Archive for the ‘Πάνω σ' ένα ξένο στίχο’ Category

Ιδανικοί και Δανεικοί

Πέμπτη, Απριλίου 15th, 2010

Όπως σας υποσχέθηκα εχθές, παραθέτω σήμερα τους Ιδανικούς Οινόφλυγες του Γιώργου Κοροπούλη http://pampalaionero.wordpress.com/ σε αντιπαραβολή με τους Δανεικούς Αυτόχειρες του blogger Α.Φ.Μ….αλλιώς: Allu Fun Marx…http://afmarx.wordpress.com/

Ιδανικοί Οινόφλυγες

Ξυπνούν, κι έχει η σκέψις ωριμάσει:
Δεν πίνουν από σήμερα σταγόνα.
Έχει πια το στομάχι τους χαλάσει,
τους τρέμουνε τα χέρια και το γόνα.

Απήυδησαν στα μπαρ να τριγυρνάνε,
ν’ αγγίζουν το φαΐ ως άλλοι Μίδες,
να πίνουνε κι οι νύχτες να περνάνε
πολλές μαζί, σαν άκοπες σελίδες.

Νηφάλιοι θα σκύβουν στο τραπέζι,
της τέχνης να ξανάβρουν το κολάι.
Στα τζάμια, της αυγής το φως θα παίζει,
θ’ αχνίζει ο διπλός καφές στο πλάι…

Θωπεύουν το μπουκάλι και το κλείνουν.
Του χρόνου, ίσως τ’ανοίξουν κάποιο βράδυ.
Θα πρέπει πότε-πότε να ξεδίνουν
(καθώς η Περσεφόνη από τον Άδη).

Ήρεμοι κι εγκρατείς, νομοθετούνε
ότι δεν είναι, μ’ όλα τούτα, λάθος
λίγο κρασί στο δείπνο τους να πιούνε,
πως θα μεθύσουν βέβαιοι κατά βάθος.

 

Οι δανεικοί αυτόχειρες

Πληκτρολογούν τον κωδικό τους. Μπαίνουν
στο blog που τόσο έχουν αγαπήσει…
Διαβάζουν post και το ποντίκι σέρνουν
(Τά’παιξε μάλλον από την πολύ την χρήση.)

Ήταν το blogging λένε ,τραγωδία.
Θεέ μου, τα φριχτά comment των ανωνύμων…
Πώς χάθηκε με μιάς τόση μαγεία;
Κόσμε των blog, δεν είσαι ελεήμων…

Ανοίγουν το free counter, κοιτάνε
“πόσο ανέβηκαν απόψε οι επισκέψεις;”
Την περασμένη δόξα αναμετράνε
και στο μυαλό χορεύουν χίλιες σκέψεις.

Όλα τελείωσαν. Το τελευταίο post νάτο,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει:
“Φεύγω. Κλείνω το blog μου το γαμάτο.
Δε θα χαθούμε, μη σας φάει το μαράζι.”

Βλέπουν την οθόνη, βλέπουν την ώρα.
“Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;”
“Όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”,
Βέβαιοι πως θα επιστρέψουν κατά βάθος.

 

(Αυτό το λινκ το βάζω για χάρη του ΑΦΜ, αλλά και άλλων αναγνωστών που παραπονέθηκαν πως δεν βρίσκουν τα πρωτότυπα…)

Παραποιώντας το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη “Ιδανικοί αυτόχειρες”

 

4

Αν είσαι ωραίος, τώρα πέρνα

Σάββατο, Απριλίου 10th, 2010

Χαρισμένο στον Ικαρο Μπαμπασάκη για τα σημερινά του γενέθλια, με πολλή αγάπη!

OI ΩΡΑΙΟΙ

Στου πρώτου ορόφου την ταβέρνα
μες σε καπνούς και φαγητά
(κόσμος πολύς και άντε πέρνα)
τον Μπαμπασάκη είδα ξαφνικά.
Εκεί, σαν όλα τα βραδάκια
με ουζάκι και με χταποδάκια.

Καθόταν ο ένας πλάι στον άλλο,
και κάποιοι ακόμα, καταγής –
που περιμέναν το σινιάλο
για ένα Μινόρε της Αυγής!
Κι αρχίζει ο νους ν’ αποξεχνιέται
σ’ ήχους και στίχους να πλανιέται.

(Ο Πειραιάς, Κανάλι Ενα,
οι Happy Few, το Βακχικόν,
ω! χρόνια, χρόνια ονειρεμένα,
των φίλων και των συμποτών…
Μη φεύγετε από κοντά μας,
έχετε πάρει τα μυαλά μας..)

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
είν’ που αποκλήρωσε το γιο.
Άλλον τον χώρισ’ η γυναίκα,
κι το ‘χει ρίξει στο πιοτό.
Τους κάναν στο Χαλάνδρι χάζι
και το Μαρούσι πια δεν ησυχάζει.

-Το νοθευμένο φταίει ποτό μας;
-Ο Κέρουακ – στο Δρόμο – που αργεί;
-Τον Ικαρο εκλέξαμ’ αρχηγό μας
και φταίει…. ίσως φταίει η μουσική!
Ποιος λείπει, ποιος; Κανένα στόμα
ξεμέθυστο δεν βρίσκεται ακόμα…

Έτσι, σε τούτη τη ταβέρνα,
τα πίνουμε τα βράδια όλοι μαζί –
κι αν είσαι ωραίος, τώρα πέρνα,
κάτω από μένα γράψε μια ευχή:
Χρόνια πολλά στον Ικαρο, συνάμα
στους φίλους, που πλαντάξανε στο κλάμα!

 

1

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες

Τετάρτη, Μαρτίου 31st, 2010

Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτι,
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη.
Θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ώς την Τετάρτη,
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη.

Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
Κομψά ντυμένος μ’ ένα στιλ που μαγνητίζει —

θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει.

Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει . . .

Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind, κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής . . .»

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην ταλιμπάν.

Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray,
σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη;
Πάει και τέλειωσε ! Το Σύμπαν καταρρέει . . .

Αυτές τις ώρες ίσως θα ’ταν για καλό μας
κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει.
Ας κάνουμε —από συνήθεια—
το σταυρό μας
και ας μουντζώσουμε —με τρόπο— προς τη Δύση.

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ, 44

 

 Το ποίημα υπάρχει και στο blog του φίλου Στιχάκια, εδώ: http://stixakias.wordpress.com/και στην ανθολογία Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/

 Τι άλλο να πω εγώ; Τα έχει πει όλα ο φίλος μου…Διαμελισμένα κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη, ενώ: στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες…Κανείς μας τίποτα μην πει – να μην μιλήσει… Ας κάνουμε – από συνήθεια – το σταυρό μας…

 

 

4

Του αδερφού μου

Πέμπτη, Μαρτίου 11th, 2010

 Στη φωτογραφία, εγώ, παράξενο παιδάκι, περίπου 5 ετών στο νηπιαγωγείο με την ροζ ποδιά (τέλη του 1977 ή αρχές 1978) και ο αδερφός μου περίπου 2,5 ετών, που του κρατώ το χέρι…

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω·
τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Και δεν ποθώ πια τίποτε αδελφέ μου·
τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν
και τα ‘δωκα, ροδόφυλλα του ανέμου.

Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις
τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν
να ‘ρθεις από ’κει πέρα, να περάσεις
τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος
ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σου ‘ναι αγαπημένος;

Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σου ‘λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα,
διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους,
μη ξέροντας ποιοι τόποι μ’ εκρατήσαν,
μη ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους.

Κι ως είσαι λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,
και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,

για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου ‘λεγα, μα εσβήσαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε..

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ

1

Να κόψω γαλανά κομμάτια φως

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 5th, 2010

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

Eίν’ έξω νύχτα και σκοτάδι και σιωπή.
Όμως ακόμα ελπίζω και παλεύω.
Δεν ξέρω αν θα ‘ρθουνε κι οι φίλοι την αυγή -
ούτε γνωρίζω εκείνο που γυρεύω.

Ωστόσο θέλω να φεγγίσει ο ουρανός -
κι η λάμψη του να μπει μες τη ψυχή μου.
Μετά να κόψω γαλανά κομμάτια φως,
σαν δώρα, να μοιράσω στη γιορτή μου.

Κι άμα δεν έρθουνε, θα πάω και θα τους βρω -
υπάρχει χώρος τώρα στην καρδιά μου.
Ένα κομμάτι φωτεινό να μοιραστώ
και λίγη αγάπη κι όλα τα όνειρά μου.

Να ξαναφτιάξω τη ζωή μου έχω σκοπό
κι έχω αλλαγές κρυφά δρομολογήσει. 
 Όλα θα γίνουν, μυστικά -κι έχω καιρό,
πολύ καιρό, ώσπου έξω να ροδίσει.

(1994)

Αναρτώντας αυτό το παλιό ποίημα του 1994 αναρωτήθηκα σε ποιους θα έδινα σήμερα «γαλανά κομμάτια φως». Πρώτα πρώτα στους αναγνώστες μου, όποιοι κι αν είναι, καλλιτέχνες ή απλά φιλότεχνοι, κι έπειτα στους ανθρώπους που με φιλοδωρίζουν με το δικό τους φως, της τέχνης τους. Και δεν είναι λίγοι.

Ανήκουν σε όλες τις μορφές τέχνης: Από σκιτσογράφους, που εκτιμώ τη δουλειά τους κι εκείνοι με τιμούν επίσης με τη φιλία τους, όπως ο Σπύρος Δερβενιώτης http://derveniotis.wordpress.com/ και η Μαρία Τζαμπούρα, http://www.cartoonists.gr/view_cat.php?cat_id=66

Από μουσικούς, όπως οι Active Member που μελοποίησαν ένα ποίημά μου, και κυρίως η Sadahzinia http://www.sadahzinia.com/, που εκτός από μουσική γράφει και θαυμάσια βιβλία για παιδιά. Επίσης ο Κώστας Παρίσσης http://www.youtube.com/watch?v=zxXtwxsVZzY που μου μελοποίησε άλλο ποίημα, και τους ευχαριστώ κι ας μην μπορώ να τα ακούσω εγώ, μα τα ακούει ο περισσότερος κόσμος κι αυτό μου φτάνει.

Από τραγουδιστές-τραγουδοποιούς, σαν τον Δώρο Δημοσθένους, http://www.youtube.com/watch?v=e6bzT08R-bA που όλοι συμφωνούν ότι έχει εκπληκτική φωνή και ερμήνευσε το τραγούδι μου άψογα και σαν τη φίλη μου   τη Νικολέττα Αναστασίου, για την οποία πάλι λέγεται ότι είναι εκπληκτική, και στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να την ακούσω http://mousikaproastia.blogspot.com/2008/11/drom.html 

Από ηθοποιούς – δεν λένε πως σημαίνει φως; – όπως η Ολια Λαζαρίδου http://olialaz.blogspot.com/που με κάλεσε ευγενικά στη θεατρική παράστασή της και ψάχνουμε την καλύτερη φόρμουλα για να μπορέσω να την παρακολουθήσω, με τη βοήθεια και του κειμένου.

Και βέβαια, από ποιητές και συγγραφείς, που δεν ξέρω καν πόσα ονόματα να αναφέρω χωρίς να αδικήσω κανέναν και καμία. Ενδεικτικά έχω στους συνδέσμους της σελίδας μου τις αντίστοιχες σελίδες πολλών από αυτούς, κι άλλους τους έχω μαζέψει στην ανθολογία «Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό». http://pampalaionero.wordpress.com/

Θα αναφέρω ειδικά τον Θανάση Τριαρίδη, http://www.triaridis.gr/ ,  με όλα του τα βιβλία, τα άρθρα, τις παρεμβάσεις που δεν σταματούν ποτέ, γιατί είναι από μόνος του ένα πολιτιστικό γεγονός. Δυστυχώς για μένα κι ευτυχώς για κείνον, ζει στη Θεσσαλονίκη κι έτσι δεν μπορώ να τον παρακολουθήσω συχνά από κοντά.

Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάνω εδώ στα βιβλία 2 ποιητών μας, φίλων μου και φίλων μεταξύ τους εδώ και μια 20ετία, που τα δημοσίευσαν σχεδόν ταυτόχρονα πριν από λίγο καιρό.

Ο Γιάννης Κυριαζής εξέδωσε το βιβλίο: «Παλατινή Ανθολογία, σαν ρόδο υποπόρφυρο» από τις εκδόσεις Ενδυμίων τον Δεκέμβρη του 2009. Παρακολούθησα την προσπάθειά του σχεδόν από την αρχή, στο παλιό του μπλογκ, εδώ και 2 χρόνια περίπου, και γνωρίζω καλά πόσο κόπο κατέβαλλε για να καταφέρει να αποδώσει έμμετρα και ομοιοκατάληκτα τόσα αρχαία επιγράμματα. Η έκδοση είναι δίγλωσση, ώστε να αντιπαραβάλλουν όσοι γνωρίζουν καλά αρχαία. Παρόλο που η δική μου γνώση των αρχαίων σταματά σε σχολικό επίπεδο, θαύμασα εξ αρχής την έμμετρη απόδοση και θεωρώ αυτό το βιβλίο μοναδικό για την σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία.

Ενδεικτικά παραθέτω τα παρακάτω 2 επιγράμματα:

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 122

Ανέλπιστο και θαυμαστό τίποτε δεν υπάρχει
αφού ο Δίας ο θεός που τους Ολύμπιους άρχει
μεσημεριάτικα έφερε νύχτα σ’ όλους τους τόπους -
το φως του ήλιου κρύβοντας, τρόμαξε τους ανθρώπους.
Και από τότε τίποτε απίστευτο δε μοιάζει
ούτ’ αν το αγρίμι την τροφή με το δελφίνι αλλάζει
κι αγαπητό της θάλασσας, σ’ αυτό, το κύμα αν γίνει
κι αν αγαπήσει του βουνού τα δέντρα το δελφίνι.

ΑΛΚΜΑΝ, 89

Φαράγγια, λόφοι και βουνά, χαράδρες, δες, κοιμούνται
και τα ερπετά της μαύρης γης καθόλου δεν κουνιούνται.
Των μελισσών το γένος δες, στον ύπνο που εγλυκάθη,
τα κήτη μες στης θάλασσας της σκοτεινής τα βάθη,
των μακροφτέρουγων πουλιών το σμήνος που εβουβάθη.

Περισσότερα θα δείτε σε αυτό το μπλογκ:

http://palatini.blogspot.com/

Ο Δημήτρης Σολδάτος εξέδωσε πριν από λίγες μέρες τη συλλογή: 1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα (χίλια δίστιχα για τα χείλια). Η ιδέα πρωτότυπη, η εκτέλεση πραγματικά πολύ δύσκολη: πώς να γράψει κανείς χίλια δίστιχα με το ίδιο θέμα, πατώντας στο μοτίβο της δημοτικής μας ποίησης και ενσωματώνοντας αρμονικά (σε ορισμένα από αυτά) στίχους γνωστών ποιητών μας (Σολωμός, Βαλαωρίτης, Δροσίνης, Παλαμάς, Καβάφης, Μαβίλης, Πολυδούρη, Καρυωτάκης, Λαπαθιώτης, Ουράνης, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Δημουλά κ.ά) χωρίς παράλληλα να ξεπέσει σε φτηνά στιχάκια ημερολογίου;

Ο Σολδάτος το κέρδισε το στοίχημα, κατά τη γνώμη μου. Συνδιαλέγεται άψογα με τους στίχους των μεγαλύτερων ποιητών μας, με τη δημοτική ποίηση και με το λαικό τραγούδι επίσης και μας παραδίδει μια διαχρονική συλλογή για το φιλί μέσα από την ελληνική γλώσσα, το τραγούδι και την  ποίηση αιώνων.

 Μένει μόνο να αποδεικτεί αν θα μπορέσει η συλλογή του να βρει τον δρόμο προς τους αναγνώστες του, καθώς προτίμησε να την εκδώσει από ένα μικρό, αλλά ιστορικό, βιβλιοπωλείο-εκδοτικό οίκο του νησιού του, της Λευκάδας, τις εκδόσεις Τσιρίμπαση.

Διαβάστε εδώ 3 από τα δίστιχα και περισσότερα σε αυτό το μπλογκ.

http://1000dis.blogspot.com/

Στην παπαρούνα δυο χειλιών δεν θέλω όποιο κι όποιο
φιλί να πιω, μα να γευτώ το πιο γλυκόπιοτο όπιο.

Χείλη, σαν στρείδι του βυθού, για κάντε μου την χάρη:
αν μου φυλάτε ένα φιλί, να ’ναι μαργαριτάρι.

Τα χείλη σου τ’ αστραφτερά θα μου τα δώσεις; Πότε;
«Όταν σκουριάσει το γυαλί και το χρυσάφι. Τότε.»

Εγώ εύχομαι από καρδιάς να είναι καλοτάξιδα και τα δύο βιβλία, γιατί, εκτός που οι ποιητές τους είναι φίλοι μου, επιπλέον είναι και τα δυο σπουδαία βιβλία, είναι γαλανά κομμάτια φως, από το ατόφιο, καθάριο φως της ποίησης.

 

 

 
 

0

Tο Τριώδι έχει ανοίξει

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 4th, 2010

Καλή Τσικνοπέμπτη, με τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, που έγραψε πριν από πολλά χρόνια το παρακάτω…Σαν να μην πέρασε μια μέρα…Μάλιστα, διάβασα κάπου ότι σε εκπομπή με θέμα το διαζύγιο Μενεγάκη-Λάτσιου αναφέρθηκαν στίχοι του Καρυωτάκη…(!) Ελπίζω τουλάχιστον αυτός ή αυτή που είχε τη φαεινή ιδέα «στην κουβέντα της στίχους που και που ν’ αναφέρει» να φρόντισε ν’ απαγγείλει το σωστό για την περίσταση ποίημα…Δηλαδή την «Αποστροφή».

Θυμίζω την αρχή του ποιήματος:

Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Το ίδιο θέμα εξάλλου πραγματεύεται και η Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη:

Ιδιαίτερο μάθημα

Με το μάθημα τούτο, τη φτωχή μου τη ζήση
-δραχμές χίλιες μου δίναν- είχα πια ξασφαλίσει.
Στο φαϊ μου οχτακόσες – μια ζωή μετρημένη-
για το νοίκι διακόσες -καμαρούλα μια πήχη-
και για τ’ άλλα, σκεφτόμουν, κάτι πάλι θα τύχει.
‘Ηταν κάποια κυρία κοσμική, καλεσμένη
στα μεγάλα σαλόνια κ’ είχε ανάγκη να ξέρει
για τον ‘Ομηρο κάτι, για της Λέσβου τη λύρα,
στην κουβέντα της στίχους πού και πού ν’ αναφέρει,
ν’ απαγγέλλει Μαβίλη, Καβάφη, Πορφύρα.

‘Ενα μάθημα ακόμα κ’ η ζωή θαν’ ωραία
- συλλογιόμουν, στο τέλος θα της μάθω κι αρχαία!
‘Οταν ξάφνου μου λέει: «Θα σας πάψω ένα μήνα
- πού καιρός για μελέτη, το Τριώδι έχει ανοίξει!
Ξενυχτώ κάθε βράδι στους χορούς κολομπίνα,
και, θαρρώ, δε σας έχω το κοστούμι μου δείξει.
Τι succes που ‘χω κάνει!… Το πιο φίνο lame!
Δεκαπέντε χιλιάδες μού κοστίζει – μοντέλο
Το Grand Chic απ’ ευθείας το ‘χει φέρει για με!
Κι assorti πώς μου πάει μυτερό το καπέλο!…»


Θα ‘πε κι άλλα – δεν ξέρω, το μυαλό μου, σα σφήνα,
μια κουβέντα τρυπούσε: «Θα σας πάψω ένα μήνα!».

1

Στο Φάληρο

Κυριακή, Ιανουαρίου 24th, 2010

Είμαι Φαληριώτισσα, γέννημα-θρέμμα, αν και μονίμως μετακομίζω και μένω πάντα αλλού.

Ο προπάππος μου είχε ήδη εγκατασταθεί στο Παλαιό Φάληρο με την οικογένειά του από το 1915 περίπου, όταν ο πληθυσμός του Παλαιού Φαλήρου δεν ξεπερνούσε τους …3.000 κατοίκους. Δεν ήταν παρά ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι, όπου πήγαιναν βόλτες τα ερωτευμένα ζευγαράκια της εποχής. Τα περίφημα λουτρά (τα μπεν μιξ) ήταν λίγο πιο πέρα, στο Νέο Φάληρο. Μου αρέσει να φαντάζομαι το προπολεμικό Φάληρο, όπως και το ερημικό προπολεμικό Καλαμάκι, στο οποίο κατέφυγε ο Σικελιανός το 1930 για να…εμπνευστεί στην εξοχή και να γράψει.

Πόσα ποιήματα και τραγούδια δεν γράφτηκαν τότε για το Φαληράκι…Αλλά τότε ήταν όντως ειδυλλιακός τόπος, ενώ σήμερα δεν είναι παρά ένα ακόμη προάστιο της Αθήνας, ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένο μάλιστα, με οκταώροφα και εννιαώροφα κτίρια. Αλλά, ας θυμηθούμε κάποια από τα παλιά τραγούδια:

Πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι
αυτή τη νύχτα τη μαγική
για να σου κάνω με το φεγγαράκι
εξομολόγηση ερωτική

Τι ταιριασμένο πουν’ ζευγαράκι
θα λέει το κύμα στην αμμουδιά
κι όταν σου δίνω κανένα φιλάκι
θα’ ναι σαν όνειρο η βραδυά
πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι
μη μου χαλάσεις την καρδιά
 

(Στίχοι Κ. Κοφινιώτης, Μουσική Μ. Σουγιούλ)

Μετά, τη Φαληριώτισσα ασφαλώς:

Σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι
στη παληά μας γειτονιά
να σου παίξω μπουζουκάκι
μ’ όμορφη διπλοπενιά
να σου παίξω μπουζουκάκι
μ’ όμορφη διπλοπενιά
σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι
στη παληά μας γειτονιά

Θα ‘ρθω για να σε ξυπνήσω
Φαληριώτισσα γλυκειά
με μπουζούκι με κιθάρα
και με φίνο μπαγλαμά
με μπουζούκι με κιθάρα
και με φίνο μπαγλαμά
θα ‘ρθω για να σε ξυπνήσω
Φαληριώτισσα γλυκειά

 (Στίχοι – Μουσική Γιάννης Παπαιωάννου)

Και φυσικά τον περίφημο Τραμπαρίφα (απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα)

Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα
βάλε τη διπλή ταρίφα.
Φουλαριστός τράβα ντουγρού
στη λεωφόρο του Συγγρού.
Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα
κι εγώ ποτέ χατήρι δεν του χάλασα.

Απόψε που υπάρχουνε τα τάληρα
ρε μάγκες θα οργώσουμε τα Φάληρα.

(Στίχοι Α. Σακελλάριος, Μουσική Μ. Σουγιούλ)

 Υπάρχει και ένα ποίημα (σονέτο) της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη για το Φάληρο, που το αγαπώ πάρα πολύ και είναι το παρακάτω:

Η πλήξη ψες μάς είχε ξαναφέρει
στο Φάληρο, σε κάποιαν αμμουδιά,
ερωτικό μας άλλοτε λημέρι.
Πιο πέρα, μες στην έρημη βραδιά,

πιασμένα τρυφερά, χέρι με χέρι,
δυο ερωτεμένα εκάθονταν παιδιά.
Μα εμάς του κάκου ζήταγε η καρδιά
παλιές χαρές στη θύμηση να φέρει.

Κι ως άρχιξε η ψυχρούλα να πληθαίνει.
«Τι θέμε» μου ‘πες «δω, τέτοιον καιρό;»
Κι εφύγαμε κι οι δυο μετανωμένοι.

Έκανε, αλήθεια, κρύο τσουχτερό
στ’ ακροθαλάσσι τη βραδιά εκείνη.
Μα το ζευγάρι τ’ άλλο είχε απομείνει.

Τέλος, ας καταθέσω κι εγώ την εκδοχή μου για το Παλιό Φάληρο, με ένα ποίημα χαρισμένο στον Νίκο Σαραντάκο και τον πατέρα του Δημήτρη, όπως θα το ήθελε ο παππούς Νίκος (Αχθος Αρούρης – για τον ποιητή Αχθο Αρούρη διαβάστε εδώ: http://www.sarantakos.com/axtos.html

 

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ

          Θεοί της θάλασσας, που γίνατε όλοι δρόμοι, 
          στο Φαληράκι μου, που αγάπησα μικρούλα, 
          με ταξιδεύετε – του ονείρου τροχονόμοι -  
          στης φαντασίας μου τα κλεισμένα τα μπαούλα.

          Θεοί της θάλασσας: ο Πόντος κι ο Πρωτέας, 
          οι Νηρηίδες, η Αμφιτρίτη, ο Ποσειδών. 
          Μακριά, σαν όνειρο, ξεπρόβαλλε ο Νηρέας 
          τα καλοκαίρια, πέρ’ απ’ την οδό Μουσών.

          Μες τη Σειρήνων στέκει το παλιό μου σπίτι.
          Οι Τρίτωνες στον όρμο, πάλι κολυμπούν. 
          Πιο κάτω, αναδύεται ξανά η Αφροδίτη 
          κι οι Αλκυόνες μες τον ήλιο όλο γεννούν.

          Η Ναϊάδων, πάλι βγάζει στο σχολείο, 
          και στην Εσπέρου, ταξιδεύω σ’ Εσπερίες.
          Tο Φαληράκι μου θαρρώ πως είναι πλοίο - 
          που δέσαν μόλις στη στεριά οι συγκυρίες.

  (1998)

3

Η ποίηση των χρωμάτων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20th, 2010

Η αγάπη των ποιητών προς τις εικαστικές τέχνες (αλλά και το αντίστροφο) είναι συχνή. Μερικοί μάλιστα μεγάλοι ποιητές μας υπήρξαν και σπουδαίοι ζωγράφοι, με κυριότερο τον Νίκο Εγγονόπουλο. Ο Οδυσσέας Ελύτης έφτιαχνε κολλάζ. Ο Γιώργος Σεφέρης σκιτσάριζε και ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επίσης έχει αναγνωριστεί και ως πολύ καλός φωτογράφος. Ο Νίκος Καββαδίας αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική και στα ταξίδια του ανά τον κόσμο δεν παρέλειπε να επισκεφτεί μουσεία και εκθέσεις.

Αλλά ας δώσουμε το βήμα στους ίδιους τους ποιητές, ώστε να δούμε πως υποδέχονταν με τους στίχους τους τα έργα των μεγάλων ζωγράφων.

 Ξεκινάμε με έναν ποιητή του οποίου το ποιητικό έργο είναι σήμερα μάλλον λησμονημένο, αλλά το όνομά του μας είναι γνωστό με την ιδιότητα του κριτικού της ποίησης, τον Ανδρέα Καραντώνη. Στη συλλογή «Δεκατετράστιχα» (εκδόσεις Καστανιώτη 1992) ο Καραντώνης γράφει:

Πρωινά στα πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία
κι είναι σα να ‘χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!

Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ‘ναι ο τόπος.

 

 

 Από τον Νίκο Καββαδία δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις: πλήθος οι αναφορές στους ζωγράφους στα ποιήματά του. Ας δούμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

 (Θεσσαλονίκη)

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
- Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

 (Μαρέα)

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat

  (Καραντί)

Παντιέρα κίτρινη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

(Federico Garcia Lorca) 

Του ταύρου ο Πίκασο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

 

Ας δούμε όμως και τις αναφορές στους στίχους του  Διονύση Καψάλη (Μέρες αργίας, εκδόσεις Άγρα):

 Άχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.

Να ‘ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.

και του Γιώργου Κοροπούλη (Ελλειπτική, εκδόσεις Ύψιλον 1998)

Θα ήταν Κυριακή ή κάποια αργία
και κράταγε Εκείνος το μωρό
(Duchamp, Μ’ ένα μουστάκι η Παναγία)
και μάζεψε Εκείνη το καρώ

 
πουκάμισο σαν άμφιο να το πλύνει
και είδε μες την τσέπη επιστολή
(Miro, κοιτά σκυλάκι τη σελήνη):
«Μου λείπεις κάθε μέρα πιο πολύ…»

Αλλά εκτός από τους ζωγράφους που κατονομάζονται, οι ανώνυμοι ζωγράφοι έχουν επίσης την τιμητική τους στους στίχους των ποιητών μας, όπως του Νάσου Βαγενά (Σκοτεινές Μπαλάντες, εκδόσεις Κέδρος)

 

 Ήσουν πορτραίτο από χέρι Φλαμανδού
ζωγράφου, με φόντο συντριβάνια
στα κράσπεδα μιας Ιεράς Οδού
(εδώ ταιριάζει η λέξη ουράνια
και εικόνες ερωδιών που κελαηδούν).

 

και του Δημήτρη Ε. Σολδάτου (εφημερίδα τα Νέα της Λευκάδας, ποίημα της εβδομάδας: Πορτραίτο)

 Ένα πορτραίτο μου παλιό βρήκα στην αποθήκη.
Με κοίταξε με λύπηση, το κοίταξα με φρίκη
καθώς τα χρόνια σκέφτηκα πως πέρασαν. Ω, Θεέ μου,
νομίζω είκοσι χρονών δεν ήμουνα ποτέ μου.

 Ολοκληρώνουμε το σημερινό μας ταξίδι πάνω σ’ ένα ξένο στίχο, που μελετάει τη σχέση ποιητών και ζωγράφων, με την αξεπέραστη ειρωνική ματιά του Νίκου Γκάτσου, στο τραγούδι:

Το παιδί με τα κόμικς

Δεν είδα τον Νταλί
δεν ξέρω τον Πικάσσο
συγχίστηκα πολύ
και μου ‘ρχεται να σκάσω.

Δεν είδα τον Μανέ
δε σπούδασα τον Γκόγια
με λένε κουνενέ
κι από τα δυο μου σόγια
.

———————–

Είμ’ ένα παιδί κουτό κι αμόρφωτο
όλοι με φωνάζουν αδιόρθωτο
μα ‘χω για κανόνα μου απαράβατο
κόμικς να διαβάζω κάθε Σάββατο.
 

 Εσύ αναγνώστη μου, βγαίνεις μεθυσμένος από τα μουσεία ή προτιμάς να διαβάζεις κόμικς κάθε Σάββατο; Γιατί εγώ –κι ας μείνει αυτό μεταξύ μας- τα εφαρμόζω και τα δύο, διαδοχικά ή ταυτόχρονα. Αλλά, ακόμα περισσότερο, αγαπώ να ταξιδεύω στις εικόνες μέσα από το δρόμο των λέξεων.

Βλέπε και το κείμενο: Προμετωπίδα (μνήμη Γιάννη Μόραλη) εδώ:

 http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/301

 

0

Το προσκλητήρι των καιρών

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 9th, 2009

Στο ερώτημα γιατί γράφουμε «στίχους ή πρόζα που κανένας δεν καταλαβαίνει», όπως το έθεσε και ο Σεφέρης, και κυρίως ποίηση – σε εποχές που ελάχιστοι τη διαβάζουν – δεν υπάρχει μόνο μία συγκεκριμένη απάντηση.

Οι περισσότεροι θα απαντήσουν πως γράφουν «για να εκφράσουν την ψυχή τους», κάποιοι ότι «δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς» και κάποιοι άλλοι, σε μια κρίση ειλικρίνειας θα παραδεχτούν πως επιζητούν τη «δόξα» και τις επιβραβεύσεις.

Ας δούμε όμως πως έθεσε το θέμα ο Μενέλαος Λουντέμης:

Ορθή η Φοβέρα μοναχά και μοναχά η Οργή,
- κλάψτε μικροί, που για μεγάλοι ‘χατε φτάσει.
Η Δόξα εφτερούγισε, λίγο να ξαποστάσει,
επάνω στα κεφάλια σας και μίσεψε γοργή
!

 

Ο Καρυωτάκης:

Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή,
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

 

Ο Σεφέρης:

για όσους επιμένουν να γράφουν στίχους ή πρόζα που κανείς δεν καταλαβαίνει,
και γυρεύουν να δοξαστούν, οι τυχάρπαστοι, από τους λογάδες και τους σοφούς,
ενώ θε νά ‘ταν χίλιες φορές προτιμότερο, και η τέχνη πολύ πιο ευτυχισμένη,
αν πήγαιναν στην Eκάλη να μαζεύουν κούμαρα, ή στη Γλυφάδα να ψαρεύουν ροφούς.

 

Η δική μου αντίληψη είναι πως υπάρχουν 2 μορφές αναγνώρισης του ποιητικού (και εν γένει καλλιτεχνικού) έργου: Η αναγνώριση «εδώ και τώρα» από τους σύγχρονους ποιητές και το αναγνωστικό κοινό, κάτι που ελάχιστοι έχουν την τύχη να απολαύσουν εν ζωή και η αναγνώριση σε βάθος χρόνου, μετά θάνατον, όταν το ποιητικό έργο παραμένει ζωντανό και επίκαιρο μετά από πολλά χρόνια, όπως τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, του Δάντη, του Πετράρχη, του Σαίξπηρ, του Φρανσουά Βιγιόν, για να μην επεκταθούμε και στους νεώτερους.

Παλαιότερα οι άνθρωποι (ίσως και λόγω του αυξημένου θρησκευτικού συναισθήματος) αντιμετώπιζαν την τέχνη με προσδοκίες σε βάθος χρόνου. Τους ενδιέφερε πολύ περισσότερο να αναμετρηθούν με την αιωνιότητα, παρά με τους συγχρόνους τους. Ή, όπως το είπε πάλι ο Καρυωτάκης ( Η Αθανασία τους είναι χαρισμένη…)

 Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπιν μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη
κι όταν φέρνουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

Στην υλιστική όμως εποχή μας, έχει υποχωρήσει όχι μόνο το θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά επιπλέον και το μεταφυσικό-παγανιστικό συναίσθημα που είχαν οι άνθρωποι που ζούσαν σε μικρές πόλεις και χωριά, χωρίς ηλεκτρικό, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ίντερνετ, όταν δηλαδή μπορούσαν να αφουγκραστούν καλύτερα τα μηνύματα της φύσης και δεν ήταν στοχοπροσηλωμένοι σε υλικά αγαθά, όπως είμαστε σήμερα εμείς στις μεγαλουπόλεις.

 

Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα (κατά την γνώμη μου, πάντα) οι περισσότεροι ποιητές/καλλιτέχνες δεν επιζητούν την αιώνια αθανασία, αλλά την εφήμερη προβολή και την επιβράβευσή τους εν ζωή.

 

Την αντίληψη αυτή την εξέφρασε και ο Νάσος Βαγενάς στις Σκοτεινές μπαλάντες, ως εξής (σε μια παρωδία μάλιστα της Μπαλάντας στους άδοξους ποιητές των αιώνων του Καρυωτάκη, για την οποία μιλήσαμε ήδη, που έχει και τον τίτλο: « Μπαλάντα ενός άδοξου ποιητή για τη νέα χιλιετία » ) :

 

Δεν είναι πολύ μεγάλη η πίτα.
Μερικοί δεν θα πάρουμε μπουκιά
πράγμα που μας βαραίνει σαν ήττα,
που κάνει τον καθένα μας κακό ή κακιά.
Μας τρώει μια μοχθηρία κρυφή
γι αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή

 

Έτσι δυστυχώς, όσοι αντιλαμβάνονται την ποίηση σαν αγώνισμα όπου επιβραβεύονται με μετάλλια μόνο οι πρώτοι τρεις, ενώ για τους υπόλοιπους δεν περισσεύει κάτι, αντιλαμβάνονται και τους λοιπούς ποιητές ως ανταγωνιστές τους και όχι ως συνοδοιπόρους στο δρόμο της ποίησης, όπως είχε προσφωνήσει ο Παλαμάς τον Δροσίνη:

 Πως αλλιώς να σε πω; Ο συνοδοιπόρος…
Χαίρε, ο πιο παλιός, ο πιο ακριβός,
για τ’ ανέβασμα στης ποίησης
Τ’ Άγον Όρος.

 

Για ποιο λόγο, λοιπόν, γράφουμε ποίηση σήμερα; Με ποιόν αναμετρούμαστε; Με τον ίδιο μας τον εαυτό, τους άλλους ποιητές, την αιωνιότητα;

 

Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε για τον εαυτό μας ότι έχουμε το ηθικό ανάστημα και είμαστε υπεράνω ανταγωνισμών, όπως το έχει εκφράσει ο φίλος μου (και συνοδοιπόρος! )  Γιάννης Κυριαζής:

Το Νόμπελ τι κι αν δεν το πάρουν;
Έτσι κι αλλιώς θα τ’ αρνηθούν!

Επειδή όμως η ανθρώπινη φύση είναι σκοτεινή και πολύπλοκη, προσωπικά θα αποφύγω άλλες δηλώσεις, πλην αυτής που έχω γράψει στο Παντουμάκι, ( Βλ. Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/ )

 Μετρήστε, στενέψτε και βρείτε πατρόν
και γράψτε, να σκάσουν από το κακό τους.
Τη δόξα ζηλώστε λοιπών ποιητών –
ε κ ε ί ν ο ι κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

(ή, όπως θα το ΄λεγε πάλι ο Καρυωτάκης:

 

Μαραίνονται οι Βερλέν – τους απομένει
πλούτος η ρίμα, πλούσια κι αργυρή…)

 

Η δική μου πεποίθηση είναι πως όλοι μας πρέπει να κάνουμε προσπάθεια να γράψουμε όχι πια για μας και για τους λοιπούς ποιητές, όχι εις αναζήτηση της πρόσκαιρης ή αιώνιας φήμης, αλλά επειδή η ίδια η ποίηση χρειάζεται στη ζωή μας.

 

Είναι καιρός να προσπαθήσουμε να βγούμε από τον μικρόκοσμό μας και να συνδεθούμε πάλι με τον κόσμο γύρω μας, με τα κοινωνικά γεγονότα, με τους συνανθρώπους μας. Η φιλο-δοξία του καθενός μας δεν θα σταματήσει να υπάρχει, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να την τιθασεύσουμε. Δεν γυρίζει η Γη γύρω από την ποίηση και γύρω από τον κάθε ποιητή. Εμείς πρέπει να κινηθούμε, μαζί με τη Γη.

 

Αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις μου έδωσε το σημερινό δημοσίευμα του νέου free press περιοδικού bookmarks, στο οποίο κλήθηκα να απαντήσω στο ερώτημα: «Για ποιο λόγο γράφει κανείς σήμερα – τι χρειάζεται η ποίηση στην εποχή μας».

(Ολόκληρο το άρθρο εδώ: http://issuu.com/e-bookmarks/docs/bookmarks03-web , σελ. 6 )

 

Ένα ερώτημα, που, όπως ξέρουμε καλά, είναι διαχρονικό και έχει τεθεί άπειρες φορές και στο παρελθόν, αλλά μπαίνει ίσως πιο επιτακτικά σήμερα, ακριβώς επειδή ζούμε σε μια υλιστική εποχή. Παρά τον υλισμό της όμως, η εποχή μας, όπως και κάθε εποχή φυσικά, έχει το δικό της προσκλητήρι, όπως το έθεσε ο Κωστής Παλαμάς:

 Ανάξιος όποιος ξάφνου ακούει
το προσκλητήρι των καιρών
να το φυσάει ή να το κρούει
σάλπιγγα ή τύμπανο…Τ’ ακούει
δεν λέει: παρών!

Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν με την έναρξη του Β παγκοσμίου Πολέμου. Κι όσοι πιστεύουν πως σήμερα δεν ζούμε σε πολεμικές συνθήκες, κι ότι έχουμε όλη την άνεση να ερίζουμε…για την πίτα, θα τους πρότεινα να εξετάσουν καλύτερα την ακοή τους (εγώ, τουλάχιστον, έχω επίσημη γνωμάτευση και δικαιολογία σε θέματα ακοής ! )

 

Θα κλείσω εδώ με τους στίχους του Καβάφη, που τα έχει πει όλα 100 χρόνια πριν και απαντάει διαχρονικά στο γιατί χρειάζεται η ποίηση και γιατί οι ποιητές θα έπρεπε να λογίζονται μεταξύ τους ως συνοδοιπόροι και όχι ως ανταγωνιστές: γιατί οι καιροί πάντα μας ξεπερνούν και πάντα στέκονται πέρα και πάνω από τ’ ανθρώπινα – κι η ποίηση είναι η παρηγοριά, η προσευχή μας και το κλειδί ερμηνείας του κόσμου που αλλιώς μένει σκοτεινός και ακατανόητος:

 

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή

αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

 

3

Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 4th, 2009

Ορισμένοι πιστεύουν πως η ποίηση δεν επιτρέπεται να παρωδείται. Εγώ διαφωνώ με αυτό το σκεπτικό. Αντιθέτως, πιστεύω πως, όσο πιο βαθιά μας επηρεάσει ένας ποιητής, τόσο περισσότερο θα αντιδράσουμε.

 

Και ποιοι είναι οι τρόποι αντίδρασης; Η μίμηση, η ανταπάντηση και η παρωδία. Οι ανταπαντήσεις αποτελούν πιθανότατα ένα ποιητικό παιχνίδι μεταξύ ομοτέχνων, που συνήθως δεν βρίσκει το δρόμο της δημοσιότητας, εκτός από λίγες περιπτώσεις, όπως τα μπλογκ του ίντερνετ (όπου διατηρείται ένας ημιπροφορικός – αυθόρμητος λόγος).

 

Σε αυτή την κατηγορία (των ανταπαντήσεων και παρωδιών) ανήκει και η εκτός εμπορίου συλλογή του Ηλία Λάγιου με τον τίτλο Συνεστίαση, που όμως συμπεριλήφθηκε στον τόμο των απάντων του (Ηλίας Λάγιος, ποιήματα, Ικαρος 2009) .

 

Χαρακτηριστική είναι η παρωδία του Μπαταριά του Μαλακάση, από τη Συνεστίαση, που αρχίζει ως εξής:

Ο Κοροπούλης ο Γιωργής κι ο Νιόνιος του Καψάλη
κι ο Λάγιος του Κωστή
τα μεσημέρια εσούρωναν (καθείς κι ένα ρεμάλι)
στη Σίνα εκεί ψηλά, στο «Κοπερτί».

 

Επίσης, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο προ ετών το Ταμπού και Μούσι, με παρωδίες του Καββαδία, γράφοντας λόγια όπως τα παρακάτω (βλέπε και αναλυτική παρουσίασή μου εδώ:

http://www.sofiakolotourou.gr/articles/8/47 ) :

 

 Χόρεψε πάνω στο δαυλί του Καββαθία.
Άκαφτη αναστενάρισα, κάψου από πόθο.
Ξέχασε τον Ιγνάθιο, τον Σάντσεθ, το Μεχία,
άσε την ποίηση και χάρισέ μου ένα νόθο!


Όλοι ποιητάδες πια, όλοι πεζογράφοι.
Ρίξε μου μία δαγκωνιά σαν σμέρνα.
Κοίτα το άβρεχτο το τζόβεννο, που γράφει
για τα ταξίδια του μέσα στη στέρνα.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής μας που έχει παρωδηθεί περισσότερο απ’ όλους είναι ο Καβάφης: έχουν κυκλοφορήσει 2 ή 3 τόμοι αποκλειστικά με Καβαφικές παρωδίες (έχω υπόψιν συλλογές του Ξ. Κοκκόλη και του Α. Δασκαλόπουλου). Κατά τη γνώμη μου αυτό έχει συμβεί επειδή ο Καβάφης είναι βαθιά φιλοσοφικός ποιητής κι έτσι η ανάγνωσή του σε προκαλεί να σκεφτείς και να αντιδράσεις, έστω κι αν η πρώτη αντίδραση είναι να τον παρωδήσεις.

Εχω υπόψιν, επίσης, την παρωδία του: «Στα περίχωρα της Κερύνειας» του Σεφέρη, από τον Γιώργο Κοροπούλη, που έγινε «Στα περίχωρα της Κηφισίας»

 

Σιγά σιγά μαθαίνω να διασκεδάζω κατά μόνας
ο κόσμος αυτός δεν είν’ ο δικός μας, είναι της Μαντόνας.

 

Καθώς και του Ζαχαρία Παπαντωνίου από τον Βάρναλη στην Προσευχή του ταπεινού:

( Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου…η παρωδία όλη εδώ, στη σελίδα του φίλου Νίκου Σαραντάκου:

http://www.sarantakos.com/liter/barnalis/parwdia.html )

 

Όμως, η παρωδία που με τράβηξε περισσότερο απ’ όλες έχει γραφτεί από έναν ανώνυμο (;) μπλόγκερ στο ίντερνετ, τον Allou Fun Marx και βρίσκεται εδώ  http://afmarx.wordpress.com/ (ενότητα: ποίηση παρά κάτι). Αρχίζει ως εξής:

 Οι δανεικοί αυτόχειρες

Πληκτρολογούν τον κωδικό τους. Μπαίνουν
στο blog που τόσο έχουν αγαπήσει…
Διαβάζουν post και το ποντίκι σέρνουν
(Τά’παιξε μάλλον από την πολύ την χρήση.)

Ήταν το blogging λένε,τραγωδία.
Θεέ μου, τα φριχτά comment των ανωνύμων…
Πώς χάθηκε με μιάς τόση μαγεία;
Κόσμε των blog, δεν είσαι ελεήμων…

 

Καταλαβαίνούμε αμέσως ότι πρόκειται για τους Ιδανικούς αυτόχειρες του Καρυωτάκη…Μα, μπορεί να παρωδηθεί ο Καρυωτάκης και δη οι Ιδανικοί Αυτόχειρες χωρίς να μιλήσουμε για ιεροσυλία; Κι όμως, όσοι γνωρίζουμε από ίντερνετ, αντιλαμβανόμαστε την πικρή αλήθεια:

 

Ανοίγουν το free counter, κοιτάνε
“πόσο ανέβηκαν απόψε οι επισκέψεις;”
Την περασμένη δόξα αναμετράνε
και στο μυαλό χορεύουν χίλιες σκέψεις.

Όλα τελείωσαν. Το τελευταίο post νάτο,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει:
“Φεύγω. Κλείνω το blog μου το γαμάτο.
Δε θα χαθούμε, μη σας φάει το μαράζι.

 

Κι όμως, ναι, η ψυχική οδύνη για όσους παίρνουν το μπλογκ (και το ίντερνετ εν γένει) πιο σοβαρά απ’ ό,τι του πρέπει (ως ένα άλλο μέσο επικοινωνίας) προσομοιάζει στην ψυχική οδύνη του αυτόχειρα. Γιατί, κατά κάποιο τρόπο, όταν η ιντερνετική σου «περσόνα» δεν είναι αποδεκτή στο βαθμό που θα ήθελες (κόσμε των μπλογκ, δεν είσαι ελεήμων…) δεν σου μένει παρά η ψηφιακή αυτοκτονία, η παρωδία της αυτοκτονίας, όπως την έχω εν μέρει περιγράψει κι εγώ στην Κρυπτοκτονία, εδώ: http://sofiakolotourou.gr/poems/5/64 )

 

Βλέπουν την οθόνη, βλέπουν την ώρα.
“Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;”
“Όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”,
Βέβαιοι πως θα επιστρέψουν κατά βάθος.

 

Εσύ, Αναγνώστη μου, τι λες;    Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;

 

 

 

5