

Πανσέληνος  –το σμάλτο του Σεφέρη
σ’ επηρεάζει, αναλόγως με το ζώδιο.
Μισόκλειστο στη νύχτα το παντζούρι,
να μπαίνει δροσερό το λίγο αγέρι,
με τ’ άρωμα της νύχτας το πλανόδιο,
με μουσικές από κιθάρα και σαντούρι.

Το Αιγαίο μας λείπει  –του Ελύτη.
Τρώμε στην Πλάκα ή στην παραλία
κι ονειρευόμαστε ριάλιτυ παιχνίδια.
Στην Ποσειδώνος, μια γενιά που πλήττει
κι έχει θεά της πρώτη την ανία.
Γράφω κι εγώ, ανακυκλώνοντας τα ίδια…

2003

ΕΦΗΜΕΡΑ

Οι καφετέριες μ’ αρέσουν το Χειμώνα
(καφενεδάκια τα είπαν και μπιστρό).
Κάθομαι και διαβάζω εφημερίδα,
στις μέρες που γεννάει η Αλκυόνα
κι αντίκρυ βλέπω θάλασσα, ουρανό-
ρεμβάζω στην καινούρια ελπίδα.

Διαβάζω: Μετανάστες ήρθαν πάλι
και οι μισοί πνιγήκανε στο δρόμο.
Να πάρουνε ή όχι τις σημαίες;
Ο κόσμος, αιώνες στο ίδιο χάλι,
δεν ξέφυγε απ’ τον πόλεμο, τον τρόμο
κι απ’ τις διακρίσεις τις μοιραίες.

Διαβάζω για πολέμους κάτω απ’ το Σταυρό.
Μετά την Ενδεκάτη Σεπτεμβρίου
δικαιολογείται η νέα τυφλή βία
κι ας κάνω διαδήλωση ως κι εγώ
κι ας είναι φαεινότερον ηλίου
ποιός κατευθύνει αυτή την ιστορία…

Διαβάζω: Λείπουν ράμπες απ’ τα κτίρια,
που είν’ απροσπέλαστα σε συνανθρώπους.
Μα οργανώνουμε μια Παραολυμπιάδα.
Σαν έρθουν οι εταιρίες-μεγαθήρια
θα βελτιωθούμε άραγε στους τρόπους
ή θα τους ρίχνουμε σε νέο Καιάδα;

Διαβάζω για τη μόδα: Μπότες μυτερές
ζαρτιέρες και στριγκάκια θα φοράμε.
Κι οι άντρες, μία φούστα αν το θελήσουν.
Αλλά αν το κάνουν, θα ‘ναι αδερφές
και μόνο εμείς στο στόμα θα φιλάμε-
έχουν οι γκέι δρόμο να διανύσουν…

Διαβάζω επιστημονικές ανακοινώσεις,
τα πολιτιστικά και την αρθρογραφία,
τις συνταγές, τα ζώδια του νερού.
Ρουφάω τις ειδήσεις μου με δόσεις-
στο τέλος στρέφομαι ξανά με αγωνία
στον ουρανό, με νέα παντός καιρού.

2003

Ο Δαβίδ  στη θεωρία του χάους

Το ντόμινο,
άρχισε με τους Πύργους
κι όλοι γνώριζαν:
η πεταλούδα, που πετάει
στο Τόκιο,
στο Ιράκ,
στην Παλαιστίνη
και στο Αφγανιστάν
φέρνει την καταιγίδα
στη Νέα Υόρκη.

Ποιός έριξε την πρώτη μπίλια;
Εγώ
ήμουν στη Γένοβα
στο Γκέτεμποργκ,
στο Σηάτλ,
και πέταξα
μια πέτρα, με σφεντόνα…

2001

Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό
Μανδραγόρας, τεύχος 32, Νοέμβριος 2004

και στη συνέχεια στο βιβλίο «Αν-επίκαιρα ποιήματα¨, εκδόσεις Τυπωθήτω 2007

0

Το κορίτσι της σιωπής, Του φίλου Blue Dream

Κυριακή, Οκτωβρίου 11th, 2009

Πάνω στο χρόνο που τρίζει και σπάει
ένα κορίτσι στη δύση του πάει
μόνο κοιμάται και μόνο ξυπνάει
ούτε λυπάται, μα ούτε γελάει.

Μέσα στη μνήμη αργά περπατάει
από το χάδι της νύχτας το σκάει
ποτέ κανέναν τους δεν χαιρετάει
μόνο βαδίζει, ποτέ δεν μιλάει.

Μίλα, λοιπόν, κορίτσι της σιωπής
πες ό,τι έχεις να πεις
από τα λόγια μη θες να κρυφτείς
δεν σε φοβάται κανείς.

Χαρές και λύπες στο δρόμο κεντάει
στα δυο του χέρια κοχύλια κρατάει
ένα κορίτσι που χιόνια γεννάει
και τη σιωπή τους με πάθος φιλάει.

Από σταθμούς και λιμάνια περνάει
του νου τα όρια βαθιά τρυπάει
τα βράδια τα πίνει μα δεν μεθάει
και αγκαλιάζει ό,τι άγρια πονάει.

Μίλα, λοιπόν, κορίτσι της σιωπής
πες ό,τι έχεις να πεις
έτσι κι αλλιώς δεν σ’ ακούει κανείς
στα δυο ξανά θα κοπείς.

2
Posted in Τραγούδια |