Archive for the ‘Δικά μου’ Category

Σε ποιόν λοιπόν τα χημικά; Δεν αμφιβάλλω…

Πέμπτη, Οκτωβρίου 6th, 2011

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ, 2011

«Μόνο να φαίνεσαι τιμία, τίποτ’ άλλο»,    
λέει ο Καίσαρας και πάλι αποχωρεί.                  
Φίλτατε Βρούτε, θα χτυπήσεις τώρα εσύ;    
Σε ποιόν λοιπόν τα χημικά; Δεν αμφιβάλλω…

Για δες εκείνον με τα ρούχα τα φιρμάτα,          
στη μαύρη μερσεντές που αγέρωχος περνά –           
κι απέξω νάτο ένα πρεζόνι που ξερνά:             
ο μπάτσος – στοίχημα- σε ποιόν θα πει: «Σταμάτα;»

Κοίταξε εκείνη τη κυρία με την τσάντα,     
την ακριβή, που πάει προς το Ψυχικό –    
πλατεία Αττικής, Σεπόλια, Κολωνό,           
ψάχνεις συχνά για Φεραγκάμο και για Πράντα;   

Σε ποδοπάτησαν τακούνια του Μανόλο,   
προχθές στην πίστα μπουζουκτζίδικου ναού –  
αλλά για τσόκαρα κοιτάζεις, του λαού,    
όταν μυρίζεσαι το θύμα σου, με δόλο.  

Φέρε κουστούμι να φορέσω και γραβάτα  
ή ταγεράκι οπωσδήποτε αυστηρό.   
Τιμία να φαίνομαι, προπάντων, στον καιρό,  
που ο σώζων εαυτώ σωθήτω -  όπως πάντα.

6/10/2011

 

0

Στις αρχές περίεργου Σεπτεμβρίου

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 5th, 2011

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

          Είμαστε κιόλας στις αρχές περίεργου Σεπτεμβρίου.
          Εδώ και μέρες επιστρέψαμε απ’ τα νησιά,
          μα οι σκέψεις μου κρεμάστηκαν στην κουπαστή του πλοίου
          με μια λαχτάρα μόνιμη: να έφευγα ξανά.

          Νέες εμπειρίες αλλοιώτικες πάλι ν’ αποζητούσα
          να κυνηγούσα τ’ άπιαστο που δε θα ‘βρω ποτέ.
          Έτσι σκεφτόμουν χθες αργά τη νύχτα που αγρυπνούσα
          κρατώντας μες τα χέρια μου μια κούπα του καφέ.

          Κι έλεγα: θα διασχίσω κι άλλους δρόμους
          πέρα απ’ τα όρια, πέρα από τους νόμους.

          (1992)

 

 

0

Τη νύχτα πάντα, με τ’ ολόγιομο φεγγάρι

Σάββατο, Αυγούστου 13th, 2011

 

ΡΕΜΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

Εδώ είναι το Χαλάνδρι, αλλιώς, η αρχαία Φλύα:
πάλλεται ακόμη, ζωντανή, κάτω στο ρέμα.
Το μεσημέρι τούτο, ενός τυχαίου Σαββάτου,
μες την πολύβουη αγορά, την ιστορία
της πόλης νιώθω – ένας κρυφός παλμός, σαν αίμα,
σαν το νερό, που ψιθυρίζει μυστικά του.

Γύρω μου ο κόσμος, έν’ ατέλειωτο μελίσσι,
που μπαινοβγαίνει, μαγαζιά και πεζοδρόμους
και για φαί, σε κάποια ωραία ταβερνάκια.
Αλλά το ρέμα, με καλεί σ’ ένα μεθύσι,
πέρα και πάνω απ’ της σύμβασης τους νόμους,
στα τρίστρατα, όπου πετούνε νεραϊδάκια.

Τη νύχτα πάντα, με τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
την ησυχία τη σπάζουν μόνο οι στεναγμοί
από συμπλέγματα γυμνά – προβάλλουν μέλη
ανθρώπινα. Αλλά το νου, τον έχει πάρει
ο Βάκχος, μ’ άφθονο στις φλέβες τους κρασί.
Περιδιαβαίνει ανάμεσά τους η Σεμέλη

κι ο Πόθος γύρω, που εξαπλώνεται απ’ όλους,
στη μαγική τη νύχτα ετούτη, της Βακχείας,
μ’ αισθήματα έκστασης και Διονυσιασμού.
Φτάνουνε στ’ άστρα οι στεναγμοί, σ’ ουράνιους θόλους,
ανάκατοι, κι όλοι ταγμένοι της λαγνείας,
δοσμένοι στους μικρούς θανάτους τ’ οργασμού.

Η τελετή εκείνη, η αρχαία, των οργίων,
μένει κρυφή, μόνο στη μνήμη του νερού.
Τώρα είναι το Χαλάνδρι απλό προάστιο,
σαν όλα τ’ άλλα: των γραφείων, των υπουργείων,
που όλο θαμπώνουν μες τη σκόνη του καιρού
- και το χωρίζει με τη Φλύα χάσμα τεράστιο.

Κι όμως, τις νύχτες πλάι στο ρέμα τραγουδάνε
πάντα οι νεράιδες κι είν’ ακόμα η Σεμέλη
στο φεγγαρόφωτο, που μας κερνάει κρασί.
Κάποιοι από μας θυμούνται, νιώθουν, δεν ξεχνάνε,
την έξαψη, τη φλόγα πάντα μες τα σκέλη.
Προστάζει: “απόψε, έλα στο ξέφωτο κι εσύ”.

 

Δημοσιεύτηκε στο: Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.5 Μαρ. – Μάιος. 2009

1

Ζητούσα την αθωότητα, για να γυρίσω πίσω

Πέμπτη, Αυγούστου 4th, 2011

 

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Ζεστός αγέρας ήρθε απόψε για να με πάρει.        
Μου μίλησε για ιππότες, για κάστρα και θρύλους. 
Στο προσκεφάλι μου χαμογέλασε το φεγγάρι,    
σ’ άλλες εποχές στα δέντρα θ’ άκουγα τους γρύλους.

Εξεγέρθηκα απ’ το χρυσάφι του φεγγαριού. 
Προχώρησα, αναζητώντας τα ίχνη ενός παιδιού.

Ζητούσα την αθωότητα, για να γυρίσω πίσω. 
Τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν πάλι στην αυγή. 
Όταν ξεπρόβαλε ο ήλιος, δεν μπορούσα να εντοπίσω
του χρόνου τα σημάδια, μόνο εκείνη τη στιγμή. 

Αφέθηκα στο φως και μες την αρμονία.   
Eνιωσα τότε απλά, βαθιά την ευτυχία.

(1995)

 

 

1

Πόσοι να γεύοντ’ έρωτα σε τούτη την ακτή;

Τετάρτη, Αυγούστου 3rd, 2011

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΑΚΤΗΣ

Απόψε η θάλασσα βογκάει στα βράχια επάνω.                        
Το φως του φάρου πάλι αναβοσβήνει, ερωτικό.                       
Σαν μέσα σε ίλιγγο, κάθ’ αίσθηση να χάνω…                           
Πόσο ζεστή κι εξαίσια η νύχτα ετούτη εδώ!                              

Ανάμεσα στα κύματα οι βάρκες αρμενίζουν                                  
και σμίγουνε τα φώτα τους με τ’ άστρα τ’ ουρανού.                      
Αγέρωχες, τις θάλασσες ολοένα διασχίζουν                                  
κι εντείνουνε την έξαψη, τη φαντασία στο νου.                             

Πόσο μακριά να ‘χουνε φτάσει, σε τι χώρες;                                    
Αύριο στο κύμα επάνω θα διαβαίνουμε μαζί.                                    
Μαγευτικές και μυστικές περνούνε οι ώρες.                                    
Πόσοι να γεύοντ’ έρωτα σε τούτη την ακτή;

(1991)

 

 

0

Μακρύ, καυτό το καλοκαίρι κι όμως φεύγει

Κυριακή, Ιουλίου 31st, 2011

ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

  ‘Ολη τη νύχτα στην κλειστή την κάμαρή μου,    
          κάτω απ’ το φως το ηλεκτρικό. Εξω η βραδιά κυλούσε   
          γρήγορα κι απαράλλαχτα όμοια με τη ζωή μου:  
          εν’ άγγιγμα κρυφό – κι έπειτα προσπερνούσε.  

          Η αυγή με βρήκε κάτω από την ίδια λάμπα.  
          Με γέμισε μ’ αρώματα, εξεγέρσεις, συγκινήσεις. 
          ‘Ετρεξα προς τη θάλασσα: γαλήνια, όπως πάντα, 
          στην πρωινή δροσιά μου ξύπνησ’ αναμνήσεις.  

          Μακρύ, καυτό το καλοκαίρι κι όμως φεύγει  
          μ’ αίσθηση ανολοκλήρωσης κι ανέφικτου και πάλι.
          Κι αυτό που τ’ αναβάλλουμε κι αυτό που μας ξεφεύγει 
          είν’ η ίδια η  ζωή – που δεν θα ζήσουμ’ άλλη.  

(1993)

 

 

3
Posted in Δικά μου |

Ημουν μεσαία τάξη

Πέμπτη, Ιουλίου 7th, 2011

 

ΜΕΣΑΙΑ ΤΑΞΗ

Μέχρι τα πέρσι εγώ ήμουνα εντάξει –
ήμουν μεσαία τάξη.

Μεγάλωσα μη βρέξει και μη στάξει–
ήμουν μεσαία τάξη.

Πήγαινα διακοπές κι είχα έν’ αμάξι –
ήμουν μεσαία τάξη.

Οι τράπεζες δεν τα ‘χαν όλα αρπάξει –
ήμουν μεσαία τάξη.

Με την πολιτική δεν το ‘χα ψάξει –
ήμουν μεσαία τάξη.

Τη φτώχεια δεν τη γνώριζα στην πράξη –
ήμουν μεσαία τάξη.

Μα φέτος με βυθίζουνε στον πάτο –
στην άβυσσο, στο προλεταριάτο.

6/7/2011

Πάνω σε μια ιδέα του άντρα μου

 

 

 

4

Ελεγείο στον Γιώργο Κοτζιούλα

Τετάρτη, Ιουλίου 6th, 2011

ΕΛΕΓΕΙΟ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ

Τι να σου πω και πώς να σε θρηνήσω,
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Έφυγες πριν ακόμα σε γνωρίσω
και μόλις τώρα σ’ ένιωσα, νεκρό.
Γ. Κοτζιούλας, Ελεγείο στον Καρυωτάκη

 

Μετά από εξήντα χρόνια τι να γράψω
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Στο γύρισμα του αιώνα θα σε κλάψω,
στης ποίησης το Παμπάλαιο Nερό.

Σε σκέφτομαι στο υπόγειο, ψυχούλα
βασανισμένη, τρυφερή, πονετική.
Τρυπήσαν τα πνευμόνια σου Κοτζιούλα,
και πήγες όπου οι άλλοι φθισικοί.

Στο σανατόριο να χάνονται οι φίλοι,
να στέλνεις με μανία επιστολές
κι αίμα να φτύνεις, Γιώργο, στο μαντίλι,
φτύνοντας και κυρίες κοσμικές.

Να ξενυχτάς με τον Καρυωτάκη
να φέγγει αστραπόβροντα στο νου,
ενώ η γενιά του 30 μες το σαλονάκι
να χαριεντίζεται, του Κατακουζηνού.

Να φεύγεις με τον Άρη στα βουνά σου,
εκεί που λάμπει η Πούλια πιο πολύ.
Να γράφεις και να καιν τα σωθικά σου:
δεν έχει στην Αθήνα επιστροφή.

 Κρύωνες, μου ‘παν, τέσσερις χειμώνες,
τρέμαν οι πλάτες σου, χωρίς ένα παλτό.
Μα Εκείνη που περίμενες για αιώνες,
σου χάρισε στο τέλος ένα γιο.

Ο Τσάπλιν σε κοιτούσε απ’ την οθόνη,
και σου ‘ταζε καλύτερη εποχή.
Μα πέθανες κι οι στίχοι έμειναν μόνοι
σαν ποίημα που ζητά να διαβαστεί.

——————————————–

Στης ποίησης το Παμπάλαιο Nερό,
βυθίζομαι, μ’ ακόμη να σε κλάψω.
Στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό,
μετά από εξήντα χρόνια, εγώ θα γράψω.

6/7/2011

 

4
Posted in Δικά μου |

- Ναι! Είναι αξιόλογος ποιητής. Αλλά ως άνθρωπος, ρεμάλι.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 3rd, 2011

 

Η απάντηση στο χθεσινό μας κουίζ, όπως πολύ σωστά βρήκε η Πόλυ Χατζημανωλάκη στο facebook, είναι ότι ο Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ ήταν μυθιστορηματικό πρόσωπο, ήρωας διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Στην ουσία ο Καραγάτσης, που συνδεόταν με βαθιά και πολύχρονη φιλία με τον Καββαδία, αρέσκονταν να τον πειράζει ενσωματώνοντας στίχους  «a la maniere de = με τον τρόπο του…» Kαββαδία στα γραπτά του. Το ποιήμα που δημοσιεύσαμε εχθές υποτίθεται ότι το έγραψε και το απαγγέλει κάποιος ποιητής Ριζώφ,
ήρωας του διηγήματος «Μπουχούνστα». Μετά το πέρας της απαγγελίας ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Φρονώ πως ο ποιητής έχει εμφανέστατη επίδραση Καβαδίεφ…
- Γνωρίζετε τον Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ;
- Ναι! Είναι αξιόλογος ποιητής. Αλλά ως άνθρωπος, ρεμάλι. Ένας υπασπιστής του Κουροπάτκιν τον συνάντησε στο Χαρμπίν της Σιβηρίας το 1904. Άλλοι τον συναπάντησαν στον Πειραιά, όπου είχε εξευτελιστεί ανεπανορθώτως. Αβανταδόρος σε χαρτοπαίγνια, …πλασιέ ναρκωτικών, κράχτης χαμαιτυπείων…

Κι έτσι, με ένα κλείσιμο του ματιού, ο Καραγάτσης μετατρέπει σε μυθιστορηματικό ήρωα τον αδερφικό του φίλο, μιμούμενος παράλληλα το ύφος του, και διασκεδάζοντας με τους μεγάλους του φόβους (τη σύφιλη, τη φυματίωση, την τρέλα, το στεριανό θάνατο…)

Αλλά μήπως δεν γίνονται παρόμοια λογοτεχνικά παιχνίδια και σήμερα; Μόνο που τα περισσότερα περιορίζονται στο ίντερνετ και δεν μεταπηδούν στα βιβλία, όπως ασφαλώς και τότε γινόντουσαν παρόμοια στα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής.

Με την ευκαιρία, ας δούμε και κάτι δικό μου σχετικό:

 

ΜΙΚΡΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΙΛΩΝ

…επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής»
Κ. Καρυωτάκης, Ολοι μαζί

Όλοι ζούμε στον υπόνομο,
μα κάποιοι από μας κοιτάνε τ’ αστέρια.
Οσκαρ Ουάιλντ

 

Οι φίλοι μου γεμίζουν με συνθήματα
όλους του Διαδικτύου τους άσπρους τοίχους
και κάπου κάπου γράφουν και ποιήματα-
τα λένε πεζοτράγουδα ή και στίχους.

Οι φίλοι μου αισθάνονται σαν θύματα
κι είν’ τόσο αδικημένοι στη ζωή τους.
Του κόσμου τ’ ανυπέρβλητα προβλήματα
τσακίζουν ειδικά την ύπαρξή τους.

Οι φίλοι μου δεν έχουν κάνει εγκλήματα
είν’ ήσυχοι και πράοι μες την καρδιά τους.
Άλλους βαραίνουν πράξεις κι ανομήματα,
ενόσω διορθώνουν τα γραπτά τους.

Οι φίλοι μου κι αν σέρνονται στα λύματα
των βόθρων, αγναντεύουνε τ’ αστέρια.
Της μοίρας τους κινούν άλλοι τα νήματα,
ξένα τους σπρώχνουν δάκτυλα και χέρια.

Μου στέλνουν τα βιβλία τους κατά κύματα.
Διαλέγω ένα ποίημα τους ή δύο,
που – αίφνης – ομολογεί δικά τους κρίματα.
Για τούτο, λέω, γράψαν το βιβλίο.

 

2

Οκτώ χρονών παιδάκι, λέγεται Σοφία

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 24th, 2010

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΚΟΥΦΗ

Κι όταν η μάνα του, του λέει: «Γιατί
δεν πας να παίξεις όπως τ’ άλλα τα παιδιά; »
« Βαριέμαι…» απαντάει αυτός σιγά
και τον περνούνε για ιδιότροπο πολύ.

Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης
Παράκληση στο θεό για έναν μικρό καμπούρη

 

Στο διάλειμμά της πάντα μόνη. Ένα βιβλίο  
στα χέρια της, μικρή να το ‘χει συντροφιά.    
Κι ο δάσκαλος όλο να λέει μες το σχολείο:       
«γιατί δεν παίζεις όπως τ’ άλλα τα παιδιά;»  

Στην τάξη πάνω, τα κορίτσια συμμορία   
έχουνε φτιάξει κι είναι όλα τους σκληρά. 
Συλλέγουνε φακέλους γι’ αλληλογραφία 
και αυτοκόλλητα ωραία, γυαλιστερά. 

Καμία όμως δεν της δίνουν σημασία.  
Πρώτο θρανίο – έν’ αγόρι ο διπλανός. 
Η Κάτια, η Θάλεια, η Νικολέττα κι η Μαρία  
δεν της μιλάνε, ούτ’ η Μίνα, η αρχηγός.   

Παίζει ποδόσφαιρο και μπάσκετ με τ’ αγόρια.  
Πιο εύκολο είναι – γιατί δεν μιλάν πολύ.  
Έχουν κανόνες ορισμένους, έχουν όρια    
και είν’ ακόμη – για τα μέτρα τους – ψηλή.    

Κάποια φορά η Νικολέττα κι η Μαρία  
την πλησιάζουν μ’ ενδιαφέρον, ξαφνικά.   
Δήθεν ρωτούν κάτι για γλώσσα, ορθογραφία,  
κοιτώντας έντονα, να δουν τι έχει στ’ αυτιά.  

Ύστερα εκείνη, όλο τ’ απόγευμά της κλαίει. 
Μα ο κόσμος έξω αδιάφορος, μακριά.  
«’Εγραψα ένα ποίημα, διάβασε», μου λέει 
κι έχ’ η φωνή της μια παράξενη χροιά. 

Τη βλέπω τώρα στην παλιά φωτογραφία 
και μ’ όλη μου τη θέρμη πάλι της μιλώ. 
Οκτώ χρονών παιδάκι, λέγεται Σοφία. 
Τριάντα χρόνια πίσω, ξέρω, ήμουν εγώ.