Archive for the ‘Ποιήματα’ Category

Περί παρήχησης (ποιός έκανε πιπί στον Μισισσιπή; )

Παρασκευή, Αυγούστου 13th, 2010

ΠΑΡΗΧΗΣΗ ΤΟΥ ΠΙ *

Ωστόσο, δεν χρειάζεται ο ήχος –
ο στίχος στο μυαλό για ν’ ακουστεί.
(να περιγράψω, να τους πω τι, δίχως
παράξενο σε  κ ε ί ν ο υ ς  να φανεί; )

Μου λεν για μετρική και παρηχήσεις –
με γράμμα ποιο; Ας πάρουμε το πι:
Παπάκι πάει στην ποταμιά – ποιήσεις
για τα παιδιά: γιατί παπά παχύ…;

Α, πόσο βαρετή η συζήτησή τους –
( δεν γεύονται τον έρωτα οι κουφοί ;! )
Εντάξει. Ως εκεί η αντίληψή τους.
Σε ποιόν -και πως- να πω; ( Παρήχηση του πι…)

Δεν είν’ ο κόσμος πέντε αισθήσεις μόνο,
δεν είναι ό,τι γεύεσαι κι ακούς,
ό,τι είδες, έπιασες και μύρισες στο χρόνο.
Δεν είναι. Μυστικούς έχει παλμούς.

Δεν είν’ η ποίηση  έ ξ ω  απ’ τον καθένα,
μέσα μας είναι κι ολοκάθαρ’ αντηχεί.
Γράψε ό,τι θες – μα εγώ με ένα στίχο μου, ένα!
Θα σου διδάξω:  π α ρ η χ ο ύ ν ε  κι οι κουφοί.

13/8/2010


* Π.Π.Π. = Ποίηση, Ποιητές, Ποιήματα ή Παπάκι Πάει στην Ποταμιά


0

Εντγκαρ Αλλαν Πόε, το Κοράκι (μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)

Κυριακή, Αυγούστου 8th, 2010

Η καλύτερη μετάφραση από όσες έχω δει για το Κοράκι – σέβεται το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, αλλά και την εσωτερική ομοιοκαταληξία- άθλος, θα έλεγα…Κυκλοφορεί  σε περίεργα «τομίδια», που θυμίζουν βεντάλια που ανοίγει, από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα με 5 ευρώ ( ! ) , το 2007,  μετάφραση Γ. Β. Ιωαννίδης, με σχέδια του Λεωνίδα Χρηστάκη (πρώτη έκδοση ήδη από το 1949 ! )…Αλλιώς, η γενιά μας έχει ήδη φάει γκολ από τα αποδυτήρια….Η άγνοια μόνο μας σώζει, για να επιμένουμε…



ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


0

Κάρολος Μπωντλαίρ: Αβελ και Κάιν

Τετάρτη, Αυγούστου 4th, 2010

ΑΒΕΛ ΚΑΙ ΚΑΙΝ

Φυλή του Άβελ, τρώγε, πίνε και κοιμήσου
ο Θεός σ’ εσένα γλυκά χαμογελά!
Φυλή του Κάιν, μες στη λάσπη σου κυλήσου
και ψόφα μέσα στην κακομοιριά.

Φυλή του Άβελ, το θυμίαμά σου ευφραίνει
των Σεραφείμ τη μύτη εκεί ψηλά!
Φυλή του Κάιν, η αγωνία που σε βαραίνει,
θε να τελειώσει εδώ καμιά φορά;

Φυλή του Άβελ, κοίτα: τα σπαρτά σου εσένα,
τα ζώα σου, πάν’ όλα κατ’ ευχή.
Φυλή του Κάιν, στ’ άντερά σου, λυσσασμένα
η πείνα ουρλιάζει, ως γέρικο σκυλί.

Φυλή του Άβελ, ζέσταινε συ την κοιλιά σου
στο τζάκι σου το πατριαρχικό.
Φυλή του Κάιν, σαν τσακάλι στη σπηλιά σου,
τρεμούλιαζε απ’ το κρύο το φριχτό!

Φυλή του Άβελ, ερωτεύου, γεννοβόλα!
Και το πουγκί σου όμοια γεννοβολά.
Φυλή του Κάιν, στην καρδιά σου φλόγα είν’ όλα,
μα απ’ τους μεγάλους πειρασμούς, μακριά!

Φυλή του Άβελ, όλο πλήθαινε βοσκίζεις,
σαν πάνω στο σανίδωμα οι κοριοί!
Φυλή του Κάιν, σ’ έρμους δρόμους που γυρίζεις,
σέρνε τη φαμελιά σου που θρηνεί.

——————————————————

Φυλή του Άβελ, το ψοφίμι το δικό σου,
θε να λιπάνει σαν κοπριά τη γη!
Φυλή του Κάιν, η δουλειά που ’χεις εμπρός σου,
για ’σε δεν έχει ακόμα τελειωθεί.

Φυλή του Άβελ, να ποια είναι η ντροπή σου:
το σίδερο έχει απ’ το κοντάρι νικηθεί!
Φυλή του Κάιν, ως τα ουράνια ας φτάσει η οργή σου
κι ας ρίξει το Θεό κάτω στη γη!

Κάρολος Μπωντλαίρ. μετάφραση Γιώργης Σημηριώτης

ΥΓ: Ενα μήνα μάζευα στα κρυφά τα χρήματα για να αγοράσω, στην πρώτη Λυκείου, τα «άνθη του κακού», σε μετάφραση Σημηριώτη πάντα, από το συνοικιακό βιβλιοπωλείο, και πολλούς μήνες αργότερα μου κράτησαν συντροφιά καλά κρυμμένα στα άδυτα της σχολικής τσάντας….Οι Αβελ και Κάιν, σταθερή αξία, με ακολουθούν 20 χρόνια και βάλε…Η μετάφραση Σημηριώτη αξεπέραστη, ακόμα και σήμερα θαρρώ….Κανονικά το ποίημα είναι σε δίστιχα, εγώ το βάζω σε τετράστιχα από παραξενιά…(για να τονίσω την αντίθεση).

0

Γιώργος Ζιόβας, Σοφία

Πέμπτη, Ιουλίου 29th, 2010


Το όνομα Σοφία είναι κάτι σκοτεινό
νύχτα ανοιξιάτικη και άνθη μυρωμένα
το όνομα Σοφία μου ξυπνούσε πάντοτε κάτι βαθύ
πλούσια μαλλιά και μάτια μυστικά για μένα.

Βυθίζω το μυαλό μου σε μιαν άχραντη σιγή
να ζωντανέψω μια Μορφή πασχίζω
η νύχτα φεύγει, σίμωσε η αυγή
κι όλα σωριάζονται τα όνειρα που χτίζω.

Κάποια Σοφία θα ζητώ θαρρώ
σ’ όλη μου τη ζωή σφιχτά για ν’ αγκαλιάσω
μα θα μου μένει πάντα έν’ απλό κορμί
της ηδονής χαρές για να γιορτάσω.

Ματαιωμένα λόγια ανείπωτα βαθιά
Σοφία, αν έρθεις κάποτε θα σου χαρίσω
και με φιλιά του πόθου μου φιλιά καφτά
τα μυρωμένα χείλη σου θα τα γεμίσω.

Ξοδεύω τη μεγάλη την ψυχή μου τη βαριά
σε σκονισμένους δρόμους σε λευκά χαρτιά
σε σώματα περαστικά και ξεχασμένα.
Σοφία χαμογελάς, το ξέρω, αινιγματικά
είσαι το άπιαστο μυστήριο για όλους και για μένα.


Ο Γιώργος Ζιόβας είναι ηθοποιός και ποιητής. Το παραπάνω είναι από τη συλλογή: Ο Αμείλικτος Μίσκιν.

0

Χάικου του Χρήστου Τουμανίδη

Τρίτη, Ιουλίου 27th, 2010

Τα χάικου δεν τα συμπαθώ ιδιαίτερα. Παρόλα αυτά, ο Χρήστος Τουμανίδης κατάφερε να μου ανατρέψει αυτή την εντύπωση μέσα σε μισή ώρα από τη γνωριμία μας, όταν μου αφιέρωσε το παρακάτω, για το οποίο και τον ευχαριστώ και δημόσια:


ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ

Αχ η Σοφία,
όλες τις γλώσσες μιλά
με τη σιωπή της.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ


(ο πίνακας είναι του Καντίνσκι και υποδηλώνει τη σύνδεση ζωγραφικής και μουσικής)

0

Στου Καρυωτάκη τη στερνή την κατοικία

Πέμπτη, Ιουλίου 22nd, 2010

Στον Δημήτρη Σολδάτο, που μου έδωσε την ιδέα
με το ποίημα «Επέτειος Κ. Γ. Καρυωτάκη»,
Στον Αγγελο Γαλάτη, για τα γενέθλιά του (21/7),
Και στον Ηλία Λάγιο, (ονομαστική εορτή 20/7)
αναδρομική «αβάντα για την ύστατη ώρα»



ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΠΡΕΒΕΖΗΣ, 21 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010

Ιούλης θα ‘ναι και η μέρα εικοσιμία,
στην Πρέβεζα, στην προκυμαία πάντα.
Νύχτα πανσέληνη και γύρω νηνεμία –
κι η ιστορία αρχίζει, σαν μπαλάντα,
εκείνη που ‘ταξα, με στίχους σας αβάντα,
στον Άγγελο, σε σένα, στον Ηλία.
Σας ονειρεύτηκα, μες τη μοιραία στράτα
στου Καρυωτάκη τη στερνή την κατοικία.

Ο φάρος σκίζει το σκοτάδι – λάμψη μία.
Η ώρα νύχτα, πέντε και σαράντα,
πριν το ξημέρωμα, μες τη βαθιά ησυχία -
το προσκλητήριο σήμανε κι η μπάντα.
Οι αγαπημένοι μας νεκροί περνάνε, αγάντα!
Να η Πολυδούρη, αγκαζέ με Καββαδία
-και πόσο νέοι! πριν κλείσουν τα τριάντα –
στου Καρυωτάκη τη στερνή την κατοικία.

Έρχονται κι άλλοι –ο καθένας μια ιστορία
να πει, από τα πρώτα του τα νιάτα.
Μαζί Σκαρίμπας-Λαπαθιώτης, σ’ αρμονία -
στη μέση ο Κοτζιούλας, καθώς πάντα.
Πριν έρθει ο Πόλεμος, ο Μέγας, του σαράντα,
για να σαρώσει μια γενιά, μια δεκαετία,
που συγκεντρώθηκε σε τούτη τη μπαλάντα,
στου Καρυωτάκη τη στερνή την κατοικία.

Πάρε με απόψε μες την Πρέβεζα και κράτα
μαζί τις λέξεις σου, που αγάπησα μία μία
κι έλα, Δημήτρη, να βαδίσουμε στη στράτα,
στου Καρυωτάκη τη στερνή την κατοικία.

21/7/2010

Το ποίημα του Δημήτρη Σολδάτου

θα το βρείτε εδώ:

http://dimsol.blogspot.com/

1

Οι κάκτοι όλο φαντάζονται ένα ψέμα

Πέμπτη, Ιουλίου 15th, 2010

Η ΜΙΜΟΖΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΚΑΚΤΩΝ

Στον Κλεάνθη Παππά,
με τον τρόπο του πατέρα του, Τάσου

Στο σπίτι, που το στοίχειωσαν οι κάκτοι,
του Παθανάρες η βαριά πέφτει σκιά
προς τη μιμόζα, που όλο γέρνει τα κλαδιά,
τόσο γλυκά ευωδιάζοντας στο φράκτη.

Πενήντα χρόνια τριγυρνάει η Ντολορές,
στον κήπο, στα παλιά του τα βιβλία,
στους στίχους που ξεχάστηκαν στ’ αρχεία –
κι όπου θαφτήκανε οι αγάπες κι οι χαρές.

Ο καλπασμός ακούγεται για πάντα,
καθώς ο Τεξ πηγαίνει προς τη Δύση –
στρέφει η μιμόζα διαρκώς στη βρύση,
σγουρούς μαιάνδρους ψάχνει στη βεράντα.

Του φεγγαριού το πέταλο, στο αίμα
δείχνει σημάδι, ώρα του θανάτου.
Λουφάζει ως κι ο λύκος στη φωλιά του –
οι κάκτοι όλο φαντάζονται ένα ψέμα.

Κι αν τ’ αγαπάς παράφορα – τι πόζα!
Σε μια κορδέλα τύλιξε, Κλεάνθη,
ετούτο τον κορμό, τα κίτρινα άνθη –
απόψε θα πεθάνει κι η μιμόζα!


Για τον Τάσο Παππά διαβάστε και την παρουσίαση εδώ:

http://www.sofiakolotourou.gr/articles/8/45

Για όσους έχουν facebook, το άρθρο του Κλεάνθη Παππά (με τίτλο «ένας απροσδόκητος θάνατος» ) εδώ:

http://www.facebook.com/notes/kleanthis-pappas/enas-aprosdoketos-thanatos-14-7-2010/139171792768833


0

Ιδού, σκεβρό το σώμα σου, Εσπερία

Τετάρτη, Ιουνίου 2nd, 2010

O φίλος μου ο Θεοδόσης, με την απαράμιλλη επική του φωνή έγραψε μόλις ένα μικρό αριστούργημα. Κι επειδή το ονομάζει Ευρώπη Ι, ομολογώ πως ανυπομονώ να δω και τα επόμενα…Χωρίς άλλα λόγια, ας τον διαβάσουμε…(από τη σελίδα:  http://theodosisvolkof.blogspot.com/  )

ΕΥΡΩΠΗ Ι

Μόνοι και όψιμοι. Ξένοι της Γης.
Και άρα τ’ Ουρανού πιο ξένοι ακόμα.
Οι έσχατοι μιας κάποτε Φυλής,
με κάποιο γήρας σε ψυχή και σώμα.
Άντρες, γυναίκες, βρέφη και παιδιά
γέρικο σπέρμα, μήτρα κουρασμένη
μας γέννησε, μας έσπρωξε μπροστά·
θνησιγενείς· νεκροί και κολασμένοι.

Εμείς παντού. Και σαν εμάς κανείς.
Ιδού, σκεβρό το σώμα σου, Εσπερία·
δεν βάρυνε έτσι και ποτέ ουδείς
απ’ την Ανάγκη κι απ’ την Ιστορία.
Μαραίνεται το Δέντρο της Ζωής·
ας προκαλεί κι ας θάλλει το άλλο Δέντρο·
στέρεψε η πίστη· η γνώση, δεν αρκείς
και δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κέντρο.

Μας έφθειρε η λαγνεία τα κορμιά,
ξεστράτισε μικρόψυχη η σκέψη,
η βούληση απ’ το αίμα δεν βαστά,
Θεός δεν είναι για να μας πιστέψει.
Κι ωστόσο μες στην πλάνη αληθείς·
περήφανοι· κανείς για να μας κρίνει.
Πάντα εμείς· παιδιά της ταραχής
δεν θα υποκριθούμε τη γαλήνη.

Ας πέσουμε όπως πέφτουμε λοιπόν.
Μια ώρα πριν το τέλος, και τη ζούμε.
Εκεί που όλα εκλείπουν το παρόν
εγγράφουμε στο μέλλον πριν σβηστούμε.
Βυθίζεται μια ήπειρος εδώ·
ο άνθρωπος που γίναμε τελειώνει
με στεναγμό, λυγμό και με σπασμό,
με έρημο, με θειάφι και μ’ αφιόνι.

Φοράμε των αιμάτων τη δορά.
Τα πρόσωπα γυμνώνονται απ’ το δέρμα
του ανθρώπου κι ανωφέλευτη η Τορά –
τελειώσαμε πριν φτάσουμε στο τέρμα.
Πυκνώνουμε στην πράξη τη στερνή
τώρα που ηχεί λόγος κενός το «Θεέ μου»
το αίμα πλέον του αίματος καλεί –
πράξη υπάτη η πράξη του Πολέμου.

Δεν θα υπάρξει Μνήμη για εμάς
που απ’ τη Μνήμη έχουμε βαρύνει,
σπεύδουν τα πάντα, σπεύδουν προς δυσμάς
μες στον καταποτήρα και στη δίνη.
Ήρθε ο καιρός που η ζωή δεν ζει.
Δόξα καμιά. Μόνο η στιγμή. Και φτάνει.
Η Αθανασία πέθανε κι αυτή.
Εμάς – κι ο Θάνατός μας θα πεθάνει.

© Θεοδόσης Βολκώφ

2

Γάζα

Τρίτη, Ιουνίου 1st, 2010

Αναρωτιέμαι αν το όνομα τ’ αλλάζαν
λέτε στο μέλλον να μην είχαμε πια θέμα;
Βλέπεις αυτή η γαμημένη λέξη Γάζα
είναι φτιαγμένη εξ ορισμού να πίνει αίμα


Του φίλου Στιχάκια,  με τίτλο: «..ήταν ένα μικρό καράβι…» από τη σελίδα: http://stixakias.wordpress.com/

(το σκίτσο του Δημήτρη Αρβανίτη, από τη σελίδα που αναγράψαμε εχθές).

0

Και ζούμε τη ζωή μας με συμβάσεις

Δευτέρα, Μαΐου 24th, 2010

ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΙ

 Σπουδάζουμε και παίρνουμε πτυχία
που στέκοντ’ ύστερα στον τοίχο, ειρωνικά.
Μας παίρνουν έπειτα σε μι’ άσχετη δουλειά
- με σύμβαση κι η σταδιοδρομία.

Μετράμε κάθε μέρα τα έξοδά μας
- βγαίνει δεν βγαίνει ο προϋπολογισμός.
Μια σύμβαση όλα, ψυχαναγκασμός
μη χάσουμε στο τέλος τη δουλειά μας.

Και ζούμε τη ζωή μας με συμβάσεις:
μόνιμο τίποτα, κανένας, πουθενά.
Κι αν παντρευόμαστε, χωρίζουμε ξανά
και στήνουμ’ οικογένειες σ’ άλλες βάσεις.

Με σύμβαση μετράμε και το χρόνο
- μόλις θ’ αντέξουμε για καναδυο χρονιές.
Τώρα, με γράμματα ψιλά μες τις γραμμές
κι εγώ τη σύμβασή μου ανανεώνω.

  

2