Archive for the ‘Πάνω σ' ένα ξένο στίχο’ Category

Η ποίηση των χρωμάτων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20th, 2010


Η αγάπη των ποιητών προς τις εικαστικές τέχνες (αλλά και το αντίστροφο) είναι συχνή. Μερικοί μάλιστα μεγάλοι ποιητές μας υπήρξαν και σπουδαίοι ζωγράφοι, με κυριότερο τον Νίκο Εγγονόπουλο. Ο Οδυσσέας Ελύτης έφτιαχνε κολλάζ. Ο Γιώργος Σεφέρης σκιτσάριζε και ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επίσης έχει αναγνωριστεί και ως πολύ καλός φωτογράφος. Ο Νίκος Καββαδίας αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική και στα ταξίδια του ανά τον κόσμο δεν παρέλειπε να επισκεφτεί μουσεία και εκθέσεις.

Αλλά ας δώσουμε το βήμα στους ίδιους τους ποιητές, ώστε να δούμε πως υποδέχονταν με τους στίχους τους τα έργα των μεγάλων ζωγράφων.

Ξεκινάμε με έναν ποιητή του οποίου το ποιητικό έργο είναι σήμερα μάλλον λησμονημένο, αλλά το όνομά του μας είναι γνωστό με την ιδιότητα του κριτικού της ποίησης, τον Ανδρέα Καραντώνη. Στη συλλογή «Δεκατετράστιχα» (εκδόσεις Καστανιώτη 1992) ο Καραντώνης γράφει:

Πρωινά στα πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία
κι είναι σα να ‘χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!

Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ‘ναι ο τόπος.
Από τον Νίκο Καββαδία δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις: πλήθος οι αναφορές στους ζωγράφους στα ποιήματά του. Ας δούμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

(Θεσσαλονίκη)

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
- Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

(Μαρέα)

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat

(Καραντί)

Παντιέρα κίτρινη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

(Federico Garcia Lorca)

Του ταύρου ο Πίκασο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Ας δούμε όμως και τις αναφορές στους στίχους του  Διονύση Καψάλη (Μέρες αργίας, εκδόσεις Άγρα):

Άχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.

Να ‘ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.

και του Γιώργου Κοροπούλη (Ελλειπτική, εκδόσεις Ύψιλον 1998)

Θα ήταν Κυριακή ή κάποια αργία
και κράταγε Εκείνος το μωρό
(Duchamp, Μ’ ένα μουστάκι η Παναγία)
και μάζεψε Εκείνη το καρώ


πουκάμισο σαν άμφιο να το πλύνει
και είδε μες την τσέπη επιστολή
(Miro, κοιτά σκυλάκι τη σελήνη):
«Μου λείπεις κάθε μέρα πιο πολύ…»

Αλλά εκτός από τους ζωγράφους που κατονομάζονται, οι ανώνυμοι ζωγράφοι έχουν επίσης την τιμητική τους στους στίχους των ποιητών μας, όπως του Νάσου Βαγενά (Σκοτεινές Μπαλάντες, εκδόσεις Κέδρος)

Ήσουν πορτραίτο από χέρι Φλαμανδού
ζωγράφου, με φόντο συντριβάνια
στα κράσπεδα μιας Ιεράς Οδού
(εδώ ταιριάζει η λέξη ουράνια
και εικόνες ερωδιών που κελαηδούν).

και του Δημήτρη Ε. Σολδάτου (εφημερίδα τα Νέα της Λευκάδας, ποίημα της εβδομάδας: Πορτραίτο)

Ένα πορτραίτο μου παλιό βρήκα στην αποθήκη.
Με κοίταξε με λύπηση, το κοίταξα με φρίκη
καθώς τα χρόνια σκέφτηκα πως πέρασαν. Ω, Θεέ μου,
νομίζω είκοσι χρονών δεν ήμουνα ποτέ μου.

Ολοκληρώνουμε το σημερινό μας ταξίδι πάνω σ’ ένα ξένο στίχο, που μελετάει τη σχέση ποιητών και ζωγράφων, με την αξεπέραστη ειρωνική ματιά του Νίκου Γκάτσου, στο τραγούδι:

Το παιδί με τα κόμικς

Δεν είδα τον Νταλί
δεν ξέρω τον Πικάσσο
συγχίστηκα πολύ
και μου ‘ρχεται να σκάσω.

Δεν είδα τον Μανέ
δε σπούδασα τον Γκόγια
με λένε κουνενέ
κι από τα δυο μου σόγια
.

———————–

Είμ’ ένα παιδί κουτό κι αμόρφωτο
όλοι με φωνάζουν αδιόρθωτο
μα ‘χω για κανόνα μου απαράβατο
κόμικς να διαβάζω κάθε Σάββατο.

Εσύ αναγνώστη μου, βγαίνεις μεθυσμένος από τα μουσεία ή προτιμάς να διαβάζεις κόμικς κάθε Σάββατο; Γιατί εγώ –κι ας μείνει αυτό μεταξύ μας- τα εφαρμόζω και τα δύο, διαδοχικά ή ταυτόχρονα. Αλλά, ακόμα περισσότερο, αγαπώ να ταξιδεύω στις εικόνες μέσα από το δρόμο των λέξεων.

Βλέπε και το κείμενο: Προμετωπίδα (μνήμη Γιάννη Μόραλη) εδώ:

http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/301

0

Το προσκλητήρι των καιρών

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 9th, 2009

Στο ερώτημα γιατί γράφουμε «στίχους ή πρόζα που κανένας δεν καταλαβαίνει», όπως το έθεσε και ο Σεφέρης, και κυρίως ποίηση – σε εποχές που ελάχιστοι τη διαβάζουν – δεν υπάρχει μόνο μία συγκεκριμένη απάντηση.

Οι περισσότεροι θα απαντήσουν πως γράφουν «για να εκφράσουν την ψυχή τους», κάποιοι ότι «δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς» και κάποιοι άλλοι, σε μια κρίση ειλικρίνειας θα παραδεχτούν πως επιζητούν τη «δόξα» και τις επιβραβεύσεις.

Ας δούμε όμως πως έθεσε το θέμα ο Μενέλαος Λουντέμης:

Ορθή η Φοβέρα μοναχά και μοναχά η Οργή,
- κλάψτε μικροί, που για μεγάλοι ‘χατε φτάσει.
Η Δόξα εφτερούγισε, λίγο να ξαποστάσει,
επάνω στα κεφάλια σας και μίσεψε γοργή
!

 

Ο Καρυωτάκης:

Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή,
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

 

Ο Σεφέρης:

για όσους επιμένουν να γράφουν στίχους ή πρόζα που κανείς δεν καταλαβαίνει,
και γυρεύουν να δοξαστούν, οι τυχάρπαστοι, από τους λογάδες και τους σοφούς,
ενώ θε νά ‘ταν χίλιες φορές προτιμότερο, και η τέχνη πολύ πιο ευτυχισμένη,
αν πήγαιναν στην Eκάλη να μαζεύουν κούμαρα, ή στη Γλυφάδα να ψαρεύουν ροφούς.

 

Η δική μου αντίληψη είναι πως υπάρχουν 2 μορφές αναγνώρισης του ποιητικού (και εν γένει καλλιτεχνικού) έργου: Η αναγνώριση «εδώ και τώρα» από τους σύγχρονους ποιητές και το αναγνωστικό κοινό, κάτι που ελάχιστοι έχουν την τύχη να απολαύσουν εν ζωή και η αναγνώριση σε βάθος χρόνου, μετά θάνατον, όταν το ποιητικό έργο παραμένει ζωντανό και επίκαιρο μετά από πολλά χρόνια, όπως τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, του Δάντη, του Πετράρχη, του Σαίξπηρ, του Φρανσουά Βιγιόν, για να μην επεκταθούμε και στους νεώτερους.

Παλαιότερα οι άνθρωποι (ίσως και λόγω του αυξημένου θρησκευτικού συναισθήματος) αντιμετώπιζαν την τέχνη με προσδοκίες σε βάθος χρόνου. Τους ενδιέφερε πολύ περισσότερο να αναμετρηθούν με την αιωνιότητα, παρά με τους συγχρόνους τους. Ή, όπως το είπε πάλι ο Καρυωτάκης ( Η Αθανασία τους είναι χαρισμένη…)

 Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπιν μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη
κι όταν φέρνουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

Στην υλιστική όμως εποχή μας, έχει υποχωρήσει όχι μόνο το θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά επιπλέον και το μεταφυσικό-παγανιστικό συναίσθημα που είχαν οι άνθρωποι που ζούσαν σε μικρές πόλεις και χωριά, χωρίς ηλεκτρικό, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ίντερνετ, όταν δηλαδή μπορούσαν να αφουγκραστούν καλύτερα τα μηνύματα της φύσης και δεν ήταν στοχοπροσηλωμένοι σε υλικά αγαθά, όπως είμαστε σήμερα εμείς στις μεγαλουπόλεις.

 

Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα (κατά την γνώμη μου, πάντα) οι περισσότεροι ποιητές/καλλιτέχνες δεν επιζητούν την αιώνια αθανασία, αλλά την εφήμερη προβολή και την επιβράβευσή τους εν ζωή.

 

Την αντίληψη αυτή την εξέφρασε και ο Νάσος Βαγενάς στις Σκοτεινές μπαλάντες, ως εξής (σε μια παρωδία μάλιστα της Μπαλάντας στους άδοξους ποιητές των αιώνων του Καρυωτάκη, για την οποία μιλήσαμε ήδη, που έχει και τον τίτλο: « Μπαλάντα ενός άδοξου ποιητή για τη νέα χιλιετία » ) :

 

Δεν είναι πολύ μεγάλη η πίτα.
Μερικοί δεν θα πάρουμε μπουκιά
πράγμα που μας βαραίνει σαν ήττα,
που κάνει τον καθένα μας κακό ή κακιά.
Μας τρώει μια μοχθηρία κρυφή
γι αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή

 

Έτσι δυστυχώς, όσοι αντιλαμβάνονται την ποίηση σαν αγώνισμα όπου επιβραβεύονται με μετάλλια μόνο οι πρώτοι τρεις, ενώ για τους υπόλοιπους δεν περισσεύει κάτι, αντιλαμβάνονται και τους λοιπούς ποιητές ως ανταγωνιστές τους και όχι ως συνοδοιπόρους στο δρόμο της ποίησης, όπως είχε προσφωνήσει ο Παλαμάς τον Δροσίνη:

 Πως αλλιώς να σε πω; Ο συνοδοιπόρος…
Χαίρε, ο πιο παλιός, ο πιο ακριβός,
για τ’ ανέβασμα στης ποίησης
Τ’ Άγον Όρος.

 

Για ποιο λόγο, λοιπόν, γράφουμε ποίηση σήμερα; Με ποιόν αναμετρούμαστε; Με τον ίδιο μας τον εαυτό, τους άλλους ποιητές, την αιωνιότητα;

 

Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε για τον εαυτό μας ότι έχουμε το ηθικό ανάστημα και είμαστε υπεράνω ανταγωνισμών, όπως το έχει εκφράσει ο φίλος μου (και συνοδοιπόρος! )  Γιάννης Κυριαζής:

Το Νόμπελ τι κι αν δεν το πάρουν;
Έτσι κι αλλιώς θα τ’ αρνηθούν!

Επειδή όμως η ανθρώπινη φύση είναι σκοτεινή και πολύπλοκη, προσωπικά θα αποφύγω άλλες δηλώσεις, πλην αυτής που έχω γράψει στο Παντουμάκι, ( Βλ. Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/ )

 Μετρήστε, στενέψτε και βρείτε πατρόν
και γράψτε, να σκάσουν από το κακό τους.
Τη δόξα ζηλώστε λοιπών ποιητών –
ε κ ε ί ν ο ι κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

(ή, όπως θα το ΄λεγε πάλι ο Καρυωτάκης:

 

Μαραίνονται οι Βερλέν – τους απομένει
πλούτος η ρίμα, πλούσια κι αργυρή…)

 

Η δική μου πεποίθηση είναι πως όλοι μας πρέπει να κάνουμε προσπάθεια να γράψουμε όχι πια για μας και για τους λοιπούς ποιητές, όχι εις αναζήτηση της πρόσκαιρης ή αιώνιας φήμης, αλλά επειδή η ίδια η ποίηση χρειάζεται στη ζωή μας.

 

Είναι καιρός να προσπαθήσουμε να βγούμε από τον μικρόκοσμό μας και να συνδεθούμε πάλι με τον κόσμο γύρω μας, με τα κοινωνικά γεγονότα, με τους συνανθρώπους μας. Η φιλο-δοξία του καθενός μας δεν θα σταματήσει να υπάρχει, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να την τιθασεύσουμε. Δεν γυρίζει η Γη γύρω από την ποίηση και γύρω από τον κάθε ποιητή. Εμείς πρέπει να κινηθούμε, μαζί με τη Γη.

 

Αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις μου έδωσε το σημερινό δημοσίευμα του νέου free press περιοδικού bookmarks, στο οποίο κλήθηκα να απαντήσω στο ερώτημα: «Για ποιο λόγο γράφει κανείς σήμερα – τι χρειάζεται η ποίηση στην εποχή μας».

(Ολόκληρο το άρθρο εδώ: http://issuu.com/e-bookmarks/docs/bookmarks03-web , σελ. 6 )

 

Ένα ερώτημα, που, όπως ξέρουμε καλά, είναι διαχρονικό και έχει τεθεί άπειρες φορές και στο παρελθόν, αλλά μπαίνει ίσως πιο επιτακτικά σήμερα, ακριβώς επειδή ζούμε σε μια υλιστική εποχή. Παρά τον υλισμό της όμως, η εποχή μας, όπως και κάθε εποχή φυσικά, έχει το δικό της προσκλητήρι, όπως το έθεσε ο Κωστής Παλαμάς:

 Ανάξιος όποιος ξάφνου ακούει
το προσκλητήρι των καιρών
να το φυσάει ή να το κρούει
σάλπιγγα ή τύμπανο…Τ’ ακούει
δεν λέει: παρών!

Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν με την έναρξη του Β παγκοσμίου Πολέμου. Κι όσοι πιστεύουν πως σήμερα δεν ζούμε σε πολεμικές συνθήκες, κι ότι έχουμε όλη την άνεση να ερίζουμε…για την πίτα, θα τους πρότεινα να εξετάσουν καλύτερα την ακοή τους (εγώ, τουλάχιστον, έχω επίσημη γνωμάτευση και δικαιολογία σε θέματα ακοής ! )

 

Θα κλείσω εδώ με τους στίχους του Καβάφη, που τα έχει πει όλα 100 χρόνια πριν και απαντάει διαχρονικά στο γιατί χρειάζεται η ποίηση και γιατί οι ποιητές θα έπρεπε να λογίζονται μεταξύ τους ως συνοδοιπόροι και όχι ως ανταγωνιστές: γιατί οι καιροί πάντα μας ξεπερνούν και πάντα στέκονται πέρα και πάνω από τ’ ανθρώπινα – κι η ποίηση είναι η παρηγοριά, η προσευχή μας και το κλειδί ερμηνείας του κόσμου που αλλιώς μένει σκοτεινός και ακατανόητος:

 

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή

αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

 

3

Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 4th, 2009

Ορισμένοι πιστεύουν πως η ποίηση δεν επιτρέπεται να παρωδείται. Εγώ διαφωνώ με αυτό το σκεπτικό. Αντιθέτως, πιστεύω πως, όσο πιο βαθιά μας επηρεάσει ένας ποιητής, τόσο περισσότερο θα αντιδράσουμε.

Και ποιοι είναι οι τρόποι αντίδρασης; Η μίμηση, η ανταπάντηση και η παρωδία. Οι ανταπαντήσεις αποτελούν πιθανότατα ένα ποιητικό παιχνίδι μεταξύ ομοτέχνων, που συνήθως δεν βρίσκει το δρόμο της δημοσιότητας, εκτός από λίγες περιπτώσεις, όπως τα μπλογκ του ίντερνετ (όπου διατηρείται ένας ημιπροφορικός – αυθόρμητος λόγος).

Σε αυτή την κατηγορία (των ανταπαντήσεων και παρωδιών) ανήκει και η εκτός εμπορίου συλλογή του Ηλία Λάγιου με τον τίτλο Συνεστίαση, που όμως συμπεριλήφθηκε στον τόμο των απάντων του (Ηλίας Λάγιος, ποιήματα, Ικαρος 2009) .

Χαρακτηριστική είναι η παρωδία του Μπαταριά του Μαλακάση, από τη Συνεστίαση, που αρχίζει ως εξής:

Ο Κοροπούλης ο Γιωργής κι ο Νιόνιος του Καψάλη
κι ο Λάγιος του Κωστή
τα μεσημέρια εσούρωναν (καθείς κι ένα ρεμάλι)
στη Σίνα εκεί ψηλά, στο «Κοπερτί».

Επίσης, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο προ ετών το Ταμπού και Μούσι, με παρωδίες του Καββαδία, γράφοντας λόγια όπως τα παρακάτω (βλέπε και αναλυτική παρουσίασή μου εδώ:

http://www.sofiakolotourou.gr/articles/8/47 ) :

Χόρεψε πάνω στο δαυλί του Καββαθία.
Άκαφτη αναστενάρισα, κάψου από πόθο.
Ξέχασε τον Ιγνάθιο, τον Σάντσεθ, το Μεχία,
άσε την ποίηση και χάρισέ μου ένα νόθο!


Όλοι ποιητάδες πια, όλοι πεζογράφοι.
Ρίξε μου μία δαγκωνιά σαν σμέρνα.
Κοίτα το άβρεχτο το τζόβεννο, που γράφει
για τα ταξίδια του μέσα στη στέρνα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής μας που έχει παρωδηθεί περισσότερο απ’ όλους είναι ο Καβάφης: έχουν κυκλοφορήσει 2 ή 3 τόμοι αποκλειστικά με Καβαφικές παρωδίες (έχω υπόψιν συλλογές του Ξ. Κοκκόλη και του Α. Δασκαλόπουλου). Κατά τη γνώμη μου αυτό έχει συμβεί επειδή ο Καβάφης είναι βαθιά φιλοσοφικός ποιητής κι έτσι η ανάγνωσή του σε προκαλεί να σκεφτείς και να αντιδράσεις, έστω κι αν η πρώτη αντίδραση είναι να τον παρωδήσεις.

Εχω υπόψιν, επίσης, την παρωδία του: «Στα περίχωρα της Κερύνειας» του Σεφέρη, από τον Γιώργο Κοροπούλη, που έγινε «Στα περίχωρα της Κηφισίας»

Σιγά σιγά μαθαίνω να διασκεδάζω κατά μόνας
ο κόσμος αυτός δεν είν’ ο δικός μας, είναι της Μαντόνας.

Καθώς και του Ζαχαρία Παπαντωνίου από τον Βάρναλη στην Προσευχή του ταπεινού:

( Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου…η παρωδία όλη εδώ, στη σελίδα του φίλου Νίκου Σαραντάκου:

http://www.sarantakos.com/liter/barnalis/parwdia.html )

Όμως, η παρωδία που με τράβηξε περισσότερο απ’ όλες έχει γραφτεί από έναν ανώνυμο (;) μπλόγκερ στο ίντερνετ, τον Allou Fun Marx και βρίσκεται εδώ http://afmarx.wordpress.com/ (ενότητα: ποίηση παρά κάτι). Αρχίζει ως εξής:

Οι δανεικοί αυτόχειρες

Πληκτρολογούν τον κωδικό τους. Μπαίνουν
στο blog που τόσο έχουν αγαπήσει…
Διαβάζουν post και το ποντίκι σέρνουν
(Τά’παιξε μάλλον από την πολύ την χρήση.)

Ήταν το blogging λένε,τραγωδία.
Θεέ μου, τα φριχτά comment των ανωνύμων…
Πώς χάθηκε με μιάς τόση μαγεία;
Κόσμε των blog, δεν είσαι ελεήμων…

Καταλαβαίνούμε αμέσως ότι πρόκειται για τους Ιδανικούς αυτόχειρες του Καρυωτάκη…Μα, μπορεί να παρωδηθεί ο Καρυωτάκης και δη οι Ιδανικοί Αυτόχειρες χωρίς να μιλήσουμε για ιεροσυλία; Κι όμως, όσοι γνωρίζουμε από ίντερνετ, αντιλαμβανόμαστε την πικρή αλήθεια:

Ανοίγουν το free counter, κοιτάνε
“πόσο ανέβηκαν απόψε οι επισκέψεις;”
Την περασμένη δόξα αναμετράνε
και στο μυαλό χορεύουν χίλιες σκέψεις.

Όλα τελείωσαν. Το τελευταίο post νάτο,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει:
“Φεύγω. Κλείνω το blog μου το γαμάτο.
Δε θα χαθούμε, μη σας φάει το μαράζι.

Κι όμως, ναι, η ψυχική οδύνη για όσους παίρνουν το μπλογκ (και το ίντερνετ εν γένει) πιο σοβαρά απ’ ό,τι του πρέπει (ως ένα άλλο μέσο επικοινωνίας) προσομοιάζει στην ψυχική οδύνη του αυτόχειρα. Γιατί, κατά κάποιο τρόπο, όταν η ιντερνετική σου «περσόνα» δεν είναι αποδεκτή στο βαθμό που θα ήθελες (κόσμε των μπλογκ, δεν είσαι ελεήμων…) δεν σου μένει παρά η ψηφιακή αυτοκτονία, η παρωδία της αυτοκτονίας, όπως την έχω εν μέρει περιγράψει κι εγώ στην Κρυπτοκτονία, εδώ: http://sofiakolotourou.gr/poems/5/64 )

Βλέπουν την οθόνη, βλέπουν την ώρα.
“Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;”
“Όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”,
Βέβαιοι πως θα επιστρέψουν κατά βάθος.

Εσύ, Αναγνώστη μου, τι λες;    Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;

5

Με μια κιθάρα και δισάκι

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 2nd, 2009

«Είναι ο νους μου μια λήκυθος ρητά και ρίμες» έγραψε ο Αντρέας Καραντώνης, γνωστότερος σήμερα σαν κριτικός ποίησης παρά σαν ποιητής. Το ίδιο και ο δικός μου νους: Κάθε μέρα απαγγέλω από μέσα μου (ενίοτε και δυνατά) στίχους ανάκατους, που μεταπηδούν συνειρμικά από το ένα θέμα στο άλλο.

Ταξιδεύω έτσι, κυρίως «πάνω σ’ ένα ξένο στίχο» , όπως θα έλεγε κι ο Σεφέρης. Πάνω σε πολλούς ξένους στίχους, θα έλεγα. Και καμία φορά γράφω και δικούς μου στίχους.

Ο φίλος μου ο Θανάσης Τριαρίδης ισχυρίστηκε πρόσφατα πως στην ουσία γράφω μπαλάντες και νομίζω πως έχει δίκιο. Όχι κατ’ ανάγκην με την αυστηρή, μορφική έννοια της μπαλάντας (του οκτάστιχου ή και δεκάστιχου, όπως τη μάθαμε από τον Βιγιόν). Περισσότερο, νομίζω, εννοεί πως αυτό που θέλω είναι να γράφω ιστορίες.

Αν δεν είχα πρόβλημα ακοής, νομίζω πως θα ήμουν τραγουδοποιός – θα συνέθετα μπαλάντες και θα τις τραγουδούσα γυρνώντας «με μια κιθάρα και δισάκι» όπως είπε ο Γιώργης Παυλόπουλος στην «Κόρη της Aβύσσου».

Με σημάδεψε αυτό το ποίημα. Ταυτίστηκα αρκετά με την «Κόρη της Aβύσσου», άσχετα αν η δική μου ζωή δεν μοιάζει καθόλου με την περιγραφή της. Ίσως όμως, κάτι από το ασυνείδητό μου να της μοιάζει λιγάκι.

Το αγάπησα αυτό το ποίημα. (Υπάρχει ολόκληρο στο Παμπάλαιο Νερό, http://pampalaionero.wordpress.com/)

Το απήγγειλα άπειρες φορές:

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Αυτό το ποίημα, μάλιστα, στάθηκε αφορμή να μου παραχωρήσει ο Δημήτρης Κανελλόπουλος μια στήλη στο περιοδικό Οροπέδιο, τη στήλη Ντοκουμέντο. «Γράψε ό,τι θες, με ελεύθερο θέμα», μου είπε.

Μα, τι να έγραφα; Αν και κάνω κατά καιρούς κάποιες βιβλιοπαρουσιάσεις, ούτε η κριτική ποίησης με συναρπάζει, ούτε το δοκίμιο με θέλγει. Μπορώ να πω δυο λόγια με τη γνώμη μου, αλλά ως εκεί.

Εγώ αυτό που κατά βάθος θέλω, είναι να ταξιδεύω στη λογοτεχνία, να γυρίζω εδώ κι εκεί λέγοντας ιστορίες, απαγγέλλοντας (μην πω: τραγουδώντας) ξένους και δικούς μου στίχους.

Αυτό ακριβώς έκανα και κάνω ως τώρα στο περιοδικό Οροπέδιο: Ταξίδια στη λογοτεχνία (μπορείτε να δείτε τα σχετικά άρθρα εδώ:  http://www.sofiakolotourou.gr/articles/9 )

Αυτό θα συνεχίσω να κάνω κι εδώ στο μπλογκ, με πιο ελεύθερο συνειρμό: να διαβάζω (πίσω από την οθόνη) Βιγιόν και Καρυωτάκη…

Γι’ αυτό και τιτλοφόρησα αυτή τη σειρά των μικρών σημειωμάτων: «Πάνω σε ένα ξένο στίχο».

Σας καλώ, λοιπόν, να ταξιδέψουμε μαζί για μια ακόμα φορά. Μαζί με την Κόρη της Αβύσσου:

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Κι όπως το είπε κι ο Τάσος Ρούσσος στο Πλοίο-Φάντασμα:

Αναπηδούν σαν τα δελφίνια οι λέξεις,
aν τις ακολουθήσεις, θα χαθείς.
Μην τις αγγίξεις καν, θα ματωθείς.
Δεν γίνεται ποτέ μ’ αυτές να παίξεις.

Κάποιοι όμως, σαν την Κόρη της Αβύσσου επιμένουν να ταξιδεύουν, ακολουθώντας τις λέξεις. Πάμε κι εμείς – με μια κιθάρα και δισάκι;

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’  ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

9