Archive for the ‘Ποιήματα’ Category

Από τον δεύτερο δεν βλέπεις το φεγγάρι

Κυριακή, Αυγούστου 10th, 2014

augoustiatiki-panselinos1-628x392

ΔΕΥΤΕΡΟ  ΠΑΤΩΜΑ

Από τον δεύτερο δεν βλέπεις το φεγγάρι,
-δεν έχεις μήτε μια σοφίτα, έναν φεγγίτη –
μνήμες κακές ως τα θεμέλια έχει το σπίτι,
μαύρη σκιά μες την ομίχλη το ‘χει πάρει.

Πονάει το σπίτι, τριάντα χρόνια με πονάει,
κι έχει μια δύσκολη κι ανείπωτη ιστορία.
Γνέφει η κουρτίνα, χαιρετάει σαν κυρία,
κι ολοένα η θύμιση πιο πίσω με τραβάει.

Αλλά τον Αύγουστο λιγάκι ξεγελιέμαι
μια τέτοια νύχτα, μια πανσέληνη ώρα,
που οραματίζομαι μια δίχως πόνο χώρα
και με τη σκέψη της χαράς αποξεχνιέμαι.

Η γλυκιά νύχτα μ’ έχει απόψε συνεπάρει,
σε κόσμους πάλι μαγικούς, των οραμάτων,
όπου πεθαίνουν και οι μνήμες των θανάτων.
Μα από τον δεύτερο δεν βλέπω το φεγγάρι.

10/8/2014

0

Κι εσύ σωπαίνεις, ω κουφό μου αδέρφι, υποκριτή!

Σάββατο, Αυγούστου 9th, 2014

κατάλογος

ΘΕΑΤΡΟ ΚΩΦΩΝ

Κι άλλη παράσταση. Να το κοινό, προσμένει.
Είναι ένας κόσμος των κωφών ή κωφαλάλων;
Νύχτα, σιωπή. Η αυλαία κατεβασμένη.
Οι ρόλοι παίχτηκαν στο θέατρο των άλλων.

Τώρα ο κωφάλαλος στο σπίτι του πηγαίνει
κι είναι πια ελεύθερος να λύσει τη σιωπή του,
σε πράξη να προβεί απαγορευμένη.
Είναι πια ελεύθερος – μιλάει με τη φωνή του!

Μία φωνή που απαγορεύει η Κοινότητα
- επιτρεπτό είναι με τα χέρια να εκφραστεί -,
γιατί αποφάσισαν τη μόνη μας ταυτότητα
να την ορίζουν οι ακούοντες προεστοί !

Κι έτσι μας ζήτησαν τον ρόλο κωφαλάλων
να διατηρήσουμε, στο θέατρο των άλλων –
κι έτσι ζητήσαν να μας πνίξουν τη φωνή.
Κι εσύ σωπαίνεις, ω κουφό μου αδέρφι, υποκριτή!


9/8/2014


0

Νίκος Γεωργόπουλος, Χαμένοι Ιππότες

Παρασκευή, Ιουλίου 11th, 2014

Ορφέας και Σελήνη

Χαμένοι ιππότες

Πως θ’ απαγκιάσουν τα κορμιά σακατεμένα
όταν στις ίδιες τις ουλές τους θα κρυφτούν;
Που θα στραφούνε τα μυαλά αλλοπαρμένα
σαν στην ομίχλη στριμωγμένα θα χαθούν;

Πως θα γεννήσουν οι ανέμοι μ΄ ένα πόνο
να ξεχωρίσουνε το κλάμα απ΄ τα ουρλιαχτά;
Που να χαϊδέψουν οι ανάσες τους τον τρόμο
να τον γλυκάνουν να του αρπάξουν την θωριά;

Πώς να γιορτάσουν οι θλιμμένοι στα ρημάδια
μέσα τους σκόρπια που τους τρων τα σωθικά;
Που να ταΐσουνε τα αγρίμια με γλυκάδια
να αποπλανήσουνε τον φόβο μουλωχτά;

Χαμένοι ιππότες σε λαβύρινθους τυχαίους
δίχως Μινώταυρους και μύθους ξακουστούς
με τους χρυσούς της η  Αριάδνη σκαραβαίους
σέρνεται ολόγυμνη σε τάφους ανοιχτούς.

11 Ιουλίου 2014


0

Μ’ αρέσουνε μαζί με τη σιωπή τους

Τετάρτη, Ιουλίου 9th, 2014

papagaloi

ΜΕ ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

- Απ’ την Ελλάδα; Πορτοκάλια και πεπόνια.
- Βάλε και κάτι αρχαία: Παρθενώνες,
μικρά γλυπτά, περίτεχνες κολώνες
που φτιάχνουνε στο Νότο τόσα χρόνια.

-Αχ, ντάρλινγκ, να διασκέδαζα την πλήξη!
Τι άλλο υπάρχει θέαμα εκεί κάτω;

- Η θάλασσα, καρπούζι μες το πιάτο
κι ο ήλιος που ποτέ δεν θα τους λείψει.

Κάτι κουφοί μ’ απασχολούνε, τελευταία:
τους ρίχνω κάθε τόσο επιδοτήσεις,
νοήματα να κάνουν, τις κινήσεις
που παίζουνε στα θέατρα τι ωραία.

Μ’ αρέσουν, μα την πίστη μου: παιδάκια
θυμίζουν, τόσο αθώα, χαριτωμένα…
-Α! πότε θα με πας βόλτα κι εμένα,
να τους χαϊδέψω τρυφερά τα κεφαλάκια;

Με συγκινούνε της ζωής οι αδικημένοι,
λίγες ψυχούλες, λίγη αγάπη μας ζητάνε…

- Μου ‘πανε, υπάρχουν κάποιοι που  μιλάνε
κι αντιμιλάνε (ποιος το περιμένει; )

-Αυτά δεν γίνονται. Να πεις να το βουλώσουν.
Μ’ αρέσουνε μαζί με τη σιωπή τους
με την κουλτούρα τους, τη νοηματική τους…
Τι, να μιλάνε σαν κι εμάς;! Μη σώσουν…!

-Αν ήθελα κουβέντες, παπαγάλους
θα επιδοτούσα, αντί για κωφαλάλους.


9/7/2014

0

Τα λόγια σας μου φέρνουνε μόνο πονοκεφάλους

Παρασκευή, Ιουλίου 4th, 2014

1c5cfd_212899

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΚΩΦΩΝ

-    Μα σας το είπα η γλώσσα σας, η νοηματική…
-   Μπα, τι μου λέτε φίλτατε; Η γλώσσα μου, από πού;
-    Το λένε τα ψηφίσματα, το λέει εδώ κι εκεί…
-    Μα δεν το λέει η σκέψη μου στην άκρη του μυαλού!

-    Δεν δοκιμάσατε, λοιπόν; Μπορεί να σας αρέσει…
-   Όχι, μ’ αρέσει να μιλώ, σας διαβεβαιώνω.
-    … (Είναι και ζόρικη αυτή… πως θα ‘βγει από τη μέση; )
Θα σας τη μάθω δωρεάν… μερικές λέξεις μόνο!

-    Είπαμε όχι, κύριε! Τα χείλη σας διαβάζω,
σκέφτομαι γράφω Ελληνικά, μιλώ και τραγουδάω.

-    Οσα είπατε κυρία μου στιγμή δεν εξετάζω:
μ’ άλλους Κωφούς στη θέση σας, εκεί και θα σας πάω.

Θα δείτε, φίλους θα ‘χετε κι εμένα και τους άλλους,
μέλη θ’ αποτελέσουμε χαρούμενης παρέας.
-    Τα λόγια σας μου φέρνουνε μόνο πονοκεφάλους -
αλήθεια, τι επαγγέλεσθε;

………………………………..- Σας είπα: Διερμηνέας!

4/7/2014

1

Eνα τραγούδι που θα παίζει μι’ άηχη μπάντα

Δευτέρα, Ιουνίου 23rd, 2014

10269231_1437311143185785_7606191704272076894_o

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ

Ιούνης – κι ειν’ ο μήνας σου, όπως πάντα.
Kι εγώ σκυμμένη πάλι στα χαρτιά μου
για να συνθέσω, μες απ’ την καρδιά μου
(πως θα ‘θελα να γίνει μια μπαλάντα! )

Για όλα τα χρόνια σου, τα οκτώ και τα σαράντα,
τα δεκατρία που ακολουθούν τα βήματά μου,
τα εντεκάμισυ που δώσαμε όρκους γάμου -
ένα τραγούδι που θα παίζει μι’ άηχη μπάντα.

Κι όπως ο νους γυρίζει προς τα πίσω
- στις ώρες που ερήμην έχουν φύγει –
μ’ εσένα πάλι διάλεξα να ζήσω

και ν’ αφιερώσω (οι στίχοι τόσο λίγοι)
λιτό για τα γενέθλιά σου, σκέτο
- αντί μπαλάντα – ταπεινό σονέτο.

23/6/2014


0

Μ’ ανείπωτα όλα τα χιλιοειπωμένα

Τετάρτη, Ιουνίου 18th, 2014

ΓΕΝΝΕΟΛΟΓΙΚΟ-ΔΕΝΤΡΟ

Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΙΑ

Γενιές ολόκληρες εργάστηκαν για μένα
το δρόμο να φωτίσουν στις νευρώσεις,
μ’ ανείπωτα όλα τα χιλιοειπωμένα.
Οι πράξεις, που βαραίνουν στις κλειδώσεις,
οι πρόγονοι (αν και νεκροί) δια ζώσης
να μαρτυρούν απ’ την αρχή τα μυστικά -
στο τέλος πάλι ν’ απειλούν μην τους προδώσεις:
η τρίτη εμείς, φαρμακερή γενιά.

Γενιές που φύλαξαν στη μνήμη τους κλεισμένα
τα τραύματα και τις παλιές διαβρώσεις
σε μια αλυσίδα, με τα μέλη τους δεμένα
(τι βάσταξες και πόσα θα σηκώσεις,
πόσα άλλαξες και τι μπορείς να σώσεις; )
και δεν αντέχεις και φωνάζεις: “φτάνει πια ! ”
Mα ο κλήρος έλαχε σε σένα να πληρώσεις -
στην τρίτη και φαρμακερή γενιά.

Γενιές που έληξαν, προδιαγεγραμμένα,
στων απογόνων της πικρίας της τόσης
που δεν θελήσανε παιδί να κάνουν ένα
(τον πόνο, ω αναγνώστη, να μην νιώσεις).
Την αλυσίδα δεν θα επιδιορθώσεις -
τη σπάζεις μόνο και φωνάζεις: “αρκετά ! ”
Έτσι στο φως αναβαπτίζεται, της γνώσης
η τρίτη και φαρμακερή γενιά.

Πρίγκηπα, μου ‘χεις τάξει νέα γέννα
σαν καταγράψουμε μαζί τα κωδικά
παλαιά βιβλία, στο σεντούκι φυλαγμένα
η τρίτη εμείς, φαρμακερή γενιά.



0

Η μόνη γλώσσα μου, η γλώσσα του Ομήρου

Τετάρτη, Ιουνίου 18th, 2014

IMG_8498

SPEECH FOR DEAF CHILDREN

Δεν πόθησα άλλο πέρα από τις λέξεις –
μακριά από μένα της εικόνας τυραννία.
Κι ας προσπαθήσανε με λύσσα (τι ειρωνία! )
να μου υποβάλλουν τις δικές τους σκέψεις.

Κι αν είμαι και κουφή τι τους πειράζει;
Δικός μου πάντοτε ο Λόγος εν Αρχή
ποτέ δεν μ’ έθελξε η Νοηματική:
ύψιστο νόημα η Λέξη μού φαντάζει.

Η μόνη γλώσσα μου, η γλώσσα του Ομήρου –
(τι τρομερό, δεν θεωρείται αυτονόητο !
και πώς να πείσω σ’ ένα κόσμο τόσο ανόητο; )
Τι μαύρη τύχη μου στο τράβηγμα του κλήρου.

Κι είμαι, όπως λένε, καθαρά τύπος “ακουστικός”,
(πες μου μια φράση, μια κρυμμένη μελωδία,
κάποια παρήχηση, μια ομοιοκαταληξία,
για τη συνίζηση και για τη χασμωδία… )
-  κάποιος μ’ εμπαίζει, κάποιος άγνωστος θεός.

Τις λέξεις προστατεύω μην ζητήσουν,
τις αγκαλιάζω, τις κρατώ σφιχτά,
μπρος στην Εικόνα αντιδρώ με ουρλιαχτά,
διαβάζω ποιήματα, που τα ‘χω φυλαχτά –
στον σιωπηλό τους κόσμο δεν θα με κρατήσουν.


0

Του Ανζού τ’ αεράκι είναι γλυκό, η αύρα είναι ψυχρή

Τρίτη, Απριλίου 8th, 2014

images

To ποίημα αυτό δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι πασίγνωστος ο πρώτος στίχος στη γλώσσα μας, λόγω της μετάφρασης από τον Γιώργο Σεφέρη: «Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα». Αν και ο Σεφέρης χρησιμοποίησε τον πρώτο στίχο ως μότο στο «Πάνω σ’ ένα ξένο στίχο» κι έτσι τον έκανε διάσημο στην χώρα μας, δεν προχώρησε (εξ όσων γνωρίζω) για να μεταφράσει και το υπόλοιπο. Με έκπληξη ανακαλύψαμε, μαζί με τον συνήθη ύποπτο Ααρών Μνησιβιάδη, που με φορτώνει εσχάτως (και) με μεταφραστικές ασκήσεις ότι δεν υπάρχει ούτε από άλλον ποιητή έμμετρη απόδοση του ποιήματος (ή, τουλάχιστον, δεν είναι γνωστή σε μας).

Ο διαβόητος, λοιπόν, Μνησιβιάδης, δεν έχασε την ευκαιρία να μου το φορτώσει ως άσκηση, βέβαιος ών ότι δεν θα μπορέσω να το αποδώσω. Με την πολύτιμη όμως βοήθεια του υπέροχου φίλου Νίκου Σαραντάκου και των εξαίσιων Γαλλικών του, μεταξύ άλλων, μπόρεσα να κάνω μια αξιοπρεπή, θαρρώ, απόδοση και να αποφύγω τις παρυφές και την ενδοχώρα της Νομανσλάνδης

Ιδού η απόδοση την οποία αν και είχα υποσχεθεί να αφιερώσω στον Μνησιβιάδη θα αναιρέσω την υπόσχεση και θα αφιερώσω δικαιωματικά στον Σαραντάκο (και ποιός ακούει τον Μνησιβιάδη τώρα; Οχι εγώ πάντως! )

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ


στον Νίκο Σαραντάκο


Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα,
ή εκείνος που κατέκτησε χρυσόμαλλο το δέρας,
γεμάτος πείρα και σοφός στο τέλος της ημέρας∙
χρόνια με τους δικούς του να χαρεί, τα τελευταία.

Άμποτε γω θα ξαναδώ το χωριουδάκι, αλί μου
με τ’ ανωθρώσκοντα καπνό από το φτωχικό μου;
Σε ποια εποχή θα ξαναδώ μάντρα κι αυλόγυρό μου
οπού
ναι η πατρίδα μου, η ιδιαίτερή μου;

Και πιο πολύ ευαρέσκομαι στο σπίτι των προγόνων
απ’ τα παλάτια τα τρανά των Ρωμαϊκών των χρόνων∙
κι απ’ το σκληρό το μάρμαρο η πέτρα είναι πιο αβρή.

Και προτιμώ απ’ τον Τίβερη πάντα τον Λίγηρά μου
κι από τη Ρώμη το Λιρέ πιότερο στην καρδιά μου∙
του Ανζού τ’ αεράκι είναι γλυκό, η αύρα είναι ψυχρή.

Το πασίγνωστο πρωτότυπο του

Joachim du Bellay

εδώ:

Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage,
Ou comme cestuy-là qui conquit la toison,
Et puis est retourné, plein d’usage et raison,
Vivre entre ses parents le reste de son âge !

Quand reverrai-je, hélas, de mon petit village
Fumer la cheminée, et en quelle saison
Reverrai-je le clos de ma pauvre maison,
Qui m’est une province, et beaucoup davantage ?

Plus me plaît le séjour qu’ont bâti mes aïeux,
Que des palais Romains le front audacieux,
Plus que le marbre dur me plaît l’ardoise fine :

Plus mon Loire gaulois, que le Tibre latin,
Plus mon petit Liré, que le mont Palatin,
Et plus que l’air marin la doulceur angevine.

1
Posted in Ποιήματα |

Αυτός που δοκιμάστηκε το ξέρει

Πέμπτη, Μαρτίου 20th, 2014

41010_153476144663681_100000038880478_484016_2165702_n

Ο αλλοπρόσαλλος, ανεκδιήγητος και ακατονόμαστος (κι ακόμα είμαστε στο «άλφα» ) φίλος μου Ααρών Μνησιβιάδης με ανάγκασε – για δεύτερη φορά από το καλοκαίρι – να καταπιαστώ με μετάφραση – απόδοση, του Δάντη αυτή τη φορά. Μήτε οι διαμαρτυρίες μου πως δεν ξέρω τη γλώσσα τον συγκίνησαν (έχεις το πρωτότυπο, τα λεξικά και τις άλλες μεταφράσεις στη διάθεσή σου, είπε… ) , μήτε οι αμφιβολίες μου τον κλόνισαν: με υποχρέωσε, χωρίς άλλη αναβολή, να εκθέσω εδώ και το πόνημα τούτο… Ποιός ξέρει σε ποιά γλώσσα θα με βασανίσει την επόμενη φορά… (με ανησυχεί η έλξη του προς τα Σουηδικά, ειδικά μετά τη Φιελγκάταν..)  Ιδού λοιπόν το αποτέλεσμα (παραθέτω και το πρωτότυπο):

Δάντης, Σονέτο ΧΙΙΙ

στον Ααρών Μνησιβιάδη

Πόσο ευγενής προβαίνει η αρχόντισσά μου
πόσο άσπιλη τον κόσμο χαιρετάει!
Τρεμάμενη – σαν όλων – η μιλιά μου.
Κανείς να την κοιτάξει δεν τολμάει.

Βαδίζει – και ηχούν ύμνοι στ’ αυτιά μου.
Τη συστολή σαν ένδυμα φοράει,
σαν θαύμα μπρος στην έκθαμβη ματιά μου,
σαν να ‘ρθε απ’ τα επουράνια τα χάη.

Όποιος την είδε, ο πόθος του κρυφός,
μια γλύκα στην καρδιά του προμηνάει
- αυτός που δοκιμάστηκε το ξέρει.

Κινώντας απ’ την όψη της τ’ αγέρι
σαν πνεύμα, βέλη του Ερωτα σκορπάει
και λέει μες την ψυχή: “τι στεναγμός! ”

20/3/2014

Tanto gentile e tanto onesta pare
la donna mia quand’ella altrui saluta,
ch’ogne lingua deven tremando muta,
e li occhi no l’ardiscon di guardare.

Ella si va, sentendosi laudare,
benignaments d’umilta vestuta;
e par che sia una cosa venuta
da cielo in terra a miracol mostrare.

Mostrasi si piacente a chi la mira,
che da per li occhi una dolcezza al core,
che’ntender no la puo chi no la prova:

e par che de la sua labbia si mova
un spirito soave pien d’amore,
che va dicendo a l’anima: «Sospira!».

1
Posted in Ποιήματα |