Archive for the ‘Αρθρα’ Category

Οι κάκτοι όλο φαντάζονται ένα ψέμα

Πέμπτη, Ιουλίου 15th, 2010

Η ΜΙΜΟΖΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΚΑΚΤΩΝ

Στον Κλεάνθη Παππά,
με τον τρόπο του πατέρα του, Τάσου

Στο σπίτι, που το στοίχειωσαν οι κάκτοι,
του Παθανάρες η βαριά πέφτει σκιά
προς τη μιμόζα, που όλο γέρνει τα κλαδιά,
τόσο γλυκά ευωδιάζοντας στο φράκτη.

Πενήντα χρόνια τριγυρνάει η Ντολορές,
στον κήπο, στα παλιά του τα βιβλία,
στους στίχους που ξεχάστηκαν στ’ αρχεία –
κι όπου θαφτήκανε οι αγάπες κι οι χαρές.

Ο καλπασμός ακούγεται για πάντα,
καθώς ο Τεξ πηγαίνει προς τη Δύση –
στρέφει η μιμόζα διαρκώς στη βρύση,
σγουρούς μαιάνδρους ψάχνει στη βεράντα.

Του φεγγαριού το πέταλο, στο αίμα
δείχνει σημάδι, ώρα του θανάτου.
Λουφάζει ως κι ο λύκος στη φωλιά του –
οι κάκτοι όλο φαντάζονται ένα ψέμα.

Κι αν τ’ αγαπάς παράφορα – τι πόζα!
Σε μια κορδέλα τύλιξε, Κλεάνθη,
ετούτο τον κορμό, τα κίτρινα άνθη –
απόψε θα πεθάνει κι η μιμόζα!


Για τον Τάσο Παππά διαβάστε και την παρουσίαση εδώ:

http://www.sofiakolotourou.gr/articles/8/45

Για όσους έχουν facebook, το άρθρο του Κλεάνθη Παππά (με τίτλο «ένας απροσδόκητος θάνατος» ) εδώ:

http://www.facebook.com/notes/kleanthis-pappas/enas-aprosdoketos-thanatos-14-7-2010/139171792768833


0

Φρανσουά Βιγιόν, Σκιά μου φίλη

Δευτέρα, Ιουνίου 7th, 2010

Κι εγώ υποτακτικός τους θα λογιέμαι
σε λόγια κι έργα. Δεν θα σταματήσει
να τους τιμά η καρδιά μου, ούτε θ’ αρνιέμαι
ό,τι κι αν λένε. Τρέλλα έχει χτυπήσει
όποιον βρεθεί να τους κακολογήσει,
γιατί στο κήρυγμα, ή εδώ κι εκεί
- να πω που; Τίποτα δεν θα ωφελήσει -,
τούτοι οι ανθρώποι είναι εκδικητικοί.

Ας ξεκινήσω με μια προσωπική παραδοχή: παρά τη μεγάλη αγάπη που τρέφω στη Γαλλική ποίηση, το γλωσσικό μου επίπεδο στα γαλλικά είναι ανεπαρκές και καταφεύγω κι εγώ στις μεταφράσεις, αν και κατά τον Φροστ: «Ποίηση είναι αυτό που χάνεται κατά τη μετάφραση». Ωστόσο, ορισμένες μεταφράσεις κατορθώνουν να σταθούν επάξια στην ελληνική γλώσσα και αξίζουν την προσοχή μας. Σε αυτές ανήκει και η μετάφραση που θα δούμε στη συνέχεια και αφορά τα ποιήματα του Φρανσουά Βιγιόν.

Ο Φρανσουά Βιγιόν είναι ένας από τους πιο γνωστούς ποιητές της Γαλλίας. Γεννήθηκε στο Παρίσι κατά τον Μεσαίωνα (1431).
Μια από τις πιο γνωστές του μπαλάντες, η Μπαλάντα Των Κυριών Του Παλιού Καιρού μεταφράστηκε στη γλώσσα μας από τον Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος μετέφρασε και το ποίημα οι Σκιές της Comtesse Mathieu de Noailles, όπου η ποιήτρια προσφωνεί τον Βιγιόν ως  «σκιά μου φίλη». 

Με την ποίηση του Βιγιόν ασχολήθηκε στο παρελθόν και ο Βάρναλης. Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων του Βιγιόν όμως μετέφρασε ο Σπύρος Σκιαδαρέσης για λογαριασμό του Γαλλικού Ινστιτούτου το 1947 (η μετάφραση αυτή επανεκδόθηκε προ δεκαετίας από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη).

Πριν από λίγο καιρό, η μεταφράστρια Μαρία Υψηλάντη αποφάσισε να αναμετρηθεί εκ νέου με το ανάστημα του Βιγιόν, αλλά και των Ελλήνων μεταφραστών του, παραδίδοντάς μας μια δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Στιγμή, με τον τίτλο: Φρανσουά Βιγιόν, Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα. Η μετάφραση έχει διατηρήσει την ομοιοκαταληξία και τη μορφή (πχ μπαλάντα, οκτάστιχο) του πρωτοτύπου, έχει δε επιτύχει να αποδώσει ακόμα και τις ακροστιχίδες με το όνομα του ποιητή, τις οποίες ο ίδιος συνήθιζε να βάζει στα ποιήματά του.

Ο Φρανσουά Βιγιόν θεωρείται ως ο πρώτος στον οποίο δόθηκε το προσωνύμιο «καταραμένος ποιητής», καθώς έζησε κυνηγημένος για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με σοβαρά μπλεξίματα με τον νόμο. Μπλέχτηκε σε ληστεία και φόνο, ενώ κάποια στιγμή συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά τελικά η ποινή του μετατράπηκε σε 10 ετή εξορία και στη συνέχεια τα ίχνη του χάνονται από το ιστορικό προσκήνιο. Μετά το 1463 δεν έχουμε πλέον καμία πληροφορία για τη ζωή και την τύχη του. Ενδιαμέσως όμως έζησε και ένα χρονικό διάστημα υπό την προστασία του Καρόλου, Δούκα της Ορλεάνης, που ήταν ποιητής και ο ίδιος και εκτίμησε το ποιητικό του ταλέντο. Μάλιστα, στο βιβλίο περιλαμβάνονται και μεταφρασμένα ποιήματα του Δούκα της Ορλεάνης.

Όπως ήταν φυσικό, οι αντιθέσεις της ζωής του Βιγιόν του προσέφεραν άφθονο πρωτογενές υλικό για να συνθέσει ποίηση. Στην εποχή του κυριαρχούσε η ποιητική παράδοση των τροβαδούρων του Μεσαίωνα, την οποία ακολουθεί με ένα δικό του τρόπο. Αν και στιχουργικά πατάει γερά στη φόρμα (κυρίως των οκταστίχων και της μπαλάντας), εν τούτοις η ποίησή του είναι απροσδόκητα ωμή, ειρωνική και σαρκαστική και όχι κυρίως αισθαντική και λυρική όπως συνηθίζονταν ως τότε. Οι αντιφάσεις του ψυχισμού του, που αναζητεί το ωραίο και το ιδεώδες σε έναν ουτοπικό λυρικό κόσμο και της σκληρής, κατατρεγμένης ζωής του βρίσκουν διέξοδο στο χαρτί, ακριβώς όπως συνέβη και με τον Καρυωτάκη.

Αγγίζουν όμως όλα ετούτα τον σύγχρονο άνθρωπο; Ασφαλώς! Γιατί, ακριβώς όπως ο Βιγιόν και ο Καρυωτάκης, έτσι και μερικοί από εμάς που ζούμε στην Ελλάδα το έτος 2010, βιώνουμε την ίδια αντίφαση ψυχισμού που βίωσαν και οι άνθρωποι του Μεσαίωνα και του Μεσοπολέμου. Από τη μια έχουμε στο μυαλό μας το ιδεώδες ενός κόσμου στον οποίο θα θέλαμε να ζήσουμε, ενός ιδανικού κόσμου των γραμμάτων, των τεχνών, της ειρήνης και της ευημερίας, μιας πολιτείας ισονομίας και δημιουργίας και από την άλλη πλευρά αντικρύζουμε τη ζοφερή καθημερινότητά μας, την Ελλάδα που εξακολουθεί να μας πληγώνει. Σε ένα τέτοιο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό, ο Βιγιόν παραμένει πεισματικά επίκαιρος μέσα στους αιώνες.

 

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς το Σάββατο 29/5/2010 και μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ: http://www.edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=1246:%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AC-%CE%B2%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BD-%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B7&Itemid=52

1
Posted in Αρθρα |

Στα χαρακώματα

Τρίτη, Απριλίου 27th, 2010

 

Όταν ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος το 1940, αρχικά υπήρξε μια πρωτοφανής παραγωγή άρθρων, διηγημάτων, τραγουδιών και ποιημάτων στις εφημερίδες και τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, που στόχο είχαν να διατηρήσουν υψηλό το φρόνημα των στρατιωτών μας.

Εξάλλου, τότε ο εχθρός ήταν ξεκάθαρος, οι «καλοί» και οι «κακοί» είχαν διακριτούς ρόλους και τα πεδία των μαχών ήταν πολύ συγκεκριμένα. Εν ολίγοις, ο καθένας ήξερε ποιος ήταν ο εχθρός και πως έπρεπε να τον αντιμετωπίσει, αλλά και οι «διανοούμενοι» γνώριζαν πως όφειλαν να εμψυχώσουν τους «δικούς» τους.

Αυτές τις μέρες, όπως εύστοχα έχει ειπωθεί, βιώνουμε τις πρώτες αψιμαχίες του Πρώτου Παγκοσμίου Οικονομικού Πολέμου, είτε το έχουμε συνειδητοποιήσει, είτε όχι. Μερικοί εγκαλούν τους «διανοούμενους», γενικά και αόριστα, επειδή σιωπούν. Που είναι, λένε, οι μαχητικοί αρθρογράφοι, οι πεζογράφοι, οι ποιητές; Ποιος θα γράψει τώρα για τον, κατά Χέλντερλιν, «μικρόψυχο καιρό»  όπως ο Σεφέρης;

Όμως, οι ρόλοι μας σήμερα δεν είναι το ίδιο ξεκάθαροι όπως τότε. Ο εχθρός είναι αόρατος. Ο διαρκής φόβος της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας, της ανεργίας, η στέρηση κάποιων μικρών ή μεγαλύτερων πολυτελειών στις οποίες ορισμένοι είχαν μέχρι πρότινος εθιστεί (έξοδοι, διακοπές κλπ) εγκλωβίζει και παγιδεύει με έναν ύπουλο τρόπο το μυαλό και τις αντιδράσεις όλων των ανθρώπων, που παγώνουν, πανικοβάλλονται και αδυνατούν να σκεφτούν καθαρά και να γράψουν γι’ αυτό που βιώνουν.

Ας μην πυροβολούμε όμως τους «γραφιάδες», επειδή είναι άνθρωποι και αντιδρούν συχνά με πανικό, φόβο και περιχαράκωση στο δικό τους κλειστό μικρόκοσμο, όπου αισθάνονται ασφαλείς. Διότι, ναι, πολλοί από αυτούς ομφαλοσκοπούν και στρουθοκαμηλίζουν, τυρβάζοντας περί άλλων ενώ η χώρα βυθίζεται στη δίνη του Οικονομικού Πολέμου, αλλά υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, που έχουν επίγνωση των κοινωνικών δρώμενων και των ημερών που βιώνουν. Αυτοί, οι δεύτεροι, βρίσκονται στο «Δρόμο» και είναι ετοιμοπόλεμοι, προτάσσοντας το όπλο που γνωρίζουν να χειρίζονται καλά, την πέννα τους και το πληκτρολόγιό τους δηλαδή. Διαβάστε τους!

 

 Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα: Δρόμος της Αριστεράς, το Σάββατο 25/4/2010, στη στήλη: Κόντρα στον καιρό. Επίσης, δείτε στη σελίδα του φίλου Νίκου Σαραντάκου το άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περασμένο φύλλο του Δρόμου (17/4) σχετικά με τον ποιητή Αχθο Αρούρη, δηλαδή τον συνονόματο παππού του, εδώ: http://sarantakos.wordpress.com/2010/04/24/axtos-sofia/

2
Posted in Αρθρα |

Πούσι-Μούσι-Σούσι

Τετάρτη, Απριλίου 14th, 2010

 

Όπως έγραφα και πριν από 3 χρόνια στην παρουσίασή μου εδώ:

http://www.poiein.gr/archives/1026/index.html

 Μέτρο της επιτυχίας ενός ποιητή στο ευρύ κοινό είναι συχνά (κατά φαινομενικά παράδοξο τρόπο) και η διάθεση του κόσμου να παρωδήσει τα ποιήματα/τραγούδια του. Μια τέτοια περίπτωση είναι εκείνη του Νίκου Καββαδία, του οποίου τα ποιήματα όχι μόνο έχουν αγαπηθεί από το κοινό, αλλά και επίσης έχουν την τάση να παρωδούνται στις διάφορες παρέες. (Η παρέα ενός φίλου έχει διασκευάσει τραγουδιστά το Κούρο Σίβο σε ….γέρο-Σίμο και με διαβεβαιώνουν ότι έχουν τραγουδήσει σε μαγαζί το εξής: “η καμπαρντίνα” Η καμπαρντίνα όλα τα κρύβει/ την έσφιξε ο γέρο-Σίμος με μια ζώνη…” χωρίς αρχικά το κοινό να αντιληφθεί τη διαφορά! )

Στα 3 αυτά χρόνια που μεσολάβησαν, εξακολουθώ να αγαπώ τις παρωδίες και να τις θεωρώ ευφυή τρόπο «ποιητικού παιχνιδιού». Χρειάζεται άραγε και το ποιητικό παιχνίδι; Χωρίς να είναι απαραίτητο στην εξέλιξη ενός ποιητή, είναι όμως ένα είδος «ποιητικής άσκησης», που άλλους τους γοητεύει και άλλους τους αφήνει αδιάφορους. Το ποιητικό αυτό παιχνίδι ξεκίνησε από τα φιλολογικά σαλόνια της Ευρώπης στα τέλη του 19ου αιώνα. Μεταξύ άλλων το αγαπούσε και ο Σεφέρης, που έχει γράψει παρωδίες με τον ειρωνικό τίτλο: «παστίτσιο» (παράφραση του αγγλικού pastish = προφ. παστίς ).

Περισσότερα για τις παρωδίες θα βρείτε στο διαδίκτυο στα εξής 3 άρθρα των φίλων Νίκου Σαραντάκου http://www.sarantakos.com/liter/axtos/parwdies.html

Allu Fun Marx http://afmarx.wordpress.com/%ce%a0%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac-%ce%ba%ce%ac%cf%84%ce%b9/

και του περιοδικού Τεφλόν: http://teflon.wordpress.com/2009/07/29/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1-%ce%bc%ce%b9%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b9%cf%83%ce%b7%cf%82/#comment-166

Το τελευταίο άρθρο μάλιστα κάνει παραπομπή και στο άρθρο: Παρωδία η παρεξηγημένη, που δημοσίευσε το 1999 στο Βήμα η κυρία Κατερίνα Κωστίου, λέκτορας φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=114&artid=94946&dt=20/06/1999 (με το άρθρο συμφωνώ στα περισσότερα, όμως διαφωνώ στην ταξινόμηση της Ερημης Γης του Ηλία Λάγιου στις παρωδίες, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα που θα δούμε άλλη φορά…)

Διαβάστε επίσης και αυτό το προγενέστερο άρθρο στο παρόν μπλογκ:  http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/125

Με αυτή τη σύντομη εισαγωγή στις παρωδίες, ας δούμε το εβδομαδιαίο αφιέρωμα στις παρωδίες στο ιστολόγιο Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/ (εβδομάδα 12 έως 16/4). Επειδή σε ένα εβδομαδιαίο αφιέρωμα δεν χωρούν παρά 5 παρωδίες, προτίμησα να παρουσιάσω από εδώ και κάποιες ακόμη. Με ενδιέφερε να αντιπαραβάλλω παραλλαγές παρωδιών πάνω στο ίδιο αρχικό ποίημα και επειδή βρήκα τουλάχιστον 2 περιπτώσεις τέτοιες, αποφάσισα να τις παρουσιάσω εδώ. Η μία περίπτωση αφορά το ποίημα «Ιδανικοί Αυτόχειρες» του Καρυωτάκη και η άλλη το «Πούσι» του Καββαδία.

Το Πούσι το έχει παρωδήσει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης με το ψευδώνυμο Νίκος Καββαθίας, στο βιβλίο Τα Ταμπού και Μούσι, ως εξής:

ΜΟΥΣΙ

Ξύρισε το μούσι αποβραδίς
βάλε λίγο σπρέι στις μασχάλες,
ρίξε ταλαρίσιες δυο ροχάλες
κι έλα στην κουκέτα να με δεις

 Πρώτο μπάρκο κι είσαι δεκαοκτώ
μπρατσωμένος και με δέρμα σα λουστρίνι,
στήθος μάρμαρο και πίσω φινιστρίνι
Το περπάτημά σου λίγο τουρλωτό.

Σε παραμονεύει ο θερμαστής
κι ο μάγειρας στην έχει κιόλας στήσει.
Ο λοστρόμος σκέφτεται άλλη λύση,
συ είσαι όμως δικός μου θαυμαστής.

Βλαστημάει ο κάπτεν τον καιρό
κι είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Τα μπουρδέλλα δεν μπορώ να καρτερώ,
κάλλιο η δικιά σου βαρβατίλα.

 πάνω στο ίδιο θέμα:

ΣΟΥΣΙ


Πήγαμε  για σούσι χθες νωρίς
-μάλλον πρέπει να ‘ταν χαλασμένο-
σφύριζε η κοιλιά μου σαν το τρένο
Και στην τουαλέτα πήγα δις

Άφησα απ’ τον πόνο μια ιαχή
Σα χορδή σπασμένη κάποιου μπάσου
Ρώτησα αν πονάει η  κοιλιά σου
Κι είπες «μου χει βγάλει την ψυχή»

Τέτοιες εποχές Σαρακοστής
Μη ζητάς τροφές που είναι ξένες
Φάε ένα κοτόπουλο με πένες
 Ή δυο τρεις μπουκιές κοπανιστής

Βλαστημώ με τρόμο γοερό
κάργα οι δυο μας μέσα στην ξεφτίλα
βρίζουμε και κλαίμε εν χορώ
ρίχνοντας κατάρες στην ψαρίλα…

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα τροφή
(τι ήθελες να φας τόσες μερίδες;! )
Βλέπω να μας παίρνουν για ταφή
Πιο καλά να τρώγαμε …γαρίδες.

 

Τέλος, σήμερα μπορείτε να δείτε τους Ιδανικούς Οινόφλυγες του Γιώργου Κοροπούλη στο Παμπάλαιο Νερό και αύριο θα δούμε και την αντιπαραβολή με το: Οι Δανεικοί Αυτόχειρες του φίλου Allu Fun Marx. Επειδή, όπως έγραψε το 1930 ο Κωστής Μπαστιάς: «Η παρωδία έχει και αυτή τα δικαιώματά της».

 

2
Posted in Αρθρα |

Συγγραφείς με λόγια δανεικά

Δευτέρα, Μαρτίου 15th, 2010

 

Συγγραφείς με λόγια δανεικά

* Πηγή: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 14 Μαρ 2010, ένθετο «The New York Times» -Το πρωτότυπο κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ : http://www.nytimes.com/2010/02/28/weekinreview/28kennedy.html

 

«Η Χελένε Χέγκεμαν παραδέχεται ότι έχει αντιγράψει άλλα βιβλία.»

 
Του RANDY KENNEDY
Η εικόνα που εξακολουθεί να έχει σήμερα το ευρύ κοινό για το δημιουργικό συγγραφέα είναι κατά κύριο λόγο αυτή ενός ανθρώπου που προσπαθεί να δαμάσει τη γλώσσα, ίσως ακόμη και να βρει το νόημα της ζωής, από τα βάθη της ψυχής του.
Ίσως γι’ αυτό πρόσφατα τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν στην έφηβη γερμανίδα μυθιστοριογράφο Χελένε Χέγκεμαν που το βιβλίο της «Axoloti Roadkill» είναι υποψήφιο για ένα σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο, η απονομή του οποίου θα γίνει στις 18 Μαρτίου στη Λειψία.
Αφού ένας μπλόγκερ και μυθιστοριογράφος ανακοίνωσε ότι η Χέγκεμαν έχει ενσωματώσει μεγάλα αποσπάσματα από ένα δικό του βιβλίο στο δικό της, η Ι8χρονη, αντί να ακολουθήσει την τακτική της μεταμέλειας και της ανάκλησης που είναι τόσο συνηθισμένη τα τελευταία χρόνια, δήλωσε ότι εξαρχής η πρόθεση της ήταν να οικειοποιηθεί αποσπάσματα απ’ αυτό το βιβλίο και από άλλες πηγές.
Η Χέγκεμαν, παιδί μιας γενιάς που βομβαρδίζεται από τα ΜΜΕ, παρουσίασε τον εαυτό της ως μια συγγραφέα που έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να μιξάρει, να χρησιμοποιεί οτιδήποτε βρίσκεται στη διάθεση της που πιστεύει ότι εξυπηρετεί το σκοπό της, στο όνομα μιας αντίληψης κοινόχρηστης δημιουργικότητας, που δεν συμμερίζονται σε καμία περίπτωση αυτοί απ’ τους οποίους δανείστηκε, και πρόσθεσε ένα απόφθεγμα που θα μπορούσε να έχει κλέψει απ’ τον Σαρτρ (στην πραγματικότητα, δεν το είχε κάνει): «Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει πρωτοτυπία, υπάρχει μόνο αυθεντικότητα».
Αυτή η είδηση προκάλεσε αναστάτωση στις ΗΠΑ λίγο πριν από την κυκλοφορία ενός πολυαναμενόμενου βιβλίου του Ντέιβιντ Σιλντς, του «Reality Hunger», ενός νευρώδους λογοτεχνικού «μανιφέστου» που αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από αποσπάσματα από έργα άλλων συγγραφέων και στοχαστών. Ο Σιλντς επιστράτευσε τα δανεικά λόγια για να κατακεραυνώσει αυτό που ο ίδιος θεωρεί πληκτική μυθιστοριογραφία και να προωθήσει λογοτεχνικές μορφές συγκερασμού διαφορετικών ειδών.
Ο Σιλντς ισχυρίζεται ότι ο κατάφωρος καλλιτεχνικός δανεισμός υπήρξε θεμέλιος λίθος του πολιτισμού πολύ προτού ο Τερέντιος εκφράσει το δεύτερο αιώνα π.χ. το παράπονο του ότι «δεν υπάρχει τίποτα να πεις που δεν έχει ήδη ειπωθεί» και συνεχίζει τονίζοντας ότι η οικειοποίηση έχει δώσει νέα πνοή στη μουσική, τη ζωγραφική και το θέατρο.
Ωστόσο, η παράδοση της οικειοποίησης υπήρξε περιορισμένη, και μάλιστα τώρα αντιμετωπίζεται με ακόμη μεγαλύτερη καχυποψία. Ο Σιλντς, ο οποίος παραμένει στο στρατόπεδο εκείνων που την αντιλαμβάνονται ως ένα είδος συνεργασίας, διαμαρτύρεται λέγοντας ότι η εκφραστική συγγραφή έχει μείνει πίσω εν σχέσει με τις άλλες μορφές τέχνης όσον αφορά τη χρήση της οικειοποίησης ως εργαλείο.
Το βιβλίο του Σιλντς είναι βασισμένο σε μια ευρεία γκάμα στοχαστών παράγοντας ένα κράμα που κάποιες φορές δημιουργεί μια αίσθηση αλλόκοτης συνέπειας. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι σ’ έναν κόσμο όπου ο θάνατος του μυθιστορήματος ανακοινώνεται με μεγάλη συχνότητα εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, μια τέτοια προσέγγιση είναι ο μοναδικός τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή η λογοτεχνία. Ο Σιλντς συνεχίζει, λέγοντας ότι ακόμη κι εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που φαίνονται πρωτότυπα, έχουν δανειστεί στοιχεία από τα έργα προηγούμενων αιώνων, επομένως γιατί να μην είμαστε πιο ειλικρινείς και να μην προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι πιο ενδιαφέρον;
«Τόσο μεγάλο μέρος της ενέργειας των σπουδαίων έργων, την αίσθηση της ηχούς σε κάθε γραμμή μού δίνει, μην ξέροντας από πού προήλθε» ,-σημειώνει, παραθέτοντας ένα τσιτάτο του Γκράχαμ Γκριν που έχει χρησιμοποιήσει μαζί με άλλα στην αρχή του βιβλίου του. «Όταν δεν είμαστε σίγουροι, είμαστε ζωντανοί»

Σε αυτό το άρθρο έχω ήδη τοποθετηθεί προ διετίας με το παρακάτω ποίημα, φυσικά ο κάθε αναγνώστης-τρια του μπλογκ δεν είναι απαραίτητο (και ούτε περιμένω) να συμφωνήσει μαζί μου…   Είναι γνωστό εξάλλου ότι παραμένω «παλιομοδίτισσα» και δεν αφομοιώνω εύκολα τις νέες «τάσεις» των καιρών.

ΑΚΑΣΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ

Κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι στον αιθέρα
αρχεία που τα λεν “Ακασικά”.
Εκεί είναι γραμμένη όλη η γνώση
που αποκτήθηκε ποτέ –κι από το χρόνο πέρα.
Κι ειν’ όλα τα βιβλία: τα τωρινά
κι όσα χαθήκαν, δίχως να τα σώσει

κανείς, στης Αλεξάνδρειας τη μεγάλη
ή σ’ άλλες πυρκαγιές, που ‘χαν ανάψει
κάποιοι, για να εξοντώσουν τα βιβλία.
Μα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι άλλοι
περ’ απ’ τα τωρινά κι όσα έχουν γράψει,
είν’ τα μελλούμενα στ’ Ακασικά αρχεία.

Πολλάκις το ‘χω νιώσει: οι εγκέφαλοί μας
είναι φορές που με το Σύμπαν θα ενωθούν
- ρέει ανεμπόδιστα η όποια πληροφορία.
Είναι σαν Δίκτυο, που μιλάμε μεταξύ μας
δίχως εκείνα που συνήθως διασπούν
όπως η γλώσσα, οι παραδόσεις, η ιστορία.

Κι αν είν’ το διάμεσο μονάχα οι συγγραφείς,
η οθόνη προβολής για όλα τ’ αρχεία,
άκυρη βρίσκω τότε τη λογοκλοπή,
σαν έννοια, αφού όλοι πλέον αντιγραφείς
είμαστε και η έμπνευση είναι Θεία.
Μου φαίνεται ωστόσο περιττή

σπατάλη: στο μελάνι, στο χαρτί,
στο χρόνο μας και στην υπομονή.

 

 

0

Ποιόν καταδίωκε το πνεύμα;

Τετάρτη, Ιανουαρίου 13th, 2010

Η σχέση της Μαρίας Πολυδούρη με τον Κώστα Καρυωτάκη είναι γνωστή σε όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία – και όχι μόνον, καθώς πέρσι γυρίστηκε μέχρι και τηλεοπτική σειρά που αναφέρεται στη ζωή του Καρυωτάκη και στη σχέση του με την Πολυδούρη, μεταξύ άλλων.

Πρόκειται όμως για μια σχέση που πιθανότατα έχει υπερεκτιμηθεί στη συνείδηση των μεταγενέστερων, ίσως και λόγω της πρώιμης αυτοκτονίας του ποιητή. Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα, φαίνεται πως το ειδύλλιό τους κράτησε λίγους μόνο μήνες, από κοντά τουλάχιστον (γιατί η αλληλογραφία τους συνεχίστηκε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του Καρυωτάκη, καθώς έγραφε γράμματα και από την Πρέβεζα στην Πολυδούρη).  Φαίνεται μάλιστα ότι αυτό το ειδύλλιο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ σωματικά, καθώς τους πρόλαβε η ασθένεια του Καρυωτάκη από τη σύφιλη.

Από το ημερολόγιο της Μαρίας Πολυδούρη δεν προκύπτει κάποια αναφορά στη σωματική ολοκλήρωση του ειδυλλίου με τον Καρυωτάκη, ενώ αντιθέτως γίνεται αναφορά σε αρκετούς άλλους άνδρες που την είχαν συγκινήσει ερωτικά, κάτι που το αντιλαμβανόμαστε και από την ποίησή της.

Εξάλλου η ποιήτρια ήταν τότε πολύ νέα (πέθανε μόλις στα 28 της χρόνια) και, μέσα στην ατυχία της να χάσει και τους δύο γονείς της σε πολύ νεαρή ηλικία, είχε συνάμα την τύχη να είναι νέα φοιτήτρια και εργαζόμενη στην Αθήνα του Μεσοπολέμου (δεκαετία του 1920) και άρα να είναι ανεξάρτητη και χωρίς τον έλεγχο που είχαν οι συνομήλικές της από τους γονείς τους.

Αυτή η ανεξαρτησία, συναισθηματική και οικονομική, μαζί με τη δυνατότητά της να γνωρίζει γλώσσες (Γαλλικά) και να σπουδάζει στη Νομική σχολή και να μείνει για ένα διάστημα και στο Παρίσι, την οδήγησαν ασφαλώς σε μια πρώιμη χειραφέτηση, που δεν συνέβαινε εύκολα σε γυναίκες που ζούσαν στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Έτσι, η Μαρία Πολυδούρη ήταν ελεύθερη όχι μόνο να συνάψει ερωτικές σχέσεις με άνδρες, αλλά και να γράψει ποιήματα γι’ αυτούς, ποιήματα με ξεκάθαρες ερωτικές αναφορές, που δύσκολα θα συναντήσουμε σε άλλες ποιήτριες της ίδιας εποχής.

Ένα από τα πιο γνωστά της ποιήματα είναι το Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε, για το οποίο οι περισσότεροι φιλόλογοι και μελετητές της λογοτεχνίας συμφωνούν ότι γράφτηκε για τον Κώστα Καρυωτάκη. Είναι όμως έτσι; Το ποίημα ξεκινάει ως εξής:

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωή του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσό μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δεν μάς την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Όλα καλά ως εδώ; Φαίνεται πολύ πιθανόν να περιγράφεται ο Καρυωτάκης στους παραπάνω στίχους. Όμως, υπάρχει μια φράση που εμφανώς δεν ταιριάζει: Βίαιος στον έρωτά του, λέει η Πολυδούρη, ενώ οι βιογράφοι της συμφωνούν πως δεν συνευρέθηκε ερωτικά με τον Καρυωτάκη, λόγω της σύφιλης. Ίσως κάποιοι να αντιλέξουν, λέγοντας πως σίγουρα κάποια ερωτικά χάδια και φιλιά είχαν ανταλλάξει οι δύο ποιητές (κάτι που προκύπτει και από το ποίημα:


Είμαι τρελλή να σ’ αγαπώ,
αφού πια έχεις πεθάνει,
να λυώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νοιώθω τώρα πως αυτό
που μού δωσες, δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

το οποίο λογικά γράφτηκε για τον Καρυωτάκη μετά την αυτοκτονία του).

Όμως, τα παθιασμένα έστω φιλιά κατ’ εμέ δεν δικαιολογούν τη φράση: Βίαιος στον έρωτά του. Ας δούμε πως συνεχίζει και τελειώνει το ποίημα για τον νέο που αυτοκτόνησε:

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη
.

Τον βρήκαμε νεκρό, λέει, μ’ ένα σημάδι στον κρόταφο, όμως είναι γνωστό σήμερα ότι ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά. Άρα; Ο αντίλογος εδώ θα μπορούσε να είναι ότι δεν είχε πληροφορηθεί καλά τα νέα η Πολυδούρη, να της μετέφεραν λανθασμένα ότι η σφαίρα έπληξε τον κρόταφο και όχι την καρδιά του Καρυωτάκη. Και πάλι όμως, κάτι δεν ταιριάζει. Τον βρήκαμε, λέει, τον είδαμε και ήταν μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη. Όμως, η Πολυδούρη το 1928 ήταν στην Αθήνα, άρρωστη ήδη από το 1926, πιθανότατα ήταν ήδη στη Σωτηρία και πάντως σίγουρα δεν ήταν στην Πρέβεζα για να δει τις τελευταίες στιγμές του ποιητή.

Φυσικά, οι ποιητές με τη φαντασία τους συμπληρώνουν κι επεκτείνουν την πραγματικότητα, ενίοτε δε γράφουν και για πράγματα εντελώς φανταστικά. Ωστόσο, μου φαίνεται απίθανο – αν το ήξερε η Πολυδούρη – να μην είχε τονίσει ότι η σφαίρα πέρασε από την καρδιά του ποιητή, από την πλέον σημασιολογικά φορτισμένη θέση του σώματός του, δηλαδή.

Το ποίημα αυτό εντάσσεται στη συλλογή Ηχώ στο Χάος, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1929. Χρονικά ταιριάζει, καθώς εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατο του ποιητή. Ήταν όμως τότε τόσο εύκολο να τυπωθεί κάτι μέσα στους λίγους μήνες που μεσολάβησαν από την αυτοκτονία του Καρυωτάκη; Τα τυπογραφεία της εποχής ασφαλώς και δεν λειτουργούσαν με τις σημερινές ταχύτητες, ούτε ήταν εύκολο για την άρρωστη ποιήτρια να ελέγχει την πρόοδο της εκτύπωσης.

Το βέβαιο είναι ότι η Μαρία Πολυδούρη συνδέθηκε με πολλούς άντρες της εποχής της, είτε με ολοκληρωμένες σχέσεις είτε σε πλατωνικό-ποιητικό επίπεδο. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι αρραβωνιάστηκε μία φορά, όπως και ότι γνωρίστηκε με τον ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλο, στη μνήμη του οποίου αφιέρωσε ένα υπέροχο ποίημα στο οποίο λέει:

Μα τώρα σιώπησε η καρδιά του
Και μόνον ο έρωτάς του μένει
και περπατεί.

Επίσης, κάποιο είδος δεσμού υπήρξε με τον ποιητή Γιάννη Χονδρογιάννη, όταν πια ήταν στη Σωτηρία, και σύμφωνα με την Έλλη Αλεξίου αυτός υπήρξε ο τελευταίος και ο πιο θερμός ερωτικός δεσμός που έδωσε χαρά και συγκίνηση στη Μ.Π. (όπως μας πληροφορεί στον πρόλογο του βιβλίου: Μαρία Πολυδούρη, Ποιήματα, 1981. )

Φυσικά, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σε πόσες και ποιες περιπτώσεις οι έρωτες αυτοί παρέμειναν πλατωνικοί-φαντασιακοί και πότε ολοκληρώθηκαν και σωματικά. Κι ούτε έχει σημασία μια τέτοια γνώση, παρά μόνο για βιογραφικούς λόγους.

Η δική μου αίσθηση (και κοινή ομολογία και άλλων, επίσης)  είναι πως η Πολυδούρη
υπήρξε μια γυναίκα εξαιρετικά ελεύθερη για τα ήθη της χώρας της και της εποχής της. Είναι βέβαιο πως ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη και τον πένθησε πολύ αργότερα, μα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλα τα μεταγενέστερα τραγούδια της ήταν “μόνο για κείνον” όπως προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμα να μας πείσουν οι μελετητές.

Σήμερα, μια νέα γυναίκα που ερωτεύεται πολλούς άντρες και έχει σχέσεις μαζί τους είναι περισσότερο αποδεκτή (αν και πάλι, ασφαλώς όχι τόσο αποδεκτή όσο ένας νέος άντρας που πράττει το αντίστοιχο) από τα κοινωνικά ήθη της χώρας μας. Όμως, το 1930 που πέθανε η Πολυδούρη, η συμπεριφορά της αναμφίβολα προκαλούσε. Ετσι, το πιθανότερο είναι ότι οι μετέπειτα μελετητές και βιογράφοι της εστίασαν και, τρόπον τινά, καθαγίασαν έναν πιθανότατα ανολοκλήρωτο σωματικά ερωτά της με τον Καρυωτάκη, ακριβώς για να εντάξουν μεταθανάτια και την ίδια την Πολυδούρη στα ήθη της εποχής. Μια μεταθανάτια συμμόρφωση με τα χρηστά ήθη, μια απόκρυψη του γεγονότος ότι μια νέα γυναίκα προσπάθησε – όσο της επέτρεψε η φυματίωση και οι συνθήκες της εποχής – να χαρεί τη ζωή και τον έρωτα, να υπερβεί τα φυλετικά και κοινωνικά όρια της εποχής, να ανταλλάξει ποιήματα με τους γνωστότερους ποιητές της γενιάς της, να τους γνωρίσει και από κοντά, ακόμα και έγκλειστη στη Σωτηρία, και να υμνήσει ακόμα και τον ανώνυμο ολόδροσο βαρκάρη ενός παράλιου χωριού, που την πήγε βαρκάδα και έκτοτε δεν μπορούσε να τον ξεχάσει, όπως έγραψε και στο ποίημα:

Τι νάχης γίνει ολόδροσε βαρκάρη
του παράλιου χωριού, που με είχαν φέρει
ένα πένθος βαρύ να διασκεδάσω;
Τι νάχης γίνει ωραίο παληκάρι
με τα στριφτά ξανθά σου δαχτυλίδια,
πως έχει γίνει να μη σε ξεχάσω;

Μια γυναίκα λοιπόν που τολμά να γράφει κάτι τέτοιο και να το εκδίδει το 1929, (Ηχώ στο χάος), πιθανότατα αναφερόμενη στο βαρύ πένθος για τον Καρυωτάκη, είναι εξίσου πιθανό, κατά την άποψή μου να θρηνεί όχι τον Καρυωτάκη στο άλλο της ποίημα, αλλά κάποιον άλλο, ανώνυμο σήμερα, νέο που αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά και που ήταν –αποδεδειγμένα- βίαιος στον έρωτά του. Εξάλλου, το ποίημα που όντως αφιέρωσε στον Καρυωτάκη, με τίτλο: Του Καρυωτάκη, είναι ένα αρκετά αποστασιοποιημένο συναισθηματικά ποίημα – απάντηση στο δικό του: Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ.

Του Καρυωτάκη

 «Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ’ ηύραν εσύ να λείπης.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

Οπωσδήποτε, η απάντηση στο ποιος ήταν ο νέος που αυτοκτόνησε και βρέθηκε νεκρός με ένα σημάδι στον κρόταφο είναι κρυμμένη στον τάφο της Μαρίας Πολυδούρη και στα έγκατα της λογοτεχνίας μας συνάμα, και δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε με βεβαιότητα.

Αλλά το σημερινό μας λογοτεχνικό ταξίδι ας απελευθερώσει τη μνήμη της ποιήτριας από τη συμμόρφωση με τα χρηστά ήθη του Μεσοπολέμου και ας τη φέρει  κοντά μας, στον 21ο αιώνα, με τον τρόπο που μόνο η ποίηση γνωρίζει.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 8 του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο, Ιανουάριος 2010

Βλέπε και ποίημα: Καρυωτάκης – Πολυδούρη 2009, εδώ:

http://sofiakolotourou.gr/poems/6/44

 

 

0
Posted in Αρθρα |