Archive for the ‘Αλλων’ Category

Εντγκαρ Αλλαν Πόε, το Κοράκι (μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)

Κυριακή, Αυγούστου 8th, 2010

Η καλύτερη μετάφραση από όσες έχω δει για το Κοράκι – σέβεται το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, αλλά και την εσωτερική ομοιοκαταληξία- άθλος, θα έλεγα…Κυκλοφορεί  σε περίεργα «τομίδια», που θυμίζουν βεντάλια που ανοίγει, από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα με 5 ευρώ ( ! ) , το 2007,  μετάφραση Γ. Β. Ιωαννίδης, με σχέδια του Λεωνίδα Χρηστάκη (πρώτη έκδοση ήδη από το 1949 ! )…Αλλιώς, η γενιά μας έχει ήδη φάει γκολ από τα αποδυτήρια….Η άγνοια μόνο μας σώζει, για να επιμένουμε…



ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


0

Κάρολος Μπωντλαίρ: Αβελ και Κάιν

Τετάρτη, Αυγούστου 4th, 2010

ΑΒΕΛ ΚΑΙ ΚΑΙΝ

Φυλή του Άβελ, τρώγε, πίνε και κοιμήσου
ο Θεός σ’ εσένα γλυκά χαμογελά!
Φυλή του Κάιν, μες στη λάσπη σου κυλήσου
και ψόφα μέσα στην κακομοιριά.

Φυλή του Άβελ, το θυμίαμά σου ευφραίνει
των Σεραφείμ τη μύτη εκεί ψηλά!
Φυλή του Κάιν, η αγωνία που σε βαραίνει,
θε να τελειώσει εδώ καμιά φορά;

Φυλή του Άβελ, κοίτα: τα σπαρτά σου εσένα,
τα ζώα σου, πάν’ όλα κατ’ ευχή.
Φυλή του Κάιν, στ’ άντερά σου, λυσσασμένα
η πείνα ουρλιάζει, ως γέρικο σκυλί.

Φυλή του Άβελ, ζέσταινε συ την κοιλιά σου
στο τζάκι σου το πατριαρχικό.
Φυλή του Κάιν, σαν τσακάλι στη σπηλιά σου,
τρεμούλιαζε απ’ το κρύο το φριχτό!

Φυλή του Άβελ, ερωτεύου, γεννοβόλα!
Και το πουγκί σου όμοια γεννοβολά.
Φυλή του Κάιν, στην καρδιά σου φλόγα είν’ όλα,
μα απ’ τους μεγάλους πειρασμούς, μακριά!

Φυλή του Άβελ, όλο πλήθαινε βοσκίζεις,
σαν πάνω στο σανίδωμα οι κοριοί!
Φυλή του Κάιν, σ’ έρμους δρόμους που γυρίζεις,
σέρνε τη φαμελιά σου που θρηνεί.

——————————————————

Φυλή του Άβελ, το ψοφίμι το δικό σου,
θε να λιπάνει σαν κοπριά τη γη!
Φυλή του Κάιν, η δουλειά που ’χεις εμπρός σου,
για ’σε δεν έχει ακόμα τελειωθεί.

Φυλή του Άβελ, να ποια είναι η ντροπή σου:
το σίδερο έχει απ’ το κοντάρι νικηθεί!
Φυλή του Κάιν, ως τα ουράνια ας φτάσει η οργή σου
κι ας ρίξει το Θεό κάτω στη γη!

Κάρολος Μπωντλαίρ. μετάφραση Γιώργης Σημηριώτης

ΥΓ: Ενα μήνα μάζευα στα κρυφά τα χρήματα για να αγοράσω, στην πρώτη Λυκείου, τα «άνθη του κακού», σε μετάφραση Σημηριώτη πάντα, από το συνοικιακό βιβλιοπωλείο, και πολλούς μήνες αργότερα μου κράτησαν συντροφιά καλά κρυμμένα στα άδυτα της σχολικής τσάντας….Οι Αβελ και Κάιν, σταθερή αξία, με ακολουθούν 20 χρόνια και βάλε…Η μετάφραση Σημηριώτη αξεπέραστη, ακόμα και σήμερα θαρρώ….Κανονικά το ποίημα είναι σε δίστιχα, εγώ το βάζω σε τετράστιχα από παραξενιά…(για να τονίσω την αντίθεση).

0

Γιώργος Ζιόβας, Σοφία

Πέμπτη, Ιουλίου 29th, 2010


Το όνομα Σοφία είναι κάτι σκοτεινό
νύχτα ανοιξιάτικη και άνθη μυρωμένα
το όνομα Σοφία μου ξυπνούσε πάντοτε κάτι βαθύ
πλούσια μαλλιά και μάτια μυστικά για μένα.

Βυθίζω το μυαλό μου σε μιαν άχραντη σιγή
να ζωντανέψω μια Μορφή πασχίζω
η νύχτα φεύγει, σίμωσε η αυγή
κι όλα σωριάζονται τα όνειρα που χτίζω.

Κάποια Σοφία θα ζητώ θαρρώ
σ’ όλη μου τη ζωή σφιχτά για ν’ αγκαλιάσω
μα θα μου μένει πάντα έν’ απλό κορμί
της ηδονής χαρές για να γιορτάσω.

Ματαιωμένα λόγια ανείπωτα βαθιά
Σοφία, αν έρθεις κάποτε θα σου χαρίσω
και με φιλιά του πόθου μου φιλιά καφτά
τα μυρωμένα χείλη σου θα τα γεμίσω.

Ξοδεύω τη μεγάλη την ψυχή μου τη βαριά
σε σκονισμένους δρόμους σε λευκά χαρτιά
σε σώματα περαστικά και ξεχασμένα.
Σοφία χαμογελάς, το ξέρω, αινιγματικά
είσαι το άπιαστο μυστήριο για όλους και για μένα.


Ο Γιώργος Ζιόβας είναι ηθοποιός και ποιητής. Το παραπάνω είναι από τη συλλογή: Ο Αμείλικτος Μίσκιν.

0

Χάικου του Χρήστου Τουμανίδη

Τρίτη, Ιουλίου 27th, 2010

Τα χάικου δεν τα συμπαθώ ιδιαίτερα. Παρόλα αυτά, ο Χρήστος Τουμανίδης κατάφερε να μου ανατρέψει αυτή την εντύπωση μέσα σε μισή ώρα από τη γνωριμία μας, όταν μου αφιέρωσε το παρακάτω, για το οποίο και τον ευχαριστώ και δημόσια:


ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ

Αχ η Σοφία,
όλες τις γλώσσες μιλά
με τη σιωπή της.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ


(ο πίνακας είναι του Καντίνσκι και υποδηλώνει τη σύνδεση ζωγραφικής και μουσικής)

0

Βυθιζόμεθα Κυρία!…

Παρασκευή, Μαΐου 21st, 2010

Το πλοίο (ο Τιτανικός)


Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου
περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο
με δύο γλαρά φουγάρα και ονείρου
φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,


στο χέρι εμελαγχόλει… τι θεία ώρα
στα βαλς που η σάλα αντήχει κι είχεν έβγει
μισή φωτιά η σελήνη!… και τι φιόρα
οι έξωμες μυλαίδες και τα ζεύγη,


που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα
που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια εώρει…
Και η Κυρία –ωωω! … που εκράτει πάντα
εκείνο το βιβλίο… το βαπόρι


Στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι…
Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία
με πάντα το βιβλίο – τώρα – ω νάτη-
κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι ειν’ ωραία,


μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)
το πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:
«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…» του λέει.
- Μα βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


0

Η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων

Σάββατο, Μαΐου 15th, 2010

Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων,
        σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.

Φιλόστρατος, Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον, VΙΙΙ, 7

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή

        αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τούς έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

K.Π. Kαβάφης

(o πίνακας ασφαλώς του Σαλβατόρ Νταλί)

2

Ιδανικοί και Δανεικοί

Πέμπτη, Απριλίου 15th, 2010

Όπως σας υποσχέθηκα εχθές, παραθέτω σήμερα τους Ιδανικούς Οινόφλυγες του Γιώργου Κοροπούλη http://pampalaionero.wordpress.com/ σε αντιπαραβολή με τους Δανεικούς Αυτόχειρες του blogger Α.Φ.Μ….αλλιώς: Allu Fun Marx…http://afmarx.wordpress.com/

Ιδανικοί Οινόφλυγες

Ξυπνούν, κι έχει η σκέψις ωριμάσει:
Δεν πίνουν από σήμερα σταγόνα.
Έχει πια το στομάχι τους χαλάσει,
τους τρέμουνε τα χέρια και το γόνα.

Απήυδησαν στα μπαρ να τριγυρνάνε,
ν’ αγγίζουν το φαΐ ως άλλοι Μίδες,
να πίνουνε κι οι νύχτες να περνάνε
πολλές μαζί, σαν άκοπες σελίδες.

Νηφάλιοι θα σκύβουν στο τραπέζι,
της τέχνης να ξανάβρουν το κολάι.
Στα τζάμια, της αυγής το φως θα παίζει,
θ’ αχνίζει ο διπλός καφές στο πλάι…

Θωπεύουν το μπουκάλι και το κλείνουν.
Του χρόνου, ίσως τ’ανοίξουν κάποιο βράδυ.
Θα πρέπει πότε-πότε να ξεδίνουν
(καθώς η Περσεφόνη από τον Άδη).

Ήρεμοι κι εγκρατείς, νομοθετούνε
ότι δεν είναι, μ’ όλα τούτα, λάθος
λίγο κρασί στο δείπνο τους να πιούνε,
πως θα μεθύσουν βέβαιοι κατά βάθος.

 

Οι δανεικοί αυτόχειρες

Πληκτρολογούν τον κωδικό τους. Μπαίνουν
στο blog που τόσο έχουν αγαπήσει…
Διαβάζουν post και το ποντίκι σέρνουν
(Τά’παιξε μάλλον από την πολύ την χρήση.)

Ήταν το blogging λένε ,τραγωδία.
Θεέ μου, τα φριχτά comment των ανωνύμων…
Πώς χάθηκε με μιάς τόση μαγεία;
Κόσμε των blog, δεν είσαι ελεήμων…

Ανοίγουν το free counter, κοιτάνε
“πόσο ανέβηκαν απόψε οι επισκέψεις;”
Την περασμένη δόξα αναμετράνε
και στο μυαλό χορεύουν χίλιες σκέψεις.

Όλα τελείωσαν. Το τελευταίο post νάτο,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει:
“Φεύγω. Κλείνω το blog μου το γαμάτο.
Δε θα χαθούμε, μη σας φάει το μαράζι.”

Βλέπουν την οθόνη, βλέπουν την ώρα.
“Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;”
“Όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”,
Βέβαιοι πως θα επιστρέψουν κατά βάθος.

 

(Αυτό το λινκ το βάζω για χάρη του ΑΦΜ, αλλά και άλλων αναγνωστών που παραπονέθηκαν πως δεν βρίσκουν τα πρωτότυπα…)

Παραποιώντας το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη “Ιδανικοί αυτόχειρες”

 

4

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει τούτ’ η γιορτή κι η Πασχαλιά

Τρίτη, Απριλίου 6th, 2010

Το πέρασμά σου

Στη ζήση αυτή που τη μισούμε
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε.

Ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό
και γέμισε ήλιο, ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας κι όλη η χώρα.

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασχαλιά.
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι – η Πασχαλιά
γιατί έτσι λίγο να βαστάξει!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

 

 

0

Η παραφορά του Ερωταφίου

Τετάρτη, Μαρτίου 31st, 2010

Υπάρχει ένα βιβλίο που κάθε Πάσχα το ξαναδιαβάζω. Μαζί με τα άλλα κλασικά Πασχαλινά, που είναι όμως πασίγνωστα σε όλους μας (το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Ελύτη, τα μεγαλοβδομαδιάτικα τραγούδια του Γκάτσου, τα πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τον «Ανθρωπο από τη Γαλιλαία» του Ηλία Λάγιου -που έμελλε να είναι και η τελευταία του ποιητική συλλογή, αν και αμφιβάλλω αν έχει προσεχθεί αρκετά- κ.ά)

Το βιβλίο αυτό όμως δεν έχει γίνει αρκετά γνωστό – αν και θα του έπρεπε – παρά σε έναν περιορισμένο κύκλο στο διαδίκτυο κυρίως. Πρόκειται για τη Παραφορά του Ερωταφίου, του Γιάννη Κυριαζή. Κυκλοφόρησε το 2008
από τις εκδόσεις Κονιδάρη. Το έγραφε επί πέντε χρόνια, από μεγαλοβδόμαδο σε μεγαλοβδόμαδο. Από εδώ μπορείτε να το κατεβάσετε σε e-book
http://www.scribd.com/doc/17606011/- Θα το βρείτε και στη σελίδα του, εδώ: http://gianniskyriazis.blogspot.com/

Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο Πασχαλινό δώρο από αυτό το βιβλίο (μαζί με τα προαναφερθέντα πασίγνωστα βιβλία), για όποιον θέλει μέσα από ένα βιβλίο να καταδυθεί στο πνεύμα και το συμβολισμό (και όχι μόνο στο θρησκευτικό συμβολισμό) των ημερών.

Ενδεικτικά, αναδημοσιεύω εδώ τα παρακάτω:

ΠΕΖΟ Γ΄

Το περιβραχιόνιο του πένθους άρχισε να σφίγγει περισσότερο το μπράτσο της Μεγάλης Παρασκευής. Αισθάνομαι ξένος μέσα στο πλήθος.
Κουνώ μηχανικά τα πόδια, για να μη με ποδοπατήσουν. Ο Σταυρός μπροστά γέρνει λίγο αριστερά-σα να συγχώρεσε τον αμαρτωλό ληστή.
Το κερί μου, από αιώνες σβηστό. Φυσάει ένα αεράκι κι αναρριγούν τ’ άνθη του Επιταφίου, λες και σαλεύει από κάτω τους ο νεκρός. Μία στιγμή μου φάνηκε να περπατά δίπλα μου αναστημένος, με μια φλόγα στο χέρι. Τα ρούχα Του λευκά, όπως κι όλων των άλλων. Το πρόσωπό Του καθησυχαστικό. Μου χαμογέλασε: «Θα σε ξαναδώ στην Ανάστασή σου», μου είπε και προχώρησε βιαστικά μαζί με τους άλλους. Έμεινα ακίνητος να κοιτώ. Τότε κατάλαβα: ήμουν εγώ μέσα στον Τάφο! Και θαμμένη μέσα μου, εσύ…Κι εκατοντάδες Χριστοί μας συνόδευαν. Στον δικό μας Ερωτάφιο. Σ’ αυτήν τη μοναδική Παραφορά του Ερωταφίου. Μία μικρή παρασκευή.


ΠΟΙΗΜΑ Β΄

*
Πήρες βαριανασαίνοντας του Γολγοθά το δρόμο
κι είχες βαρύ ένα Σταυρό στον τρυφερό Σου ώμο.

Μες στις παλάμες τα καρφιά απ’ το σφυρί στραβώσαν
σα να υποκλίθηκαν βαθιά σ’ Αυτόν που τα καρφώσαν.

Τρυπά η λόγχη τα πλευρά και χύνεται το αίμα
και σου φορούν ακάνθινο στεφάνι αντί για στέμμα.

Χολή και ξίδι σου ‘δωσαν –είσ’ όλος ένα τραύμα…
Και ο ληστής σου ζήταγε να κάνεις ένα θαύμα.

*
«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί»…
Θεό δεν έχουνε οι ουρανοί;

«Ας γίνει», είπες , «το θέλημά σου».
Η αγάπη ήταν το έγκλημά σου.

Αίμα δεν έχεις άλλο να χύσουν.
Όλο το δίνεις σ’ αυτούς, να ζήσουν.

*

Η γη τραντάζεται, οι τάφοι ανοίγουν,
νεκροί σηκώνονται και ξανασμίγουν.

Χλομό απ’ το ξύλο Σου Σε κατεβάζουν
κι ευθύς στη θέση Σου εμένα βάζουν.

Η απουσία της είναι, Χριστέ μου,
Σταυρός- κι Ανάσταση δε ζω ποτέ μου!

 

 
 

1

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες

Τετάρτη, Μαρτίου 31st, 2010

Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτι,
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη.
Θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ώς την Τετάρτη,
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη.

Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
Κομψά ντυμένος μ’ ένα στιλ που μαγνητίζει —

θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει.

Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει . . .

Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind, κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής . . .»

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην ταλιμπάν.

Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray,
σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη;
Πάει και τέλειωσε ! Το Σύμπαν καταρρέει . . .

Αυτές τις ώρες ίσως θα ’ταν για καλό μας
κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει.
Ας κάνουμε —από συνήθεια—
το σταυρό μας
και ας μουντζώσουμε —με τρόπο— προς τη Δύση.

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ, 44

 

 Το ποίημα υπάρχει και στο blog του φίλου Στιχάκια, εδώ: http://stixakias.wordpress.com/και στην ανθολογία Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/

 Τι άλλο να πω εγώ; Τα έχει πει όλα ο φίλος μου…Διαμελισμένα κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη, ενώ: στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες…Κανείς μας τίποτα μην πει – να μην μιλήσει… Ας κάνουμε – από συνήθεια – το σταυρό μας…

 

 

4