Archive for the ‘Ποιήματα’ Category

Σαν πρόβατο οδηγούμαι σε σφαγή

Πέμπτη, Νοεμβρίου 3rd, 2011

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – IV

Θυμίζω νεκροζώντανο. Εχω φτάσει
από καιρό στην άβυσσο του νου –
τα γεγονότα μ’ έχουν ξεπεράσει
κι υφίσταμαι τον τρόμο του κενού.

Θ’ αντέξω τον ατέλειωτο χειμώνα,
το κρύο, με κομμένο και το φως;
Πως, νηστικός, να ρίχνομαι σ’ αγώνα
και να πεινάνε τα παιδιά μου, πως;

Σαλεύει ο νους μου, δεν καταλαβαίνω –
λένε για πόλεμο στη ζώνη του Ευρώ.
Χτυπάει το δολάριο, φρενιασμένο
κι ανήμπορος στη μέση είμ’ εγώ.

Εγώ ήθελα δουλίτσα και φαγάκι,
μια ήσυχη και ταπεινή ζωή –
κι ετούτοι θα μ’ αρπάξουν σε λιγάκι
σπίτι, αξιοπρέπεια και τιμή.

Δεν ξέρω πια τι βγάζουνε σαν νόμους,
δημοψηφίσματα και πρόωρες εκλογές.
Μου είπανε να βγούμε όλοι στους δρόμους,
ν’ αντισταθούμε στους κατακτητές.

Αλλά δεν ξέρω οι Καλοί ποιοί να ‘ναι
και ποιοι οι Κακοί – για να τους πολεμώ.
Καλοί, Κακοί, αυτοί που κυβερνάνε,
γνωρίζω πως τους ψήφισα κι εγώ.

Στ’ αλήθεια τα ‘χω παίξει κι εν συγχύσει
σαν πρόβατο οδηγούμαι σε σφαγή.
Το σύστημα και πάλι θα κερδίσει –
εκτός κι αν ξεχειλίσει πια η οργή.

 

3/11/2011

 

1

Η δόση, η δόση, η δόση, μες τη φλέβα

Πέμπτη, Νοεμβρίου 3rd, 2011

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – ΙΙI

Θυμίζω νεκροζώντανο. Η δόση 
στις φλέβες στάζει, μέσα στον ορό. 
Θεέ μου, η αγωνία πια θα τελειώσει, 
θ’ αντέξω, δεν θ’ αντέξω, θα χαθώ; 

Σα να ‘μαι σ’ ένα ακίνητο κρεβάτι  
νοσοκομείου, μ’ όνειρα κραυγές  – 
δεν γίνεται, θα βλέπω εφιάλτη,  
του τοίχου ψηλαφίζοντας γωνιές. 

Η δόση, η δόση, η δόση, μες τη φλέβα - 
 να κλείνει η κάνουλα, να μένω στο κενό.
Τρενάκι τρόμου, ανέβαινε-κατέβα,  
μου ψαλιδίζουν κι άλλο το μισθό.  

Θυμίζω νεκροζώντανο. Μετράω  
νούμερα, χρόνια, ένσημα, εισφορές – 
να φύγω από τη χώρα; που να πάω; 
Μεγάλωσα, μακρύναν οι σκιές.  

Στο δρόμο θα ορμήσω και στα χάη,  
το ζόφος να γλυτώσω το βαθύ. 
Η χώρα δεν πεθαίνει, αγκομαχάει  
και τρέμει την επόμενη στροφή.  

 

3/11/2011

 

0

Μην σκέφτομαι – να πάω να κοιμηθώ

Παρασκευή, Οκτωβρίου 21st, 2011

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – ΙΙ

Τα βράδια βλέπω ειδήσεις στην οθόνη.   
Στο Σύνταγμα ο κόσμος απεργεί -
πλησιάζουνε τα ΜΑΤ και τον πλακώνει
σύννεφο δακρυγόνα, γκλομπ, οργή.

Εγώ, πάντα στο σπίτι μου υποφέρω –
γιατί να είμαι εκεί, να χτυπηθώ;
Θ’ αλλάξει – τι θ’ αλλάξει; Δεν το ξέρω.
Μην σκέφτομαι – να πάω να κοιμηθώ.

Διαβάζω τα πρωινά εφημερίδες,
κι αλλιώτικα τα λέει η καθεμιά.
“Η Ευρώπη μας παρέχει τις ελπίδες” –
“ελπίδα δεν υπάρχει αληθινά”.

Τα μεσημέρια στήνομαι και πάλι
και βλέπω live πέτρες, χημικά –
ανθρώπους μ’ ανοιγμένο το κεφάλι
κι άλλους να κυνηγιούνται στα στενά.

Τ’ απόγευμα ψηφίζουν και περνάνε
όλα τα Νομοσχέδια στη Βουλή.
Κάποιους απέξω ακόμα τους χτυπάνε –
γιατί λοιπόν κανείς ν’ αντισταθεί;

Κάθομαι σπίτι, έξω σουρουπώνει.
Σφαλίζω τα παράθυρα ξανά.
Με νανουρίζει η εικόνα στην οθόνη –
κι ουρλιάζω, αλλ’ από μέσα μου, κρυφά.

 

21/10/2011

0

Στο σπίτι έχουν μπει κιόλας οι εχθροί

Παρασκευή, Οκτωβρίου 14th, 2011

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – Ι

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω
αξιοπρεπώς, ησύχως, σιωπηλά.
Μου κόβουν το μισθό μου και το ξέρω
πως θα πληρώσω κι άλλη εισφορά.

Πρωί. Aκίνητο ποτάμι τροχοφόρα -
 μετρό και τραμ, λεωφορεία ν’ απεργούν.
Σκουπίδια ατέλειωτα κατέβασε η μπόρα.
Τα καύσιμά μου στο παπάκι δεν αρκούν.

Τα μεσημέρια όλο μετράω τα ψιλά μου -
να φάω κάτι σε φαγάδικο φτηνό.
Δεν βγαίνουν για ένα μήνα τα έξοδά μου.
Πες μου, τον έκτακτο το φόρο που θα βρω;

Απόγευμα και πάω προς το καφενείο
για να περάσει κι η στενάχωρη βραδιά.
Γυρίζουν τώρα οι μαθητές απ’ το σχολείο
και λέω: “ευτυχώς – δεν έκανα παιδιά”.

Τα βράδια βλέπω σήριαλ στην οθόνη.
Στο σπίτι έχουν μπει κιόλας οι εχθροί.
Η Τράπεζα τ’ αρπάζει, με περικυκλώνει,
στο δρόμο με πετάει μες τη σιωπή.

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω -
με τύλιξε το σοκ και το κενό.
Θ’ αντέξουμε; Δεν σκέφτομαι, δεν ξέρω.
Ουρλιάζω. Θα ουρλιάξω: “ως εδώ !”

 

14/10/2011

 

 

0

Σε ποιόν λοιπόν τα χημικά; Δεν αμφιβάλλω…

Πέμπτη, Οκτωβρίου 6th, 2011

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ, 2011

«Μόνο να φαίνεσαι τιμία, τίποτ’ άλλο»,    
λέει ο Καίσαρας και πάλι αποχωρεί.                  
Φίλτατε Βρούτε, θα χτυπήσεις τώρα εσύ;    
Σε ποιόν λοιπόν τα χημικά; Δεν αμφιβάλλω…

Για δες εκείνον με τα ρούχα τα φιρμάτα,          
στη μαύρη μερσεντές που αγέρωχος περνά –           
κι απέξω νάτο ένα πρεζόνι που ξερνά:             
ο μπάτσος – στοίχημα- σε ποιόν θα πει: «Σταμάτα;»

Κοίταξε εκείνη τη κυρία με την τσάντα,     
την ακριβή, που πάει προς το Ψυχικό –    
πλατεία Αττικής, Σεπόλια, Κολωνό,           
ψάχνεις συχνά για Φεραγκάμο και για Πράντα;   

Σε ποδοπάτησαν τακούνια του Μανόλο,   
προχθές στην πίστα μπουζουκτζίδικου ναού –  
αλλά για τσόκαρα κοιτάζεις, του λαού,    
όταν μυρίζεσαι το θύμα σου, με δόλο.  

Φέρε κουστούμι να φορέσω και γραβάτα  
ή ταγεράκι οπωσδήποτε αυστηρό.   
Τιμία να φαίνομαι, προπάντων, στον καιρό,  
που ο σώζων εαυτώ σωθήτω -  όπως πάντα.

6/10/2011

 

0

Στις αρχές περίεργου Σεπτεμβρίου

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 5th, 2011

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

          Είμαστε κιόλας στις αρχές περίεργου Σεπτεμβρίου.
          Εδώ και μέρες επιστρέψαμε απ’ τα νησιά,
          μα οι σκέψεις μου κρεμάστηκαν στην κουπαστή του πλοίου
          με μια λαχτάρα μόνιμη: να έφευγα ξανά.

          Νέες εμπειρίες αλλοιώτικες πάλι ν’ αποζητούσα
          να κυνηγούσα τ’ άπιαστο που δε θα ‘βρω ποτέ.
          Έτσι σκεφτόμουν χθες αργά τη νύχτα που αγρυπνούσα
          κρατώντας μες τα χέρια μου μια κούπα του καφέ.

          Κι έλεγα: θα διασχίσω κι άλλους δρόμους
          πέρα απ’ τα όρια, πέρα από τους νόμους.

          (1992)

 

 

0

Τη νύχτα πάντα, με τ’ ολόγιομο φεγγάρι

Σάββατο, Αυγούστου 13th, 2011

 

ΡΕΜΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

Εδώ είναι το Χαλάνδρι, αλλιώς, η αρχαία Φλύα:
πάλλεται ακόμη, ζωντανή, κάτω στο ρέμα.
Το μεσημέρι τούτο, ενός τυχαίου Σαββάτου,
μες την πολύβουη αγορά, την ιστορία
της πόλης νιώθω – ένας κρυφός παλμός, σαν αίμα,
σαν το νερό, που ψιθυρίζει μυστικά του.

Γύρω μου ο κόσμος, έν’ ατέλειωτο μελίσσι,
που μπαινοβγαίνει, μαγαζιά και πεζοδρόμους
και για φαί, σε κάποια ωραία ταβερνάκια.
Αλλά το ρέμα, με καλεί σ’ ένα μεθύσι,
πέρα και πάνω απ’ της σύμβασης τους νόμους,
στα τρίστρατα, όπου πετούνε νεραϊδάκια.

Τη νύχτα πάντα, με τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
την ησυχία τη σπάζουν μόνο οι στεναγμοί
από συμπλέγματα γυμνά – προβάλλουν μέλη
ανθρώπινα. Αλλά το νου, τον έχει πάρει
ο Βάκχος, μ’ άφθονο στις φλέβες τους κρασί.
Περιδιαβαίνει ανάμεσά τους η Σεμέλη

κι ο Πόθος γύρω, που εξαπλώνεται απ’ όλους,
στη μαγική τη νύχτα ετούτη, της Βακχείας,
μ’ αισθήματα έκστασης και Διονυσιασμού.
Φτάνουνε στ’ άστρα οι στεναγμοί, σ’ ουράνιους θόλους,
ανάκατοι, κι όλοι ταγμένοι της λαγνείας,
δοσμένοι στους μικρούς θανάτους τ’ οργασμού.

Η τελετή εκείνη, η αρχαία, των οργίων,
μένει κρυφή, μόνο στη μνήμη του νερού.
Τώρα είναι το Χαλάνδρι απλό προάστιο,
σαν όλα τ’ άλλα: των γραφείων, των υπουργείων,
που όλο θαμπώνουν μες τη σκόνη του καιρού
- και το χωρίζει με τη Φλύα χάσμα τεράστιο.

Κι όμως, τις νύχτες πλάι στο ρέμα τραγουδάνε
πάντα οι νεράιδες κι είν’ ακόμα η Σεμέλη
στο φεγγαρόφωτο, που μας κερνάει κρασί.
Κάποιοι από μας θυμούνται, νιώθουν, δεν ξεχνάνε,
την έξαψη, τη φλόγα πάντα μες τα σκέλη.
Προστάζει: “απόψε, έλα στο ξέφωτο κι εσύ”.

 

Δημοσιεύτηκε στο: Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.5 Μαρ. – Μάιος. 2009

1

Ζητούσα την αθωότητα, για να γυρίσω πίσω

Πέμπτη, Αυγούστου 4th, 2011

 

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Ζεστός αγέρας ήρθε απόψε για να με πάρει.        
Μου μίλησε για ιππότες, για κάστρα και θρύλους. 
Στο προσκεφάλι μου χαμογέλασε το φεγγάρι,    
σ’ άλλες εποχές στα δέντρα θ’ άκουγα τους γρύλους.

Εξεγέρθηκα απ’ το χρυσάφι του φεγγαριού. 
Προχώρησα, αναζητώντας τα ίχνη ενός παιδιού.

Ζητούσα την αθωότητα, για να γυρίσω πίσω. 
Τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν πάλι στην αυγή. 
Όταν ξεπρόβαλε ο ήλιος, δεν μπορούσα να εντοπίσω
του χρόνου τα σημάδια, μόνο εκείνη τη στιγμή. 

Αφέθηκα στο φως και μες την αρμονία.   
Eνιωσα τότε απλά, βαθιά την ευτυχία.

(1995)

 

 

1

Πόσοι να γεύοντ’ έρωτα σε τούτη την ακτή;

Τετάρτη, Αυγούστου 3rd, 2011

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΑΚΤΗΣ

Απόψε η θάλασσα βογκάει στα βράχια επάνω.                        
Το φως του φάρου πάλι αναβοσβήνει, ερωτικό.                       
Σαν μέσα σε ίλιγγο, κάθ’ αίσθηση να χάνω…                           
Πόσο ζεστή κι εξαίσια η νύχτα ετούτη εδώ!                              

Ανάμεσα στα κύματα οι βάρκες αρμενίζουν                                  
και σμίγουνε τα φώτα τους με τ’ άστρα τ’ ουρανού.                      
Αγέρωχες, τις θάλασσες ολοένα διασχίζουν                                  
κι εντείνουνε την έξαψη, τη φαντασία στο νου.                             

Πόσο μακριά να ‘χουνε φτάσει, σε τι χώρες;                                    
Αύριο στο κύμα επάνω θα διαβαίνουμε μαζί.                                    
Μαγευτικές και μυστικές περνούνε οι ώρες.                                    
Πόσοι να γεύοντ’ έρωτα σε τούτη την ακτή;

(1991)

 

 

0

Μακρύ, καυτό το καλοκαίρι κι όμως φεύγει

Κυριακή, Ιουλίου 31st, 2011

ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

  ‘Ολη τη νύχτα στην κλειστή την κάμαρή μου,    
          κάτω απ’ το φως το ηλεκτρικό. Εξω η βραδιά κυλούσε   
          γρήγορα κι απαράλλαχτα όμοια με τη ζωή μου:  
          εν’ άγγιγμα κρυφό – κι έπειτα προσπερνούσε.  

          Η αυγή με βρήκε κάτω από την ίδια λάμπα.  
          Με γέμισε μ’ αρώματα, εξεγέρσεις, συγκινήσεις. 
          ‘Ετρεξα προς τη θάλασσα: γαλήνια, όπως πάντα, 
          στην πρωινή δροσιά μου ξύπνησ’ αναμνήσεις.  

          Μακρύ, καυτό το καλοκαίρι κι όμως φεύγει  
          μ’ αίσθηση ανολοκλήρωσης κι ανέφικτου και πάλι.
          Κι αυτό που τ’ αναβάλλουμε κι αυτό που μας ξεφεύγει 
          είν’ η ίδια η  ζωή – που δεν θα ζήσουμ’ άλλη.  

(1993)

 

 

3
Posted in Δικά μου |