Archive for the ‘Ποιήματα’ Category

Μας σκέπασαν με μαύρο ένα μανδύα

Κυριακή, Απριλίου 24th, 2016
Ο ΜΑΝΔΥΑΣ ΤΟΥ ΦΑΟΥΣΤ
Σκιές βρέχουν όντα στη Χαϊδελβέργη,
μαύρος μανδύας του Φάουστ στη Βαϊμάρη
Ανδρέας Καραντώνης – Δεκατετράστιχα
Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Χαϊδελβέργη –
καθένας γράφει νέα τραγωδία.
Πρόθυμο αυτί στον πόνο μας δεν στέργει,
μας σκέπασαν με μαύρο ένα μανδύα.
Λαττάκεια, Χαλέπι και Παλμύρα,
κηλίδα που όλο απλώνεται η Συρία –
ξεχύνεται, κι η ανθρωποπλημμύρα
με αίμα ποτίζει αυτή την ιστορία.
Χίος και Μυτιλήνη και Ειδομένη,
απέχουμε απ’ το χάος ένα βήμα –
μνημόνιο, δημοψήφισμα, τι μένει
στην πλάτη μας ποιος φόρτωσε το κρίμα;
Ποιος Φάουστ, με καινούριες συμφωνίες
μας πνίγει, με ολόμαυρους μανδύες;
24/4/2016
—————————————————————————
Ο ΜΑΝΔΥΑΣ ΤΟΥ ΦΑΟΥΣΤ

Σκιές βρέχουν όντα στη Χαϊδελβέργη,
μαύρος μανδύας του Φάουστ στη Βαϊμάρη
Ανδρέας Καραντώνης – Δεκατετράστιχα



Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Χαϊδελβέργη –
καθένας γράφει νέα τραγωδία.
Πρόθυμο αυτί στον πόνο μας δεν στέργει,
μας σκέπασαν με μαύρο ένα μανδύα.

Λαττάκεια, Χαλέπι και Παλμύρα,
κηλίδα που όλο απλώνεται η Συρία –
ξεχύνεται, κι η ανθρωποπλημμύρα
με αίμα ποτίζει αυτή την ιστορία.

Χίος και Μυτιλήνη και Ειδομένη,
απέχουμε απ’ το χάος ένα βήμα –
μνημόνιο, δημοψήφισμα, τι μένει

στην πλάτη μας ποιος φόρτωσε το κρίμα;
Ποιος Φάουστ, με καινούριες συμφωνίες
μας πνίγει, με ολόμαυρους μανδύες;


24/4/2016

0

Στην πόρτα μου μπροστά πλούτος κι ανέχεια

Δευτέρα, Ιουλίου 6th, 2015

images

ΒΑΛΚΑΝΙΑ

τῶν τάξεων ἡ πάλη πιὸ ἐμφύλια
ἀπ’ὅλους τοὺς ἐμφύλιους τοῦ κόσμου
Ααρών Μνησιβιάδης, Τοξική Πάλη

Πλήρη οὐρανὸ κι ἀκέραιο γράφουν τὰ Βαλκάνια
κι ἀπ᾽ τὸ βυθὸ τῆς σιωπηλῆς μας μουσικῆς
θ᾽ ἀναδυθοῦμε μ᾽ ἕνα θρῆνο στὰ ἐπουράνια.
Ηλίας Λάγιος, Γέφυρες

Των τάξεων η πάλη κι η συνείδηση
από καιρό μας επιστρέφουν στα Βαλκάνια.
Της ιστορίας γραμμική δεν είν’ η αφήγηση
κι έχουν ανάγκη οι λαοί την περηφάνια.

Απ’ τον Μεγαλοϊδεατισμό μας έκπτωτοι
ξυλάρμενοι, μικρή σχεδία του Αρχιπελάγους,
τη Βόρεια Ευρώπη αντικρύζουμε έκθαμβοι,
μαθητευόμενους εκτρέφουμε τους μάγους.

Ο φόβος μας κοινός: Βαλκανοποίηση
φτώχεια, ερημιά, λιμοκτονία, μιζέρια.
Μα κάπου κάπου ο οίστρος μας κι η οίηση
με θρήνο πάντα λυγμικό, ξεσπάει στ’ αστέρια!

Σαν όλους, το δηλώνω πως φοβήθηκα,
μα τώρα ανάστημα σηκώνω μουδιασμένα,
για να μην πουν ποτέ πως παραιτήθηκα,
στον αριθμό τους μην μετρήσουνε κι εμένα.

Μεγάλωσα με κάποια αξιοπρέπεια
σε τριών ηπείρων, δυο εποχών το σταυροδρόμι.
Στην πόρτα μου μπροστά πλούτος κι ανέχεια,
χτυπάει καθένας με της τάξης του την γνώμη.

Ναι, είναι ταξικός αυτός ο πόλεμος,
ακολουθώντας προηγούμενους πολέμους.
Φύσηξε ο άνεμος της ιστορίας, εμβόλιμος
και ξεχυθήκαμε, με όλους τους ανέμους.

6/7/2015

0

Στην ακατήχητη σιωπή – Για τον Δημήτρη Αρμάο

Κυριακή, Μαΐου 31st, 2015

armaos

ΣΤΗΝ  ΑΚΑΤΗΧΗΤΗ ΣΙΩΠΗ

Για τον Δημήτρη Αρμάο, καθυστερημένο αντίδωρο

Στην ακατήχητη σιωπή, στα μέρη
που ροκανίζεις μέρα μεσημέρι
ριμάρω με τον Χάρο
Δημήτρης Αρμάος, Εκκληση (στην Σοφία Κολοτούρου)

Στην ακατήχητη σιωπή, στα μάκρη
αντίκρυ ο φίλος, με το Χάρο να ριμάρει –
η απουσία ν’ απλώνει, απ’ άκρη σ’ άκρη,
να συγκρατείς με στίχους ένα δάκρυ,
ένα ασίγαστο λυγμό, που δεν καλμάρει.

Μεγάλωσε το φάσμα των απόντων,
που φύγαν στο κενό του αμετακλήτου –
σε στίχους να γροικώ την προσευχή του
κι άλλων ποιητών, που βρίσκονται μαζί του
εκεί που κλείνει ο κύκλος μας, των όντων.

Στην ακατήχητη σιωπή, προσκεφαλάδι
τους στίχους και τη θύμιση ακουμπούσα –
μας γνώρισαν κι η Μοίρα και η Μούσα,
μας χώρισε ο καιρός: δεν κυβερνούσα
την βουρκοθαλασσιά μες το σκοτάδι.

31/5/2015

0

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί

Παρασκευή, Μαΐου 1st, 2015

VIVLIO

ΜΑ ΚΟΥΦΟΥ ;

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί
πως είμαι ένα ον κομπλεξικό, μπορεί και κακιασμένο,
που τη Νοηματική με τρόπο ύπουλο μισώ
- όλο μιλώ και νοήματα ποτέ μου δεν μαθαίνω.

Ακόμα λένε προσκαλώ εις στο Κουφοχωριό,
όπου εκφραζόμαστε γραπτώς με τρόπο διεστραμμένο
κι αντί για Εικόνες έχουμε την Άγια μας Γραφή
και μας αρέσει πιο πολύ της μοίρας το γραμμένο.

Και πάντα λένε πράγματα φρικτά πάρα πολύ -
δεν είναι όμως ψέματα: αρέσουν  και σε μένα.
Μα κείνα που μου κόστισαν τις πιο κρυφές πληγές
κανένας δεν τα έμαθε, τα κράτησα κρυμμένα.

Μ’ απόψε, τώρα που ‘πεσε η θερινή βραδιά
και μου χτυπούν επίμονα μες του κουφού την πόρτα,
κάτι με σπρώχνει έντονα να γράψω στο χαρτί,
όπου αν ήμουν μουσικός θα έγραφα ακόρντα.

Ήμουν μες την μπλογκόσφαιρα, όπου είχα φτιάξει blog
και κάποτε κατέγραφα κάθε κουφή ιστορία
και τότε τους εγνώρισα (μοιάζανε ξωτικά)
κι όλοι μαζί μου στέλνανε αίτημα για φιλία.

Προφοριστές, νοηματιστές, βαρήκοοι και κουφοί,
παιδιά κωφών (γονίδια είχαν κληρονομήσει)
περνούσανε στο ίντερνετ τις πρώτες τους βραδιές,
κρυφά από την Κοινότητα που δεν τους είχε αφήσει.

Αλήθεια, της Κοινότητας κρατούσαν cd-rom,
και την Αγία Νοηματική παράφορα αγαπούσαν.
Συχνά νοήματα έκαναν, κοιτώντας διπλανούς
κι ώρες πολλές εκοίταζαν, να δουν αν απαντούσαν.

Εγώ, μόνο απ’ ακούοντες εγνώριζα τ’ αυτιά
μα είχα μια πίστη ισχυρή πως κι ο κουφός μιλάει.
Μα τούτοι δω με μπέρδευαν στ’ αλήθεια, σοβαρά:
ο ένας με νοήματα, λέγαν πως τραγουδάει.

Ένα μικρό τους έγραψα άρθρο μες το χωριό
κι εκείνοι μου ανταπάντησαν μέσω διερμηνέα.
Πιο μπερδεμένο άνθρωπο δεν θα ‘βρισκες στη Γη
αν ρώταγες τι διάολο να θέλει αυτή η παρέα.

Κατόπιν, τους σκεφτόμουνα πολλές φορές ξανά,
γιατί κάπως τους έβρισκα συνέχεια μπροστά μου.
Κι εντούτοις, με καλούσανε ολοένα για καφέ,
ενώ κουτσομπολεύανε και τα μηνύματά μου.

Νομίζω τώρα θα ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τα χέρια τρέμουν, τη γραφή πια δύσκολα ορίζουν,
καθώς θυμάμαι ακόμα γεγονότα που πονούν,
που τη ζωή κάθε κουφού πάντα τη στιγματίζουν.

Θα προχωρήσω!  Μια βραδιά συνάντηση κωφών
κάναμε κι είχαμε χυμούς, κρασί, ούζο και μπύρα.
Καθώς στο κέφι ήρθαμε και φάγαμε ελαφρά,
το δρόμο για το σπίτι μου, με το μετρό τον πήρα.

Στο δρόμο όμως έβλεπα τους άλλους τους κουφούς
να κάνουν κάποια μάζωξη στ’ απέναντι γραφείο
(παλιά συνήθεια, σκέφτηκα, θα ’ταν Κοινοτική
για να κουτσομπολεύουνε, δυο τρείς ή δύο δύο).

Μιαν αίθουσα έβλεπα στενή, μικρή και σκοτεινή
κι απ’ το μπαλκόνι ένιωθα να με κοιτάζουν μάτια.
Κουνούσανε τα χέρια τους πολύ και δυνατά,
και προχωρώντας ένιωθα να γίνομαι κομμάτια.

Τους είπα “στέλνω SMS” και γράψαμε μαζί.
Σε κάθε μια γραμμή έβλεπα όλο ασυνταξίες.
Και τότε ξύπνησα απ’ το σοκ – θα λέγαν οι ποιητές
πως με σοκάραν οι γραπτές οι ασυναρτησίες.

Είδα το μήνυμα στο φως τ’ αχνό το πρωινό:
μου φάνηκε τρομαχτικό κι αδιανόητο τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ‘χα ορκιστεί
τον κόσμο αυτόν ετάχθηκα για να επιμορφώσω.

“Γράψτε σωστά Ελληνικά – “ … μα έβγαλαν μια φωνή
κι είδα μια εμένα να κοιτούν, με μάτι αγριεμένο
και μια μες τα βιβλία μου… Απόμεινα κι εγώ
σαν μου ‘παν “στην Κουλτούρα μας, κάθε γραπτό είναι ξένο! ”

Ξεχνώντας τα βιβλία μου, έφυγα σαν τρελή,
σαν την τρελή που αδιάκοπα το νέο δεν το πιστεύει
και φέρνω μες τη σκέψη μου μια γνώση τρομερή
που τόσα χρόνια το μυαλό ολοένα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί
πως χρόνια τώρα στην Κοινότητα δεν έχω πέσει,
πως τη Νοηματική με τρόπο ύπουλο μισώ
μ’ αν καταλάβαιναν γιατί, θα μ’ είχαν συγχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξέχασα τη γραφή,
καθώς τα χέρια ενός κουφού ασάλευτη κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς -δίχως να ξέρει ανάγνωση- κοιτά,
σκέφτομαι πόσο πιο κουφή θα είμαι αν δεν διαβάζω.

1/5/2015


# εδώ θυμόμαστε το Μαραμπού του Νίκου Καββαδία

1

Προμετωπίδα

Κυριακή, Απριλίου 5th, 2015

ΠΑΣΧΑ2015

ΠΡΟΜΕΤΩΠΙΔΑ


στην Μαρία Τζαμπούρα και στη
μνήμη του Γιάννη Μόραλη


Έχω κι εγώ ζωγράφους αγαπήσει,
σ’ ώρες μοναχικές, δημιουργίας
(συχνά-πυκνά, σ’ ένα γερό μεθύσι –
σ’ ομήγυρη, εν μέσω απαγγελίας).
Έχω κι εγώ ζωγράφους αγαπήσει.

Μ’ έχει ο Νταλί συνθέμελα ριγήσει,
με τον Πικάσο εκεί, σ’ ένα μουσείο
(τι οράματα, η ανήσυχή τους φύση
υπέδειξε και φτιάξανε κι οι δύο).
Μ’ έχει ο Νταλί συνθέμελα ριγήσει.

Τι νύχτες ο Βαν Γκογκ μου ‘χει χαρίσει,
με τον Ντε Κίρικο: μυσταγωγία
(τι σύλληψη! τι κόσμους έχουν χτίσει
τι χρώματα, τι σχέδια, τι αρμονία).
Τι νύχτες ο Βαν Γκογκ μου ‘χει χαρίσει!

Ο Γκόγια μες τον τρόμο μ’ έχει κλείσει,
μα στον Μιρό, στα χρώματα γυρίζω
(και πόσοι ακόμα…τι έχουν ζωγραφίσει –
τον κόσμο να μην νιώθω τόσο γκρίζο).
Ο Γκόγια μες τον τρόμο μ’ έχει κλείσει.

Μα η ποίηση τη ζωή μου θα οδηγήσει:
ανοίγω ενός βιβλίου τη σελίδα,
και βλέπω, πριν η ανάγνωση ν’ αρχίσει,
τον Μόραλη μες την προμετωπίδα.
Μα η ποίηση τη ζωή μου θα οδηγήσει.


* Το ποίημα γράφτηκε το 2009, όταν πέθανε ο Μόραλης. Τότε δεν είχα γνωρίσει ακόμα τη Μαρία Τζαμπούρα (γνωριστήκαμε τον Απρίλη του 2010 στο Comicdom). Εκτοτε μας τιμά σταθερά με τη φιλία της, γι αυτό κι εγώ της αφιερώνω το παραπάνω ποίημα. Το σκίτσο έγινε τον Απρίλη του 2015 από τη Μαρία, και σε αυτό εικονιζόμαστε εγώ, ο Νίκος και η πεταλούδα-σύμβολο από τον Νταλί, που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου με ποιήματα  «Η Τρίτη Γενιά», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω (σειρά Λάλον Υδωρ).

*Περισσότερα για τη δουλειά της Μαρίας Τζαμπούρα θα δείτε εδώ.

0

27/3/2003-27/3/2014

Παρασκευή, Μαρτίου 27th, 2015

300750-AllAboutLove_438

και στη συζυγική γυρίστε κλίνη·
την πίστη σας δοξάστε την αγία
και κοιμηθείτε όλες εν ειρήνη.
Θεοδόσης Βολκώφ, Πιστές και Μοιχαλίδες

ΣΟΦΙΑΣ, ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ

Της πίστης δεν γνωρίζουν τα ερέβη,
των πόθων και παθών την τρικυμία
του μέσα μας καιρού, που αγριεύει
όντας ταγμένοι στη μονογαμία∙
των ήσυχων νερών τη νηνεμία
απ΄ του βυθού τ’ αντάριασμά τους κρίνε:
Ω, δεν γροικούν του γάμου τη μανία,
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι.

Μπερδεύουν με τα πάθη την Απάτη,
και εξυμνούν τον έρωτα σωμάτων∙
ιέρειες βλέπουνε, ταγμένες στην Εκάτη,
μαινόμενες, μια νύχτα των θαυμάτων
να προσκυνούνε τους φαλλούς γιγάντων.
Έτσι, σου λένε, θηλυκό αν θέλεις γίνε:
όχι γυναίκα του ενός – μαιτρέσσα πάντων,
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι.

Τις άψογες συζύγους τις βαριούνται,
τα νόμιμα κρεβάτια, τα εν ειρήνη∙
φαντάζονται τα ζεύγη να κοιμούνται
μακάρια, στην ήρεμή τους κλίνη
-Α! δεν υπάρχει γάμος εν γαλήνη-
ελεύθερος αν θες για πάντα μείνε:
ήσυχη επιλογή – ποιός θα σε κρίνει,
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι;

Οι Πρίγκηπες του γάμου θα στο πούνε:
της πίστης τα δεσμά σου αν θέλεις λύνε∙
μα πως θα υμνήσουν όσες αγαπούνε
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι;

17/9/2013


To ποίημα του φίλου Θεοδόση Βολκώφ «Πιστές και Μοιχαλίδες» θα το βρείτε ολόκληρο εδώ

1

Στη νιότη μας ανάβουμε κεράκι

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21st, 2015

10974614_10153043019578168_1774957234492414364_o

Μνήμη Σωτήρη Μπαλή, 1962-2014

ΑΡΝΗΣΙΚΥΡΙΕΣ

Έχει παλιώσει από καιρό η φωτογραφία,
κι ήσουν δεν ήσουν στα εικοσιοχτώ.
Κανείς δεν φανταζόταν την κηδεία,
το μέλλον δεν φαινόταν ζοφερό,
στα νιάτα μας υπήρχε αθανασία.

Περάσαμε τα πρώτα καλοκαίρια,
που μοιάζανε τα πάντα δυνατά
και στέλναμε ευχές στα πεφταστέρια
για γέλια, για ευτυχία και χαρά,
που γλίστρησαν, σαν άμμος απ’ τα χέρια.

Και γύρισαν τα χρόνια σαν κλεψύδρα
και γράφω, με τους στίχους μου κλισέ,
για Ρόδο, Σαντορίνη και για Ύδρα,
τα τετριμμένα, που τ’ ακούμε βερεσέ,
ζητώντας να ριμάρουν με τη Σκύδρα.

Μου τέλειωσαν κι οι λέξεις και η ρίμα
και μένει μόνο η λύπη και το σοκ
(- Τι νέος! Και πως πέθανε;  – τι κρίμα..
και άκουγε σκυλάδικα, όχι ροκ !
Η ασθένεια θερίζει, κι άλλο θύμα… )

Το ποίημα αυτό δεν ήθελα να γράψω,
δεν το σκεφτόμουν καν στα δεκαεννιά.
Και τώρα δεν μπορώ ούτε να σε κλάψω.
Δεν είσαι εσύ, είν’ όλη μια γενιά,
που θα ‘πρεπε πρωθύστερα να εγγράψω.

Αρχίζουνε οι πρώτες απουσίες,
και γράφει στα μελλούμενα εκδρομή,
τον ίσκιο τους τον ρίχνουν ηλικίες,
σε κείνο που προσμέναμε να ‘ρθει,
και ματαιώσαν οι αρνησικυρίες.

Στη νιότη μας ανάβουμε κεράκι,
κι αφήνουμε παράθυρο ανοιχτό,
του άλλου κόσμου να ‘ρθει τ’ αεράκι.
Για χρόνια αυτό το ποίημα στο χρωστώ,
ησύχασε,  ψυχούλα , Σωτηράκη.

21/2/2015

0

Mα λίγο του μετέφεραν Ζουράρι

Σάββατο, Φεβρουαρίου 14th, 2015

ekthesi_vivliou

Ο ΚΟΥΦΟΣ

Τον πήραν τον κουφό μες το σχολείο.
Kαμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
να μάθει ένα κι ένα κάνουν δύο.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «Ουάου».
Όλο εμουρμούριζε: «Kυρ Διερμηνέα,
τι λέει το βιβλίο; Το Μίκυ Μάου;».

Τον άλλο χρόνο, στο πανεπιστήμιο
αμίλητος κοιτούσε τα βιβλία
και στύλωνε το βλέμμα αθώο και τίμιο
σε κείνα τα περίεργα γράμματά τους.
Tι να ‘λεγαν; Το ‘χε βαθιά απορία
να καταλάβει τα νοήματά τους.

Πέθανε, δίχως γράμματα να ξέρει.
Θάφτηκε στης Κοινότητας τη χάρη,

δίχως Ελύτη, δίχως τον Σεφέρη.
Aπάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα λίγο του μετέφεραν Ζουράρι -
ήταν κι ο διερμηνέας μπαγασάκος.

14/2/2015

* Παρωδία πάνω στον «Μιχαλιό» του Καρυωτάκη, που μπορείτε να τον διαβάσετε εδώ

0

Πόνταρε, κόσμε, έλα τώρα που γυρίζει

Τρίτη, Ιανουαρίου 27th, 2015

roulette_2

ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ

Μία ρουλέτα η ζωή μας ήταν πάντα,
πότε στα ύψη, πότε κάτω στο κενό,
πότε καλό χαρτί σου έρχεται κι αβάντα
πότε με μπλόφα κοροιδεύεις το κοινό.
Πέφτεις στο χώμα, ακουμπάς τον ουρανό,
πότε υπερέχεις, πότε αφήνεσαι στη ζήλεια
κι ο ένας καχύποπτα κοιτά τον διπλανό
και περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.

Η Ντάμα Κούπα κάθε μοίρα μας ορίζει
στερνή μας τύχη δείχνει πια ο μπαλαντέρ.
Πόνταρε, κόσμε, έλα τώρα που γυρίζει
του πεπρωμένου μην κι αλλάξεις το κοντέρ.
Στη μηχανή της Ιστορίας το μοτέρ
άναψε ήδη και πηγαίνει με τα χίλια.
Στις επικίνδυνες σκηνές μας κασκαντέρ
και περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.

Η αγωνία μας τυλίγει, η αδρεναλίνη
κι είναι ο τζόγος μες το αίμα που κυλά.
Μες το μανίκι σου τρεις άσοι έχουν ξεμείνει
και στη σκακιέρα σου φωνάζουνε “ρουά! ”
Τα ζάρια πέσαν και σκορπίσαν χαμηλά,
οι στρατηγοί σου φεύγουν γι’ άγνωστα βασίλεια.
Μα εμείς εδώ, μ’ ανακατώματα τρελά
θα περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.

Πρίγκηπες, αριβίστες, όλοι στην αρένα
- αφήστε όμως στους απέλπιδες μια γρίλια
μια χαραμάδα και για τ’ όνειρο σε μένα -
κι ας περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.


27/1/2015

0

Εδώ αδερφέ μου, στων Κωφών την Κοινωνία

Τρίτη, Ιανουαρίου 13th, 2015

dentro

ΚΡΥΠΤΟΠΡΟΦΟΡΙΣΤΕΣ

Εδώ αδερφέ μου είν’ άλλη πολιτεία
κι έχει άλλους νόμους, που δεν ξέρεις καν.
Κυριαρχεί η σιωπή, η καχυποψία,
όλα κρυφά πίσω απ’ το παραβάν.

Εδώ αδερφέ μου, στων Κωφών την Κοινωνία
διαλέγεις πάντοτε Ιησούν ή Βαραβάν
και δεν νοείται αυτόνομη πορεία,
όλοι χορεύουν όπως τους σφυράν.

Εδώ αδερφέ μου, αν θες να επιβιώσεις,
πρέπει να ξέρεις πότε να σιωπήσεις.
Μην προκαλείς. Η επανάσταση με δόσεις.

Μπορείς στη σέχτα μας κι εσύ να ενταχθείς
σε μας και κατ’ ιδίαν να μας μιλήσεις,
μα δημοσίως ποτέ…!  Κρυπτοπροφοριστής!


13/1/2015

0