Archive for the ‘Αλλων’ Category

Νίκος Γεωργόπουλος, Χαμένοι Ιππότες

Παρασκευή, Ιουλίου 11th, 2014

Ορφέας και Σελήνη

Χαμένοι ιππότες

Πως θ’ απαγκιάσουν τα κορμιά σακατεμένα
όταν στις ίδιες τις ουλές τους θα κρυφτούν;
Που θα στραφούνε τα μυαλά αλλοπαρμένα
σαν στην ομίχλη στριμωγμένα θα χαθούν;

Πως θα γεννήσουν οι ανέμοι μ΄ ένα πόνο
να ξεχωρίσουνε το κλάμα απ΄ τα ουρλιαχτά;
Που να χαϊδέψουν οι ανάσες τους τον τρόμο
να τον γλυκάνουν να του αρπάξουν την θωριά;

Πώς να γιορτάσουν οι θλιμμένοι στα ρημάδια
μέσα τους σκόρπια που τους τρων τα σωθικά;
Που να ταΐσουνε τα αγρίμια με γλυκάδια
να αποπλανήσουνε τον φόβο μουλωχτά;

Χαμένοι ιππότες σε λαβύρινθους τυχαίους
δίχως Μινώταυρους και μύθους ξακουστούς
με τους χρυσούς της η  Αριάδνη σκαραβαίους
σέρνεται ολόγυμνη σε τάφους ανοιχτούς.

11 Ιουλίου 2014


0

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ (μέρος VI)

Δευτέρα, Αυγούστου 26th, 2013

th19

4. Από το Ich bebe  (2007)

Σύντομη συνάντηση

(συνήθως λένε πως την τελευταία στιγμή έσφαξαν μιαν ελαφίνα)

Δε με ταΐσατε καλά,
αρχόντισσες και άρχοντες,
και νου δεν έχω να σκεφτώ
να σας ευχαριστήσω με κάτι το πρωτάκουστο.
Μια ιστορία θα σας πω απ’ τις παλιές,
κάπως λιγότερο ελκυστική απ’ όσο τη θυμάστε –
πιθανώς κι αηδιαστική
για το ευαίσθητό σας το στομάχι.

Μια μέρα, λοιπόν, έναν βαρύ χειμώνα
(τότε που οι φτωχοί ψοφούσαν απ’ το κρύο –
όπως ψοφούν και τώρα, ξέρετε σεις),
μιάνα βασίλισσα τρύπησε το δάχτυλό της με το βελόνι,
μιάνα σταγόνα κύλησε στο χιόνι,
κι έτσι γεννήθηκε η Χιονάτη.

Τα υπόλοιπα μέσες-άκρες θα τα ’χετε ακούσει:
Η καλή βασίλισσα πέθανε κι ήρθε η κακιά μητριά
(ως γνωστόν, έτσι γίνεται).
Ένας καθρέφτης τάχα μίλαγε
κι έλεγε της μητριάς για την ομορφιά της·
ώσπου κάποτε άφησε στην άκρη τη μητριά
και μίλησε για της Χιονάτης το ροδαλό δέρμα.

Κι έστειλε τον υπηρέτη της η μητριά
με τη γνωστή διαταγή,
βρες την, ξερίζωσέ της την καρδιά και φέρ’ τη μου
(έτσι δίνονται οι σωστές διαταγές).
Μα ο υπηρέτης ήσαν ψυχοπονιάρης δολοφόνος·
κρίμας να τη σκοτώσω την πανέμορφη Χιονάτη, σκέφτηκε.
Κάπου στο ρυάκι πέτυχε μιαν άλλη κοπελιά,
μιαν άσχημη κι ασήμαντη χωριάτισσα,
δεν ήξερε το όνομά της κι ούτε το έμαθε
(κι ας πούμε πως την έλεγαν Άννα ή Μαρία ή Φατμέ – σε νοιάζει;


Δείτε

εδώ

εδώ

εδώ

εδώ

και εδώ τις προηγούμενες παρουσιάσεις του έργου του Θανάση Τριαρίδη


0
Posted in Αλλων, Κείμενα |

Ααρών Μνησιβιάδης, Γενέθλια 2011

Τρίτη, Οκτωβρίου 9th, 2012

margarita


ΓΕΝΕΘΛΙΑ 2011

Ὁ χρόνος ποὺ μετροῦν οἱ ἡμεροδεῖχτες
ιδού, μοῦ ἀποδίδεται διπλός,
ἐντόκως, μὲ τὶς μέρες καὶ τὶς νύχτες
ἐπάνω στὸ τραπέζι ἰσοσκελῶς
σὲ δίκαιη μοιρασιά· κάποιος τυφλὸς
θ’ἀνέλαβε τὸν ῥόλο διανομέα
καὶ λάμπει τῆς ζωῆς μου ὁ πακτωλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Γεμίζω παρελθὸν τοὺς καταψῦχτες:
βλεφάρων τρεμουλιάσματα, ὁ θολὸς
στὰ μάτια δισταγμός, οἱ καληνύχτες
μετέωρες, σὰν κόλαφος δειλός,
ὁ μέσα μου Ἀδὰμ ξανὰ πηλός
καὶ μία ἀσχημάτιστη ἰδέα.
Καινούργιος παραμένω καὶ παλιός
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Κεράκια, τῆς ψυχῆς μου ἀνεμοδεῖχτες,
στὴν τούρτα καρφωμένοι ἐπισφαλῶς,
τοῦ πρὶν καὶ τοῦ μετὰ λαθραιμομῖχτες,
ἀκοῦστε τὴν εὐχὴ ποὺ ἕνας τρελὸς
καὶ πρόβατο μονάχο, ἀπολωλός,
σὰν δέησι ἀναπέμπει φευγαλέα:
νὰ μείνῃ αἰωνίως σιωπηλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Κι ἂν τοῦτο δὲν μπορεῖτε παντελῶς,
τοὐλάχιστον ἂς σβήσετε παρέα
ἐσεῖς καὶ κάθε μνήμης μου ὁ δαυλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.


0

Ααρών Μνησιβιάδης: Κοινότατος, ἀλλὰ κοινὸς σπανίως

Τρίτη, Μαρτίου 20th, 2012

Για την παγκόσμια μέρα ποίησης αποφάσισα να παραχωρήσω το βήμα σε έναν νέο ποιητή που τον παρουσίασα και πριν από λίγο καιρό εδώ: Το γεγονός ότι μου έχει αφιερώσει το παρακάτω ποίημα είναι, ολοφάνερα, καθαρά συμπτωματικό ;-)   Ας ακούσουμε λοιπόν τον λόγο του Μνησιβιάδη:

  • στὴν Σοφία Κολοτούρου
  • NEKYIA
  • λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας.
    Ψα 117,22 Α’ Πε 2,7

    Νεκροί, τῆς μέλλουσας ζωῆς ἐγγύησι,
    καὶ ἅγιοι πατέρων ἀνδριάντες,
    ἐγείρω ἀπ’τοὺς τάφους σας τὴν ποίησι,
    σωρεύω τὰ συντρίμμια σὲ μπαλλάντες
    καὶ μένω νοσταλγὸς στὰ παρασκήνια
    ἐντεῦθεν μιᾶς ἀόρατης αὐλαίας
    ντυμένος τὴν πιὸ μάταιη προσήνεια
    ἢ ἄλλοτε δειλὸς ὑποβολέας

    τῶν ὅρων ποὺ κρυφὰ συνωμολόγησα
    ὑπείκοντας σ’ἀπρόοπτες συνθῆκες
    (σ’ἐκεῖνες ποὺ μὲ δόλο ὑπολόγισα)·
    ὁ κόσμος σαραβάλιασε, νταλίκες
    θὰ ἔρθουν τὸ πρωὶ νὰ τὸν φορτώσουνε,
    ὁ κόσμος ποὺ ἀνῆκα καὶ ἀνῆκες
    πρὶν ἄλλον μὲ ἐγκύκλιο ἐκδώσουνε
    καὶ στείλουνε τὸν πρῶτο στὶς ἀντίκες

    ἢ γιὰ φωτιὰ σὲ κάποιαν ὑψικάμινο,
    ὁ χρόνος ποὺ διανύθηκε εὐθυγράμμως
    νὰ καίγεται ἑξάμηνο – ἑξάμηνο
    νὰ χωριστοῦν τὸ μέταλλο κι ἡ ἄμμος,
    νὰ χωριστοῦν σὰν ὅλα τὰ ἀχώριστα,
    τὰ ὅσα ἑνωθῆκαν ἰσοβίως
    κι ὁ βίος τους διήρκεσε ἀόριστα
    κοινότατος, ἀλλὰ κοινὸς σπανίως.

    Νεκροί, τῆς μέλλουσας ζωῆς ἀντίκλητοι,
    καὶ ἅγιοι πατέρων ἀνδριάντες,
    συμβούλια πρεσβύτερων καὶ σύγκλητοι,
    σοφοί, πεφωτισμένοι, ἱεροφάντες,
    γυαλίζω θυρεούς, κρεμῶ οἰκόσημα,
    τὰ μπάζα σας στολίζω μὲ γιρλάντες·
    ἂν εἶχα στὸν καιρό σας τέτοιο νόσημα
    θὰ μ’ ἔκανε βιβλίο ὁ Θερβάντες.


ΥΓ: Στη φωτογραφία βλέπουμε το οικόσημο της γνωστής οικογένειας Σεφαραδιτών Εβραίων, των προγόνων του Μνησιβιάδη, το οποίο αναφέρεται και στο ποίημα. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.


0

Σελίδα-Φάντασμα

Τετάρτη, Ιανουαρίου 12th, 2011

Μετά από επικοινωνία με τον Αγγελο Γαλάτη, πήρα την άδεια να αναδημοσιεύσω το «Πλοίο Φάντασμα» (Κάθε δέκα του Γενάρη) για το οποίο σας έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση. Ιδού (και ελπίζω να συγκεντρωθούν αρκετές ψήφοι διαμαρτυρίας στο facebook ώστε να αποφασίσει μια μέρα να επαναφέρει τη σελίδα του):

ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ, ΠΛΟΙΟ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ξεκινήσανε μια νύχτα για την Τροία
με σκαρί πειρατικό και δίχως πλήρωμα
και περνώντας ξημερώματα απ’ την Οία
της αγάπης τους πληρώσανε το τίμημα.

Τους πλευρίσαν’ δυο σκαριά μ’ Αλγερινούς
τα σκοινιά τους κόψαν’ και τα όνειρά τους
τα αμπάρια τους γεμίσαν’ με καημούς
και στo άλμπουρo καρφώσαν’ την καρδιά τους.

Κι από τότε κάθε δέκα του Γενάρη
όπως λένε κάτι θρύλοι ναυτικοί
κάποιο πλοίο-φάντασμα σαλπάρει
για ταξίδι που δεν έχει επιστροφή.

Μια γυναίκα κι ένας άντρας στο τιμόνι
βάζουν ρότα κατά την ανατολή
στο κατάστρωμα βαδίζουν πάντα μόνοι
τυλιγμένοι σ’ αγκαλιά από γυαλί.

Μια ομίχλη πέφτει τότε στο Αιγαίο
και να τους διακρίνουν δε μπορούν
από το κατάρτι, λένε κάποιοι, το μεσαίο,
μια καρδιά να ξεκαρφώσουν προσπαθούν
.

 

0

Γνωρίζετε τον Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ;

Κυριακή, Ιανουαρίου 2nd, 2011

Καλή χρονιά! Για σήμερα σκέφτηκα να σας βάλω λογοτεχνικό κουίζ… Γνωρίζει κανείς ποιός ήταν ο Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ και τι σχέση έχει με το παρακάτω; (για να σας διευκολύνω, η απάντηση βρίσκεται στο βιβλίο: Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγρα το 2010). Η απάντηση αύριο!

 

Στο χέρι της κρατούσε νεκροκεφαλή,
στο στήθος της στιλέτο είχε κρυμμένο.
Εφευγες κι είπε: « Θα σε περιμένω »,
κι ούτε χαμόγελο στα χείλη, ούτε φιλί.

Είχαν τα μάτια της το χρώμα της νυχτός,
τους ουρανούς κοιτούσαν που θολώναν.
Στο Νόσι Μπέ δυο πίθηκοι μαλώναν,
φωνή στριγγιά και σκούξιμο, βήχας πνιχτός…

Για σένα η θάλασσα δεν έχει πια νερό,
ούτε του Μεγαλέξαντρου Γοργόνα.
Βισμούθιο σου κάναν το χειμώνα
και Σόλου-Σαλβαρσάν τον άλλο τον καιρό.

Λουλάς και ναργιλές. Οπιο. Καπνοί θολοί.
Κύμα κι αφρός στην μπροστινή χαβούζα.
Φόρεσε η Μοίρα σου την άσπρη μπλούζα
και μ’ ανοιχτά τραγίσια σκέλη σε καλεί.

Του Turner οι φρεγάδες. Βάρκες του Gauguin.
Στοιχειά του Bocklin στων αφρών τη χαίτη.
Goya και Brueghel. Κάργα σπειροχαίτη,
το λείψανό σου αφροδισίων μανεκέν.

Ο θάνατος; Θα ‘ρθει… μην είσαι βιαστικός…
Σάβανο η μπράντα στων νερών το βύθος;
Με βάγια και χρυσό σταυρό στο στήθος
θα κηδευτείς όταν πεθάνεις φτισικός…

 

1

Ηλίας Λάγιος, βάστα το για πάντα

Τρίτη, Οκτωβρίου 5th, 2010


Πριν από 5 χρόνια (και να μετρώ και να ‘ναι ο Τάκη-Πλούμας…) έσβησε ένας μεγάλος ποιητής κι ένας ακριβός φίλος. Ενας άνθρωπος που δεν πρόλαβα να συναντήσω παρά 2 φορές στη ζωή μου. Ενας άνθρωπος που έμαθα για κείνον εκ των υστέρων, από διηγήσεις άλλων, αλλά που έμοιαζε σαν να τον γνώριζα πολλές ζωές πριν. Εκλεκτική συγγένεια το λένε αυτό – και συμβαίνει στην ποίηση και μεταξύ ποιητών, συχνά. Λυπάμαι που δεν έζησε λίγο ακόμα, να τον γνωρίσω λίγο καλύτερα. Να του μιλήσω για το Παμπάλαιο Νερό, για το αφιέρωμα που του κάναμε πέρσι εδώ:

Δεν ξέρω τι άλλο να γράψω. Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη τα έγραψε πολύ καλύτερα από μένα, εδώ:

«Απ’ το τρενάκι του Οκτώβρη, κατεβαίνω…», έτσι, απλά. Η πέμπτη του Οκτώβρη, θα ‘ναι πάντα η μέρα του
Ηλία Λάγιου. Ας διαβάσουμε λοιπόν τα παρακάτω (δικά του) στη μνήμη του…

ΒΡΟΧΗΔΟΝ

ο θάνατος θα ’ρθεί να με γλεντήσει
μαχαίρι προσφυγιάς, πιρούνι ανέμου
(ακούω στρεβλές τις λέξεις μου να τρέμου-
νε προς την κάπως εύρυθμή του κλήση)·

προς τον αιτούντα τ’ Όνομα αναφέρω
να μην βελάζει Παραδείσου φήμη
(κι έχει κακοφορμίσει πλάνο ενθύμι-
ο: μ’ όρισε μεσήλικα και γέρο)·

ο θάνατος, ο πιο ακριβός μου φίλος
θα ’ρθεί να μεταλάβει τη φωνή μου
(υπάρχεις η φωνή μου; στης ερήμου
σου να υλακείς το πριν ως άγριος σκύλος; )

ο θάνατος θα ’ρθεί να με τσουλήσει
νύφη της παιδικής μου μαλακίας
(εδώ θροεί ένας κλώνος ακακίας,
εκεί το αίνιγμα προέταξεν η λύση)·

ω, πλέον δεινό, δειλό μου θανατάκι:
Ηλίας Λάγιος· βάστα το για πάντα
(την ύστατη ώρα θα κρατούν αβάντα
στίχοι Κάλβου, Καβάφη, Καρυωτάκη)·

βίζα φωτός πατείς στο μεσημέρι
με βάγια, κι από σκότος χορτασμένος
(δικέ μου, πώς κατάντησες; ασμένως
ο ξένος, που κανείς δεν θα προφέρει)·

κι εντέλει θά ’ρθεις, μόρτης στο πλευρό μου
το ελάχιστο κακό που ’χω ψαρέψει
(για να τελέσεις τη σεπτή μου στέψη
σ’ ανώνυμη στροφή εκλιπόντος δρόμου)·

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του ’30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: “Πάντα
μου αρκεί να δύω”.

Να ’ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου “Φλόκα”
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην “Εστία”
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να ’χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.

0

Εντγκαρ Αλλαν Πόε, το Κοράκι (μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)

Κυριακή, Αυγούστου 8th, 2010

Η καλύτερη μετάφραση από όσες έχω δει για το Κοράκι – σέβεται το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, αλλά και την εσωτερική ομοιοκαταληξία- άθλος, θα έλεγα…Κυκλοφορεί  σε περίεργα «τομίδια», που θυμίζουν βεντάλια που ανοίγει, από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα με 5 ευρώ ( ! ) , το 2007,  μετάφραση Γ. Β. Ιωαννίδης, με σχέδια του Λεωνίδα Χρηστάκη (πρώτη έκδοση ήδη από το 1949 ! )…Αλλιώς, η γενιά μας έχει ήδη φάει γκολ από τα αποδυτήρια….Η άγνοια μόνο μας σώζει, για να επιμένουμε…



ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


6

Κάρολος Μπωντλαίρ: Αβελ και Κάιν

Τετάρτη, Αυγούστου 4th, 2010

ΑΒΕΛ ΚΑΙ ΚΑΙΝ

Φυλή του Άβελ, τρώγε, πίνε και κοιμήσου
ο Θεός σ’ εσένα γλυκά χαμογελά!
Φυλή του Κάιν, μες στη λάσπη σου κυλήσου
και ψόφα μέσα στην κακομοιριά.

Φυλή του Άβελ, το θυμίαμά σου ευφραίνει
των Σεραφείμ τη μύτη εκεί ψηλά!
Φυλή του Κάιν, η αγωνία που σε βαραίνει,
θε να τελειώσει εδώ καμιά φορά;

Φυλή του Άβελ, κοίτα: τα σπαρτά σου εσένα,
τα ζώα σου, πάν’ όλα κατ’ ευχή.
Φυλή του Κάιν, στ’ άντερά σου, λυσσασμένα
η πείνα ουρλιάζει, ως γέρικο σκυλί.

Φυλή του Άβελ, ζέσταινε συ την κοιλιά σου
στο τζάκι σου το πατριαρχικό.
Φυλή του Κάιν, σαν τσακάλι στη σπηλιά σου,
τρεμούλιαζε απ’ το κρύο το φριχτό!

Φυλή του Άβελ, ερωτεύου, γεννοβόλα!
Και το πουγκί σου όμοια γεννοβολά.
Φυλή του Κάιν, στην καρδιά σου φλόγα είν’ όλα,
μα απ’ τους μεγάλους πειρασμούς, μακριά!

Φυλή του Άβελ, όλο πλήθαινε βοσκίζεις,
σαν πάνω στο σανίδωμα οι κοριοί!
Φυλή του Κάιν, σ’ έρμους δρόμους που γυρίζεις,
σέρνε τη φαμελιά σου που θρηνεί.

——————————————————

Φυλή του Άβελ, το ψοφίμι το δικό σου,
θε να λιπάνει σαν κοπριά τη γη!
Φυλή του Κάιν, η δουλειά που ’χεις εμπρός σου,
για ’σε δεν έχει ακόμα τελειωθεί.

Φυλή του Άβελ, να ποια είναι η ντροπή σου:
το σίδερο έχει απ’ το κοντάρι νικηθεί!
Φυλή του Κάιν, ως τα ουράνια ας φτάσει η οργή σου
κι ας ρίξει το Θεό κάτω στη γη!

Κάρολος Μπωντλαίρ. μετάφραση Γιώργης Σημηριώτης

ΥΓ: Ενα μήνα μάζευα στα κρυφά τα χρήματα για να αγοράσω, στην πρώτη Λυκείου, τα «άνθη του κακού», σε μετάφραση Σημηριώτη πάντα, από το συνοικιακό βιβλιοπωλείο, και πολλούς μήνες αργότερα μου κράτησαν συντροφιά καλά κρυμμένα στα άδυτα της σχολικής τσάντας….Οι Αβελ και Κάιν, σταθερή αξία, με ακολουθούν 20 χρόνια και βάλε…Η μετάφραση Σημηριώτη αξεπέραστη, ακόμα και σήμερα θαρρώ….Κανονικά το ποίημα είναι σε δίστιχα, εγώ το βάζω σε τετράστιχα από παραξενιά…(για να τονίσω την αντίθεση).

1

Γιώργος Ζιόβας, Σοφία

Πέμπτη, Ιουλίου 29th, 2010


Το όνομα Σοφία είναι κάτι σκοτεινό
νύχτα ανοιξιάτικη και άνθη μυρωμένα
το όνομα Σοφία μου ξυπνούσε πάντοτε κάτι βαθύ
πλούσια μαλλιά και μάτια μυστικά για μένα.

Βυθίζω το μυαλό μου σε μιαν άχραντη σιγή
να ζωντανέψω μια Μορφή πασχίζω
η νύχτα φεύγει, σίμωσε η αυγή
κι όλα σωριάζονται τα όνειρα που χτίζω.

Κάποια Σοφία θα ζητώ θαρρώ
σ’ όλη μου τη ζωή σφιχτά για ν’ αγκαλιάσω
μα θα μου μένει πάντα έν’ απλό κορμί
της ηδονής χαρές για να γιορτάσω.

Ματαιωμένα λόγια ανείπωτα βαθιά
Σοφία, αν έρθεις κάποτε θα σου χαρίσω
και με φιλιά του πόθου μου φιλιά καφτά
τα μυρωμένα χείλη σου θα τα γεμίσω.

Ξοδεύω τη μεγάλη την ψυχή μου τη βαριά
σε σκονισμένους δρόμους σε λευκά χαρτιά
σε σώματα περαστικά και ξεχασμένα.
Σοφία χαμογελάς, το ξέρω, αινιγματικά
είσαι το άπιαστο μυστήριο για όλους και για μένα.


Ο Γιώργος Ζιόβας είναι ηθοποιός και ποιητής. Το παραπάνω είναι από τη συλλογή: Ο Αμείλικτος Μίσκιν.

0