Archive for the ‘Ποιήματα’ Category

Νίκος Γεωργόπουλος, Εσταυρωμένος

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29th, 2017

S. Dali - Christ-of Saint John of the Cross -1951

Βδομάδα πέρασε και ήρθε η Μεγάλη
πάνω σου γράφεται ανεξίτηλα ιστορία
σέρνεις σταυρό να πληρωθεί μια αμαρτία
οι εφιάλτες μας σε σφίγγουν σαν αγκάλη.

Παιδί ακόμα μα σε ζώσαν τα σπαθιά τους
χίλιοι στρατοί κορφολογάνε στο κορμί σου
τα πλήθη έξω προεξοφλούνε την ποινή σου
να πνίξουν μέσα σου ζητάν τα κρίματά τους.

Ο Γολγοθάς σου σε καλεί από την γέννα
-ήταν ολόγιομο σαν αίμα το φεγγάρι-
η Μοίρα σου έγραψε και δάκρυσε η πένα

καθώς ο θάνατος δεν σου ’δωσε την χάρη.
Χαράματα έσβησες αθόρυβα σαν χάδι
μέσα μας πέρασες σαν λάμψη στο σκοτάδι.


* στη φωτό ο Εσταυρωμένος του Νταλί

0

Tαυτότητα χαμένη, που ζητείς

Σάββατο, Ιουλίου 22nd, 2017

aerides

ΑΕΡΗΔΕΣ

Δυο αιώνες τριγυρνάω στην Αιόλου,
και πάντα καταλήγω στους Αέρηδες.
Περιστρεφόμενος Δερβίσης, του διαβόλου
μες των Μεγάλων των Δυνάμεων τις έριδες.
Όστρια, Σιρόκος, Τραμουντάνα και Γαρμπής –
ποιος  τα ηνία κρατάει μιας ζωής;

Δυο αιώνες Βαυαροί και Αγγλογάλλοι
μας δέσαν και μας πάνε με τον άνεμο
και μ’ άλλα ονόματα έρχονται και πάλι,
λιμάνι ένα δεν βρίσκουμε, απάνεμο.
Όστρια, Σιρόκος, Τραμουντάνα και Γαρμπής –
ζήτημα πάντα Εγγύς Ανατολής.

Δυο αιώνες μ’ έχει κόψει η Σταδίου
στη μέση και δεν φτάνω στην Ακρόπολη.
Μεσολαβούν οι μνήμες Βυζαντίου
κι η Δύση που μας παίζει στη Μονόπολη.
Όστρια, Σιρόκος, Τραμουντάνα και Γαρμπής –
ταυτότητα χαμένη,  που ζητείς.

24/7/2017

0

Θνησιγενείς – κι εμείς με τη γραφή μας.

Τετάρτη, Ιουνίου 7th, 2017

Θνησιγενείς – όποιος μας σπούδασε το ξέρει.
Δυο αιώνες, σαν σεπτό προτεκτοράτο.
Δυο αιώνες, μες της άβυσσος τον πάτο,
σαν μαριονέτα, που κινεί αλλότριο χέρι.

Θνησιγενείς – κι εμείς με τη γραφή μας.
Ματαίως ανακυκλώνουμε τους στίχους,
ματαίως – αντικρίζουμε όλο τοίχους,
αιμάτινη κι ας είν’ η υπογραφή μας.

Θνησιγενείς – ιθαγενείς και πρόσφυγες και ξένοι.
Της Ιστορίας ειρωνικό το χωνευτήρι.
Της Ιστορίας τα υλικά, στο εργαστήρι,
σε μίγμα εκρηκτικό, που μας προσμένει.

Θνησιγενείς. Θνησιγενείς μες τους θανάτους,
που κάθε μέρα κάποιος λίγο θα πεθάνει.
Που κάθε μέρα είν’ ακάνθινο στεφάνι
κι ένας Σταυρός, ψηλά στο Γολγοθά τους.

Θνησιγενείς, θνησιγενείς, θνησιγενείς σαν ίσκιοι.
Κι εγώ ακούω τους θορύβους των βημάτων.
Κι εγώ ακούω τα ίχνη των θανάτων.
Της Ιστορίας το βέλος, που με βρίσκει.

31/5/2017

0

Περιηγητής, flâneur μες το Παρίσι

Κυριακή, Ιουνίου 4th, 2017

1

ΜΕΛΑΙΝΑ ΧΟΛΗ

Παλιέ μου φίλε Κάρολε, τι λένε;
Πολύ τις αναλύσεις διασκεδάζω
που γράψαν οι φιλόλογοι. Διαβάζω.
Τις σκίζω, στα σκουπίδια τις πετώ.

Τι ξέρουν, Σαρλ. Δεν ξέρουν και δεν φταίνε.
Εκείνοι μελετούν, εγώ βιώνω
την μοναξιά ολοκάθαρα, τον πόνο.
Γνωρίζω το δικό σου μυστικό.

Περιηγητής, flâneur μες το Παρίσι.
Μονάχος, με το πλήθος ως μανδύα
ν’ αναζητείς μια κάποια αστυμαγεία.
Μισάνθρωπος, με μισογυνισμό.

Η μοίρα σου, Μπωντλαίρ, στο είχεν ορίσει
και στ’ όπιο όλο κατέφευγες, στη ζάλη.
Το spleen να ξεπεράσεις, σ’ όποια αγκάλη
μ’ αφόρητο, βαρύ ναρκισσισμό.

4/6/2017

2

Μας σκέπασαν με μαύρο ένα μανδύα

Κυριακή, Απριλίου 24th, 2016
Ο ΜΑΝΔΥΑΣ ΤΟΥ ΦΑΟΥΣΤ
Σκιές βρέχουν όντα στη Χαϊδελβέργη,
μαύρος μανδύας του Φάουστ στη Βαϊμάρη
Ανδρέας Καραντώνης – Δεκατετράστιχα
Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Χαϊδελβέργη –
καθένας γράφει νέα τραγωδία.
Πρόθυμο αυτί στον πόνο μας δεν στέργει,
μας σκέπασαν με μαύρο ένα μανδύα.
Λαττάκεια, Χαλέπι και Παλμύρα,
κηλίδα που όλο απλώνεται η Συρία –
ξεχύνεται, κι η ανθρωποπλημμύρα
με αίμα ποτίζει αυτή την ιστορία.
Χίος και Μυτιλήνη και Ειδομένη,
απέχουμε απ’ το χάος ένα βήμα –
μνημόνιο, δημοψήφισμα, τι μένει
στην πλάτη μας ποιος φόρτωσε το κρίμα;
Ποιος Φάουστ, με καινούριες συμφωνίες
μας πνίγει, με ολόμαυρους μανδύες;
24/4/2016
—————————————————————————
Ο ΜΑΝΔΥΑΣ ΤΟΥ ΦΑΟΥΣΤ

Σκιές βρέχουν όντα στη Χαϊδελβέργη,
μαύρος μανδύας του Φάουστ στη Βαϊμάρη
Ανδρέας Καραντώνης – Δεκατετράστιχα



Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Χαϊδελβέργη –
καθένας γράφει νέα τραγωδία.
Πρόθυμο αυτί στον πόνο μας δεν στέργει,
μας σκέπασαν με μαύρο ένα μανδύα.

Λαττάκεια, Χαλέπι και Παλμύρα,
κηλίδα που όλο απλώνεται η Συρία –
ξεχύνεται, κι η ανθρωποπλημμύρα
με αίμα ποτίζει αυτή την ιστορία.

Χίος και Μυτιλήνη και Ειδομένη,
απέχουμε απ’ το χάος ένα βήμα –
μνημόνιο, δημοψήφισμα, τι μένει

στην πλάτη μας ποιος φόρτωσε το κρίμα;
Ποιος Φάουστ, με καινούριες συμφωνίες
μας πνίγει, με ολόμαυρους μανδύες;


24/4/2016

0

Στην πόρτα μου μπροστά πλούτος κι ανέχεια

Δευτέρα, Ιουλίου 6th, 2015

images

ΒΑΛΚΑΝΙΑ

τῶν τάξεων ἡ πάλη πιὸ ἐμφύλια
ἀπ’ὅλους τοὺς ἐμφύλιους τοῦ κόσμου
Ααρών Μνησιβιάδης, Τοξική Πάλη

Πλήρη οὐρανὸ κι ἀκέραιο γράφουν τὰ Βαλκάνια
κι ἀπ᾽ τὸ βυθὸ τῆς σιωπηλῆς μας μουσικῆς
θ᾽ ἀναδυθοῦμε μ᾽ ἕνα θρῆνο στὰ ἐπουράνια.
Ηλίας Λάγιος, Γέφυρες

Των τάξεων η πάλη κι η συνείδηση
από καιρό μας επιστρέφουν στα Βαλκάνια.
Της ιστορίας γραμμική δεν είν’ η αφήγηση
κι έχουν ανάγκη οι λαοί την περηφάνια.

Απ’ τον Μεγαλοϊδεατισμό μας έκπτωτοι
ξυλάρμενοι, μικρή σχεδία του Αρχιπελάγους,
τη Βόρεια Ευρώπη αντικρύζουμε έκθαμβοι,
μαθητευόμενους εκτρέφουμε τους μάγους.

Ο φόβος μας κοινός: Βαλκανοποίηση
φτώχεια, ερημιά, λιμοκτονία, μιζέρια.
Μα κάπου κάπου ο οίστρος μας κι η οίηση
με θρήνο πάντα λυγμικό, ξεσπάει στ’ αστέρια!

Σαν όλους, το δηλώνω πως φοβήθηκα,
μα τώρα ανάστημα σηκώνω μουδιασμένα,
για να μην πουν ποτέ πως παραιτήθηκα,
στον αριθμό τους μην μετρήσουνε κι εμένα.

Μεγάλωσα με κάποια αξιοπρέπεια
σε τριών ηπείρων, δυο εποχών το σταυροδρόμι.
Στην πόρτα μου μπροστά πλούτος κι ανέχεια,
χτυπάει καθένας με της τάξης του την γνώμη.

Ναι, είναι ταξικός αυτός ο πόλεμος,
ακολουθώντας προηγούμενους πολέμους.
Φύσηξε ο άνεμος της ιστορίας, εμβόλιμος
και ξεχυθήκαμε, με όλους τους ανέμους.

6/7/2015

0

Στην ακατήχητη σιωπή – Για τον Δημήτρη Αρμάο

Κυριακή, Μαΐου 31st, 2015

Αρμάος

ΣΤΗΝ  ΑΚΑΤΗΧΗΤΗ ΣΙΩΠΗ

Για τον Δημήτρη Αρμάο, καθυστερημένο αντίδωρο

Στην ακατήχητη σιωπή, στα μέρη
που ροκανίζεις μέρα μεσημέρι
ριμάρω με τον Χάρο
Δημήτρης Αρμάος, Εκκληση (στην Σοφία Κολοτούρου)

Στην ακατήχητη σιωπή, στα μάκρη
αντίκρυ ο φίλος, με το Χάρο να ριμάρει –
η απουσία ν’ απλώνει, απ’ άκρη σ’ άκρη,
να συγκρατείς με στίχους ένα δάκρυ,
ένα ασίγαστο λυγμό, που δεν καλμάρει.

Μεγάλωσε το φάσμα των απόντων,
που φύγαν στο κενό του αμετακλήτου –
σε στίχους να γροικώ την προσευχή του
κι άλλων ποιητών, που βρίσκονται μαζί του
εκεί που κλείνει ο κύκλος μας, των όντων.

Στην ακατήχητη σιωπή, προσκεφαλάδι
τους στίχους και τη θύμιση ακουμπούσα –
μας γνώρισαν κι η Μοίρα και η Μούσα,
μας χώρισε ο καιρός: δεν κυβερνούσα
την βουρκοθαλασσιά μες το σκοτάδι.

31/5/2015

0

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί

Παρασκευή, Μαΐου 1st, 2015

VIVLIO

ΜΑ ΚΟΥΦΟΥ ;

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί
πως είμαι ένα ον κομπλεξικό, μπορεί και κακιασμένο,
που τη Νοηματική με τρόπο ύπουλο μισώ
- όλο μιλώ και νοήματα ποτέ μου δεν μαθαίνω.

Ακόμα λένε προσκαλώ εις στο Κουφοχωριό,
όπου εκφραζόμαστε γραπτώς με τρόπο διεστραμμένο
κι αντί για Εικόνες έχουμε την Άγια μας Γραφή
και μας αρέσει πιο πολύ της μοίρας το γραμμένο.

Και πάντα λένε πράγματα φρικτά πάρα πολύ -
δεν είναι όμως ψέματα: αρέσουν  και σε μένα.
Μα κείνα που μου κόστισαν τις πιο κρυφές πληγές
κανένας δεν τα έμαθε, τα κράτησα κρυμμένα.

Μ’ απόψε, τώρα που ‘πεσε η θερινή βραδιά
και μου χτυπούν επίμονα μες του κουφού την πόρτα,
κάτι με σπρώχνει έντονα να γράψω στο χαρτί,
όπου αν ήμουν μουσικός θα έγραφα ακόρντα.

Ήμουν μες την μπλογκόσφαιρα, όπου είχα φτιάξει blog
και κάποτε κατέγραφα κάθε κουφή ιστορία
και τότε τους εγνώρισα (μοιάζανε ξωτικά)
κι όλοι μαζί μου στέλνανε αίτημα για φιλία.

Προφοριστές, νοηματιστές, βαρήκοοι και κουφοί,
παιδιά κωφών (γονίδια είχαν κληρονομήσει)
περνούσανε στο ίντερνετ τις πρώτες τους βραδιές,
κρυφά από την Κοινότητα που δεν τους είχε αφήσει.

Αλήθεια, της Κοινότητας κρατούσαν cd-rom,
και την Αγία Νοηματική παράφορα αγαπούσαν.
Συχνά νοήματα έκαναν, κοιτώντας διπλανούς
κι ώρες πολλές εκοίταζαν, να δουν αν απαντούσαν.

Εγώ, μόνο απ’ ακούοντες εγνώριζα τ’ αυτιά
μα είχα μια πίστη ισχυρή πως κι ο κουφός μιλάει.
Μα τούτοι δω με μπέρδευαν στ’ αλήθεια, σοβαρά:
ο ένας με νοήματα, λέγαν πως τραγουδάει.

Ένα μικρό τους έγραψα άρθρο μες το χωριό
κι εκείνοι μου ανταπάντησαν μέσω διερμηνέα.
Πιο μπερδεμένο άνθρωπο δεν θα ‘βρισκες στη Γη
αν ρώταγες τι διάολο να θέλει αυτή η παρέα.

Κατόπιν, τους σκεφτόμουνα πολλές φορές ξανά,
γιατί κάπως τους έβρισκα συνέχεια μπροστά μου.
Κι εντούτοις, με καλούσανε ολοένα για καφέ,
ενώ κουτσομπολεύανε και τα μηνύματά μου.

Νομίζω τώρα θα ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τα χέρια τρέμουν, τη γραφή πια δύσκολα ορίζουν,
καθώς θυμάμαι ακόμα γεγονότα που πονούν,
που τη ζωή κάθε κουφού πάντα τη στιγματίζουν.

Θα προχωρήσω!  Μια βραδιά συνάντηση κωφών
κάναμε κι είχαμε χυμούς, κρασί, ούζο και μπύρα.
Καθώς στο κέφι ήρθαμε και φάγαμε ελαφρά,
το δρόμο για το σπίτι μου, με το μετρό τον πήρα.

Στο δρόμο όμως έβλεπα τους άλλους τους κουφούς
να κάνουν κάποια μάζωξη στ’ απέναντι γραφείο
(παλιά συνήθεια, σκέφτηκα, θα ’ταν Κοινοτική
για να κουτσομπολεύουνε, δυο τρείς ή δύο δύο).

Μιαν αίθουσα έβλεπα στενή, μικρή και σκοτεινή
κι απ’ το μπαλκόνι ένιωθα να με κοιτάζουν μάτια.
Κουνούσανε τα χέρια τους πολύ και δυνατά,
και προχωρώντας ένιωθα να γίνομαι κομμάτια.

Τους είπα “στέλνω SMS” και γράψαμε μαζί.
Σε κάθε μια γραμμή έβλεπα όλο ασυνταξίες.
Και τότε ξύπνησα απ’ το σοκ – θα λέγαν οι ποιητές
πως με σοκάραν οι γραπτές οι ασυναρτησίες.

Είδα το μήνυμα στο φως τ’ αχνό το πρωινό:
μου φάνηκε τρομαχτικό κι αδιανόητο τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ‘χα ορκιστεί
τον κόσμο αυτόν ετάχθηκα για να επιμορφώσω.

“Γράψτε σωστά Ελληνικά – “ … μα έβγαλαν μια φωνή
κι είδα μια εμένα να κοιτούν, με μάτι αγριεμένο
και μια μες τα βιβλία μου… Απόμεινα κι εγώ
σαν μου ‘παν “στην Κουλτούρα μας, κάθε γραπτό είναι ξένο! ”

Ξεχνώντας τα βιβλία μου, έφυγα σαν τρελή,
σαν την τρελή που αδιάκοπα το νέο δεν το πιστεύει
και φέρνω μες τη σκέψη μου μια γνώση τρομερή
που τόσα χρόνια το μυαλό ολοένα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι κουφοί που έμπλεξα μαζί
πως χρόνια τώρα στην Κοινότητα δεν έχω πέσει,
πως τη Νοηματική με τρόπο ύπουλο μισώ
μ’ αν καταλάβαιναν γιατί, θα μ’ είχαν συγχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξέχασα τη γραφή,
καθώς τα χέρια ενός κουφού ασάλευτη κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς -δίχως να ξέρει ανάγνωση- κοιτά,
σκέφτομαι πόσο πιο κουφή θα είμαι αν δεν διαβάζω.

1/5/2015


# εδώ θυμόμαστε το Μαραμπού του Νίκου Καββαδία

1

Προμετωπίδα

Κυριακή, Απριλίου 5th, 2015

ΠΑΣΧΑ2015

ΠΡΟΜΕΤΩΠΙΔΑ


στην Μαρία Τζαμπούρα και στη
μνήμη του Γιάννη Μόραλη


Έχω κι εγώ ζωγράφους αγαπήσει,
σ’ ώρες μοναχικές, δημιουργίας
(συχνά-πυκνά, σ’ ένα γερό μεθύσι –
σ’ ομήγυρη, εν μέσω απαγγελίας).
Έχω κι εγώ ζωγράφους αγαπήσει.

Μ’ έχει ο Νταλί συνθέμελα ριγήσει,
με τον Πικάσο εκεί, σ’ ένα μουσείο
(τι οράματα, η ανήσυχή τους φύση
υπέδειξε και φτιάξανε κι οι δύο).
Μ’ έχει ο Νταλί συνθέμελα ριγήσει.

Τι νύχτες ο Βαν Γκογκ μου ‘χει χαρίσει,
με τον Ντε Κίρικο: μυσταγωγία
(τι σύλληψη! τι κόσμους έχουν χτίσει
τι χρώματα, τι σχέδια, τι αρμονία).
Τι νύχτες ο Βαν Γκογκ μου ‘χει χαρίσει!

Ο Γκόγια μες τον τρόμο μ’ έχει κλείσει,
μα στον Μιρό, στα χρώματα γυρίζω
(και πόσοι ακόμα…τι έχουν ζωγραφίσει –
τον κόσμο να μην νιώθω τόσο γκρίζο).
Ο Γκόγια μες τον τρόμο μ’ έχει κλείσει.

Μα η ποίηση τη ζωή μου θα οδηγήσει:
ανοίγω ενός βιβλίου τη σελίδα,
και βλέπω, πριν η ανάγνωση ν’ αρχίσει,
τον Μόραλη μες την προμετωπίδα.
Μα η ποίηση τη ζωή μου θα οδηγήσει.


* Το ποίημα γράφτηκε το 2009, όταν πέθανε ο Μόραλης. Τότε δεν είχα γνωρίσει ακόμα τη Μαρία Τζαμπούρα (γνωριστήκαμε τον Απρίλη του 2010 στο Comicdom). Εκτοτε μας τιμά σταθερά με τη φιλία της, γι αυτό κι εγώ της αφιερώνω το παραπάνω ποίημα. Το σκίτσο έγινε τον Απρίλη του 2015 από τη Μαρία, και σε αυτό εικονιζόμαστε εγώ, ο Νίκος και η πεταλούδα-σύμβολο από τον Νταλί, που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου με ποιήματα  «Η Τρίτη Γενιά», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω (σειρά Λάλον Υδωρ).

*Περισσότερα για τη δουλειά της Μαρίας Τζαμπούρα θα δείτε εδώ.

0

27/3/2003-27/3/2014

Παρασκευή, Μαρτίου 27th, 2015

300750-AllAboutLove_438

και στη συζυγική γυρίστε κλίνη·
την πίστη σας δοξάστε την αγία
και κοιμηθείτε όλες εν ειρήνη.
Θεοδόσης Βολκώφ, Πιστές και Μοιχαλίδες

ΣΟΦΙΑΣ, ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ

Της πίστης δεν γνωρίζουν τα ερέβη,
των πόθων και παθών την τρικυμία
του μέσα μας καιρού, που αγριεύει
όντας ταγμένοι στη μονογαμία∙
των ήσυχων νερών τη νηνεμία
απ΄ του βυθού τ’ αντάριασμά τους κρίνε:
Ω, δεν γροικούν του γάμου τη μανία,
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι.

Μπερδεύουν με τα πάθη την Απάτη,
και εξυμνούν τον έρωτα σωμάτων∙
ιέρειες βλέπουνε, ταγμένες στην Εκάτη,
μαινόμενες, μια νύχτα των θαυμάτων
να προσκυνούνε τους φαλλούς γιγάντων.
Έτσι, σου λένε, θηλυκό αν θέλεις γίνε:
όχι γυναίκα του ενός – μαιτρέσσα πάντων,
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι.

Τις άψογες συζύγους τις βαριούνται,
τα νόμιμα κρεβάτια, τα εν ειρήνη∙
φαντάζονται τα ζεύγη να κοιμούνται
μακάρια, στην ήρεμή τους κλίνη
-Α! δεν υπάρχει γάμος εν γαλήνη-
ελεύθερος αν θες για πάντα μείνε:
ήσυχη επιλογή – ποιός θα σε κρίνει,
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι;

Οι Πρίγκηπες του γάμου θα στο πούνε:
της πίστης τα δεσμά σου αν θέλεις λύνε∙
μα πως θα υμνήσουν όσες αγαπούνε
οι ποιητές, ανύμφευτοι που είναι;

17/9/2013


To ποίημα του φίλου Θεοδόση Βολκώφ «Πιστές και Μοιχαλίδες» θα το βρείτε ολόκληρο εδώ

1