Archive for the ‘Πάνω σ' ένα ξένο στίχο’ Category

Τριπλέτα Φαντασμάτων

Κυριακή, Φεβρουαρίου 26th, 2012

428613_3292349076631_1504905540_3074302_869033618_n

Πρόκειται για ένα ακόμη ποιητικό παιχνίδι, που ωστόσο έχει νομίζω ωραία αποτελέσματα, γι αυτό αποφάσισα να το δημοσιεύσω. Ολα ξεκίνησαν από τα «φαντάσματα του ένα μηδέν-ένα» που δημοσιεύτηκαν τις προάλλες εδώ (κυρία-κυρία ο Μνησιβιάδης άρχισε πρώτος…)

Ακολούθησε ο συνήθης ύποπτος Γιαννούδης, παίρνοντας τις ομοιοκαταληξίες και φτιάχνοντας το Λοχ Νες εδώ.

Τώρα, ιδού και η δική μου εκδοχή, προσαρμοσμένη στη σειρά των «Νεκροζώντανων» που γράφω εσχάτως. Ελπίζω να αρέσει και σε σας τους αναγνώστες όσο άρεσε σε εμάς που συμμετείχαμε σε αυτό το ποιητικό παιχνίδι… για να ξορκίσουμε ο καθένας τα δικά του φαντάσματα.

ΥΓ: Την εικόνα συνδημιούργησαν οι παραπάνω συνήθεις ύποπτοι, γνωστοί-άγνωστοι κονδυλοφόροι.

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Πάνω στα «Φαντάσματα» του Ααρών Μνησιβιάδη


Οι  Νεκροζώντανοι δεν έχουν πια εφόδια
να ψάξουν για τις νέες τους πατρίδες.
Τη μοίρα τους τη βλέπουνε στα ζώδια
διαβάζοντας τα βράδια εφημερίδες.
Δεν τους κινούν τα εμβατήρια κι άσματα,
δεν τρέχουν σε διαδήλωση κι αγώνες –
ωσεί παρόντες βρίσκονται, σαν φάσματα,
με βλέμματα κενά, καθώς εικόνες.

 

Στερέψαν οι κραυγές, τα μοιρολόγια
εντείνονται με άλλων αποφάσεις.
Ομαδικά βουβαίνονται τα σόγια,
οι ανθρώπινες λες χάνοντ’ υποστάσεις.
Θαρρείς παγώσαν όλοι από τα μάγια,
θαμπώθηκαν με φώτα αναμμένα –
με ΦΠΑ τους ζάλισαν και πάγια
κι ευρώ δεν τους απέμεινε κανένα.

 

Στενάζουνε καθώς θυμούνται π’ άλλοτε
μπορούσανε κι αυτοί να διασκεδάσουν.
Μα τώρα, πανταχόθεν όπως βάλλονται
γνωρίζουν πως στο τέλος θα πεινάσουν.
Το βράδυ, όπως κοιτούν την τηλεόραση
σου ζητιανεύουν λίγη προσοχή σου -
για νιώσε την απόγνωση μ’ ενόραση
κι ας γίνει η σιωπή τους ιαχή σου!


26/2/2012

 

0

Ελλάδος πάθη

Δευτέρα, Οκτωβρίου 31st, 2011

Ελλάδος πάθη


Απόψε πρόβαλλε φρικτή, σαν τέρας η Ευρώπη,
γεμάτη μ’ απληστία και φθονεί.
Με κουρεμένα γέμισαν ομόλογα οι τόποι
κι η φτωχική Ελλάδα μας θρηνεί…

Τι είδαν στη χώρα μας πολλοί και τόσο λιμπιστήκαν
κι ορμήσαν προς τις Τράπεζες βαριά,
τα σύνορα περάσανε και σπάσανε και μπήκαν
ακράτητα φουσάτα εχθρικά;

Οι Γερμανοί ξανάρθανε χρηματιστές κι οι Γάλλοι
που φρένιασαν και χίμιξαν βουβά
κι απόψε όλοι θέλησαν να πάρουν το κεφάλι
του Ελληνα, να βάλουν στον ντορβά…

Κι όπως η νύχτα έφτασε και πέφτει το σκοτάδι,
πράγματ’ αλλόκοτα καθένας μας θα δει.
Στη Δύση πάλι αγρίεψε τ’ ανθρώπινο κοπάδι,
του κάκου ο Ελλην έλεος ζητεί…

31/10/2011

Παρωδείται το ποίημα «Εκάτης Πάθη» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Το πρωτότυπο θα το βρείτε εδώ. Ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1888. Αρθρο για τον Λαπαθιώτη θα βρείτε (ένα από τα πολλά) και στη σελίδα του Νίκου Σαραντάκου εδώ

0

- Ναι! Είναι αξιόλογος ποιητής. Αλλά ως άνθρωπος, ρεμάλι.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 3rd, 2011

 

Η απάντηση στο χθεσινό μας κουίζ, όπως πολύ σωστά βρήκε η Πόλυ Χατζημανωλάκη στο facebook, είναι ότι ο Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ ήταν μυθιστορηματικό πρόσωπο, ήρωας διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Στην ουσία ο Καραγάτσης, που συνδεόταν με βαθιά και πολύχρονη φιλία με τον Καββαδία, αρέσκονταν να τον πειράζει ενσωματώνοντας στίχους  «a la maniere de = με τον τρόπο του…» Kαββαδία στα γραπτά του. Το ποιήμα που δημοσιεύσαμε εχθές υποτίθεται ότι το έγραψε και το απαγγέλει κάποιος ποιητής Ριζώφ,
ήρωας του διηγήματος «Μπουχούνστα». Μετά το πέρας της απαγγελίας ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Φρονώ πως ο ποιητής έχει εμφανέστατη επίδραση Καβαδίεφ…
- Γνωρίζετε τον Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ;
- Ναι! Είναι αξιόλογος ποιητής. Αλλά ως άνθρωπος, ρεμάλι. Ένας υπασπιστής του Κουροπάτκιν τον συνάντησε στο Χαρμπίν της Σιβηρίας το 1904. Άλλοι τον συναπάντησαν στον Πειραιά, όπου είχε εξευτελιστεί ανεπανορθώτως. Αβανταδόρος σε χαρτοπαίγνια, …πλασιέ ναρκωτικών, κράχτης χαμαιτυπείων…

Κι έτσι, με ένα κλείσιμο του ματιού, ο Καραγάτσης μετατρέπει σε μυθιστορηματικό ήρωα τον αδερφικό του φίλο, μιμούμενος παράλληλα το ύφος του, και διασκεδάζοντας με τους μεγάλους του φόβους (τη σύφιλη, τη φυματίωση, την τρέλα, το στεριανό θάνατο…)

Αλλά μήπως δεν γίνονται παρόμοια λογοτεχνικά παιχνίδια και σήμερα; Μόνο που τα περισσότερα περιορίζονται στο ίντερνετ και δεν μεταπηδούν στα βιβλία, όπως ασφαλώς και τότε γινόντουσαν παρόμοια στα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής.

Με την ευκαιρία, ας δούμε και κάτι δικό μου σχετικό:

 

ΜΙΚΡΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΙΛΩΝ

…επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής»
Κ. Καρυωτάκης, Ολοι μαζί

Όλοι ζούμε στον υπόνομο,
μα κάποιοι από μας κοιτάνε τ’ αστέρια.
Οσκαρ Ουάιλντ

 

Οι φίλοι μου γεμίζουν με συνθήματα
όλους του Διαδικτύου τους άσπρους τοίχους
και κάπου κάπου γράφουν και ποιήματα-
τα λένε πεζοτράγουδα ή και στίχους.

Οι φίλοι μου αισθάνονται σαν θύματα
κι είν’ τόσο αδικημένοι στη ζωή τους.
Του κόσμου τ’ ανυπέρβλητα προβλήματα
τσακίζουν ειδικά την ύπαρξή τους.

Οι φίλοι μου δεν έχουν κάνει εγκλήματα
είν’ ήσυχοι και πράοι μες την καρδιά τους.
Άλλους βαραίνουν πράξεις κι ανομήματα,
ενόσω διορθώνουν τα γραπτά τους.

Οι φίλοι μου κι αν σέρνονται στα λύματα
των βόθρων, αγναντεύουνε τ’ αστέρια.
Της μοίρας τους κινούν άλλοι τα νήματα,
ξένα τους σπρώχνουν δάκτυλα και χέρια.

Μου στέλνουν τα βιβλία τους κατά κύματα.
Διαλέγω ένα ποίημα τους ή δύο,
που – αίφνης – ομολογεί δικά τους κρίματα.
Για τούτο, λέω, γράψαν το βιβλίο.

 

3

Ιδανικοί και Δανεικοί

Πέμπτη, Απριλίου 15th, 2010

Όπως σας υποσχέθηκα εχθές, παραθέτω σήμερα τους Ιδανικούς Οινόφλυγες του Γιώργου Κοροπούλη http://pampalaionero.wordpress.com/ σε αντιπαραβολή με τους Δανεικούς Αυτόχειρες του blogger Α.Φ.Μ….αλλιώς: Allu Fun Marx…http://afmarx.wordpress.com/

Ιδανικοί Οινόφλυγες

Ξυπνούν, κι έχει η σκέψις ωριμάσει:
Δεν πίνουν από σήμερα σταγόνα.
Έχει πια το στομάχι τους χαλάσει,
τους τρέμουνε τα χέρια και το γόνα.

Απήυδησαν στα μπαρ να τριγυρνάνε,
ν’ αγγίζουν το φαΐ ως άλλοι Μίδες,
να πίνουνε κι οι νύχτες να περνάνε
πολλές μαζί, σαν άκοπες σελίδες.

Νηφάλιοι θα σκύβουν στο τραπέζι,
της τέχνης να ξανάβρουν το κολάι.
Στα τζάμια, της αυγής το φως θα παίζει,
θ’ αχνίζει ο διπλός καφές στο πλάι…

Θωπεύουν το μπουκάλι και το κλείνουν.
Του χρόνου, ίσως τ’ανοίξουν κάποιο βράδυ.
Θα πρέπει πότε-πότε να ξεδίνουν
(καθώς η Περσεφόνη από τον Άδη).

Ήρεμοι κι εγκρατείς, νομοθετούνε
ότι δεν είναι, μ’ όλα τούτα, λάθος
λίγο κρασί στο δείπνο τους να πιούνε,
πως θα μεθύσουν βέβαιοι κατά βάθος.

 

Οι δανεικοί αυτόχειρες

Πληκτρολογούν τον κωδικό τους. Μπαίνουν
στο blog που τόσο έχουν αγαπήσει…
Διαβάζουν post και το ποντίκι σέρνουν
(Τά’παιξε μάλλον από την πολύ την χρήση.)

Ήταν το blogging λένε ,τραγωδία.
Θεέ μου, τα φριχτά comment των ανωνύμων…
Πώς χάθηκε με μιάς τόση μαγεία;
Κόσμε των blog, δεν είσαι ελεήμων…

Ανοίγουν το free counter, κοιτάνε
“πόσο ανέβηκαν απόψε οι επισκέψεις;”
Την περασμένη δόξα αναμετράνε
και στο μυαλό χορεύουν χίλιες σκέψεις.

Όλα τελείωσαν. Το τελευταίο post νάτο,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει:
“Φεύγω. Κλείνω το blog μου το γαμάτο.
Δε θα χαθούμε, μη σας φάει το μαράζι.”

Βλέπουν την οθόνη, βλέπουν την ώρα.
“Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;”
“Όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”,
Βέβαιοι πως θα επιστρέψουν κατά βάθος.

 

(Αυτό το λινκ το βάζω για χάρη του ΑΦΜ, αλλά και άλλων αναγνωστών που παραπονέθηκαν πως δεν βρίσκουν τα πρωτότυπα…)

Παραποιώντας το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη “Ιδανικοί αυτόχειρες”

 

5

Αν είσαι ωραίος, τώρα πέρνα

Σάββατο, Απριλίου 10th, 2010

 

Χαρισμένο στον Ικαρο Μπαμπασάκη για τα σημερινά του γενέθλια, με πολλή αγάπη!

OI ΩΡΑΙΟΙ

Στου πρώτου ορόφου την ταβέρνα
μες σε καπνούς και φαγητά
(κόσμος πολύς και άντε πέρνα)
τον Μπαμπασάκη είδα ξαφνικά.
Εκεί, σαν όλα τα βραδάκια
με ουζάκι και με χταποδάκια.

Καθόταν ο ένας πλάι στον άλλο,
και κάποιοι ακόμα, καταγής –
που περιμέναν το σινιάλο
για ένα Μινόρε της Αυγής!
Κι αρχίζει ο νους ν’ αποξεχνιέται
σ’ ήχους και στίχους να πλανιέται.

(Ο Πειραιάς, Κανάλι Ενα,
οι Happy Few, το Βακχικόν,
ω! χρόνια, χρόνια ονειρεμένα,
των φίλων και των συμποτών…
Μη φεύγετε από κοντά μας,
έχετε πάρει τα μυαλά μας..)

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
είν’ που αποκλήρωσε το γιο.
Άλλον τον χώρισ’ η γυναίκα,
κι το ‘χει ρίξει στο πιοτό.
Τους κάναν στο Χαλάνδρι χάζι
και το Μαρούσι πια δεν ησυχάζει.

-Το νοθευμένο φταίει ποτό μας;
-Ο Κέρουακ – στο Δρόμο – που αργεί;
-Τον Ικαρο εκλέξαμ’ αρχηγό μας
και φταίει…. ίσως φταίει η μουσική!
Ποιος λείπει, ποιος; Κανένα στόμα
ξεμέθυστο δεν βρίσκεται ακόμα…

Έτσι, σε τούτη τη ταβέρνα,
τα πίνουμε τα βράδια όλοι μαζί –
κι αν είσαι ωραίος, τώρα πέρνα,
κάτω από μένα γράψε μια ευχή:
Χρόνια πολλά στον Ικαρο, συνάμα
στους φίλους, που πλαντάξανε στο κλάμα!

 

1

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες

Τετάρτη, Μαρτίου 31st, 2010

Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτι,
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη.
Θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ώς την Τετάρτη,
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη.

Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
Κομψά ντυμένος μ’ ένα στιλ που μαγνητίζει —

θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει.

Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει . . .

Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind, κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής . . .»

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην ταλιμπάν.

Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray,
σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη;
Πάει και τέλειωσε ! Το Σύμπαν καταρρέει . . .

Αυτές τις ώρες ίσως θα ’ταν για καλό μας
κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει.
Ας κάνουμε —από συνήθεια—
το σταυρό μας
και ας μουντζώσουμε —με τρόπο— προς τη Δύση.

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ, 44

 

 Το ποίημα υπάρχει και στο blog του φίλου Στιχάκια, εδώ: http://stixakias.wordpress.com/και στην ανθολογία Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/

 Τι άλλο να πω εγώ; Τα έχει πει όλα ο φίλος μου…Διαμελισμένα κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη, ενώ: στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες…Κανείς μας τίποτα μην πει – να μην μιλήσει… Ας κάνουμε – από συνήθεια – το σταυρό μας…

 

 

4

Του αδερφού μου

Πέμπτη, Μαρτίου 11th, 2010

2060_46541613167_570038167_1257634_8115_n

 Στη φωτογραφία, εγώ, παράξενο παιδάκι, περίπου 5 ετών στο νηπιαγωγείο με την ροζ ποδιά (τέλη του 1977 ή αρχές 1978) και ο αδερφός μου περίπου 2,5 ετών, που του κρατώ το χέρι…

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω·
τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Και δεν ποθώ πια τίποτε αδελφέ μου·
τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν
και τα ‘δωκα, ροδόφυλλα του ανέμου.

 
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις
τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν
να ‘ρθεις από ’κει πέρα, να περάσεις
τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος
ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σου ‘ναι αγαπημένος;

Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σου ‘λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα,
διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους,
μη ξέροντας ποιοι τόποι μ’ εκρατήσαν,
μη ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους.
 
Κι ως είσαι λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,

και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
 
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου ‘λεγα, μα εσβήσαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε..
 
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ
 
2

Tο Τριώδι έχει ανοίξει

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 4th, 2010

Καλή Τσικνοπέμπτη, με τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, που έγραψε πριν από πολλά χρόνια το παρακάτω…Σαν να μην πέρασε μια μέρα…Μάλιστα, διάβασα κάπου ότι σε εκπομπή με θέμα το διαζύγιο Μενεγάκη-Λάτσιου αναφέρθηκαν στίχοι του Καρυωτάκη…(!) Ελπίζω τουλάχιστον αυτός ή αυτή που είχε τη φαεινή ιδέα «στην κουβέντα της στίχους που και που ν’ αναφέρει» να φρόντισε ν’ απαγγείλει το σωστό για την περίσταση ποίημα…Δηλαδή την «Αποστροφή».

Θυμίζω την αρχή του ποιήματος:

Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Το ίδιο θέμα εξάλλου πραγματεύεται και η Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη:

Ιδιαίτερο μάθημα

Με το μάθημα τούτο, τη φτωχή μου τη ζήση
-δραχμές χίλιες μου δίναν- είχα πια ξασφαλίσει.
Στο φαϊ μου οχτακόσες – μια ζωή μετρημένη-
για το νοίκι διακόσες -καμαρούλα μια πήχη-
και για τ’ άλλα, σκεφτόμουν, κάτι πάλι θα τύχει.
‘Ηταν κάποια κυρία κοσμική, καλεσμένη
στα μεγάλα σαλόνια κ’ είχε ανάγκη να ξέρει
για τον ‘Ομηρο κάτι, για της Λέσβου τη λύρα,
στην κουβέντα της στίχους πού και πού ν’ αναφέρει,
ν’ απαγγέλλει Μαβίλη, Καβάφη, Πορφύρα.

‘Ενα μάθημα ακόμα κ’ η ζωή θαν’ ωραία
- συλλογιόμουν, στο τέλος θα της μάθω κι αρχαία!
‘Οταν ξάφνου μου λέει: «Θα σας πάψω ένα μήνα
- πού καιρός για μελέτη, το Τριώδι έχει ανοίξει!
Ξενυχτώ κάθε βράδι στους χορούς κολομπίνα,
και, θαρρώ, δε σας έχω το κοστούμι μου δείξει.
Τι succes που ‘χω κάνει!… Το πιο φίνο lame!
Δεκαπέντε χιλιάδες μού κοστίζει – μοντέλο
Το Grand Chic απ’ ευθείας το ‘χει φέρει για με!
Κι assorti πώς μου πάει μυτερό το καπέλο!…»


Θα ‘πε κι άλλα – δεν ξέρω, το μυαλό μου, σα σφήνα,
μια κουβέντα τρυπούσε: «Θα σας πάψω ένα μήνα!».

1

Στο Φάληρο

Κυριακή, Ιανουαρίου 24th, 2010

Είμαι Φαληριώτισσα, γέννημα-θρέμμα, αν και μονίμως μετακομίζω και μένω πάντα αλλού.

Ο προπάππος μου είχε ήδη εγκατασταθεί στο Παλαιό Φάληρο με την οικογένειά του από το 1915 περίπου, όταν ο πληθυσμός του Παλαιού Φαλήρου δεν ξεπερνούσε τους …3.000 κατοίκους. Δεν ήταν παρά ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι, όπου πήγαιναν βόλτες τα ερωτευμένα ζευγαράκια της εποχής. Τα περίφημα λουτρά (τα μπεν μιξ) ήταν λίγο πιο πέρα, στο Νέο Φάληρο. Μου αρέσει να φαντάζομαι το προπολεμικό Φάληρο, όπως και το ερημικό προπολεμικό Καλαμάκι, στο οποίο κατέφυγε ο Σικελιανός το 1930 για να…εμπνευστεί στην εξοχή και να γράψει.

Πόσα ποιήματα και τραγούδια δεν γράφτηκαν τότε για το Φαληράκι…Αλλά τότε ήταν όντως ειδυλλιακός τόπος, ενώ σήμερα δεν είναι παρά ένα ακόμη προάστιο της Αθήνας, ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένο μάλιστα, με οκταώροφα και εννιαώροφα κτίρια. Αλλά, ας θυμηθούμε κάποια από τα παλιά τραγούδια:

Πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι
αυτή τη νύχτα τη μαγική
για να σου κάνω με το φεγγαράκι
εξομολόγηση ερωτική

Τι ταιριασμένο πουν’ ζευγαράκι
θα λέει το κύμα στην αμμουδιά
κι όταν σου δίνω κανένα φιλάκι
θα’ ναι σαν όνειρο η βραδυά
πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι
μη μου χαλάσεις την καρδιά
 

(Στίχοι Κ. Κοφινιώτης, Μουσική Μ. Σουγιούλ)

Μετά, τη Φαληριώτισσα ασφαλώς:

Σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι
στη παληά μας γειτονιά
να σου παίξω μπουζουκάκι
μ’ όμορφη διπλοπενιά
να σου παίξω μπουζουκάκι
μ’ όμορφη διπλοπενιά
σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι
στη παληά μας γειτονιά

Θα ‘ρθω για να σε ξυπνήσω
Φαληριώτισσα γλυκειά
με μπουζούκι με κιθάρα
και με φίνο μπαγλαμά
με μπουζούκι με κιθάρα
και με φίνο μπαγλαμά
θα ‘ρθω για να σε ξυπνήσω
Φαληριώτισσα γλυκειά

 (Στίχοι – Μουσική Γιάννης Παπαιωάννου)

Και φυσικά τον περίφημο Τραμπαρίφα (απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα)

Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα
βάλε τη διπλή ταρίφα.
Φουλαριστός τράβα ντουγρού
στη λεωφόρο του Συγγρού.
Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα
κι εγώ ποτέ χατήρι δεν του χάλασα.

Απόψε που υπάρχουνε τα τάληρα
ρε μάγκες θα οργώσουμε τα Φάληρα.

(Στίχοι Α. Σακελλάριος, Μουσική Μ. Σουγιούλ)

 Υπάρχει και ένα ποίημα (σονέτο) της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη για το Φάληρο, που το αγαπώ πάρα πολύ και είναι το παρακάτω:

Η πλήξη ψες μάς είχε ξαναφέρει
στο Φάληρο, σε κάποιαν αμμουδιά,
ερωτικό μας άλλοτε λημέρι.
Πιο πέρα, μες στην έρημη βραδιά,

πιασμένα τρυφερά, χέρι με χέρι,
δυο ερωτεμένα εκάθονταν παιδιά.
Μα εμάς του κάκου ζήταγε η καρδιά
παλιές χαρές στη θύμηση να φέρει.

Κι ως άρχιξε η ψυχρούλα να πληθαίνει.
«Τι θέμε» μου ‘πες «δω, τέτοιον καιρό;»
Κι εφύγαμε κι οι δυο μετανωμένοι.

Έκανε, αλήθεια, κρύο τσουχτερό
στ’ ακροθαλάσσι τη βραδιά εκείνη.
Μα το ζευγάρι τ’ άλλο είχε απομείνει.

Τέλος, ας καταθέσω κι εγώ την εκδοχή μου για το Παλιό Φάληρο, με ένα ποίημα χαρισμένο στον Νίκο Σαραντάκο και τον πατέρα του Δημήτρη, όπως θα το ήθελε ο παππούς Νίκος (Αχθος Αρούρης – για τον ποιητή Αχθο Αρούρη διαβάστε εδώ: http://www.sarantakos.com/axtos.html

 

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ

          Θεοί της θάλασσας, που γίνατε όλοι δρόμοι, 
          στο Φαληράκι μου, που αγάπησα μικρούλα, 
          με ταξιδεύετε – του ονείρου τροχονόμοι -  
          στης φαντασίας μου τα κλεισμένα τα μπαούλα.

          Θεοί της θάλασσας: ο Πόντος κι ο Πρωτέας, 
          οι Νηρηίδες, η Αμφιτρίτη, ο Ποσειδών. 
          Μακριά, σαν όνειρο, ξεπρόβαλλε ο Νηρέας 
          τα καλοκαίρια, πέρ’ απ’ την οδό Μουσών.

          Μες τη Σειρήνων στέκει το παλιό μου σπίτι.
          Οι Τρίτωνες στον όρμο, πάλι κολυμπούν. 
          Πιο κάτω, αναδύεται ξανά η Αφροδίτη 
          κι οι Αλκυόνες μες τον ήλιο όλο γεννούν.

          Η Ναϊάδων, πάλι βγάζει στο σχολείο, 
          και στην Εσπέρου, ταξιδεύω σ’ Εσπερίες.
          Tο Φαληράκι μου θαρρώ πως είναι πλοίο - 
          που δέσαν μόλις στη στεριά οι συγκυρίες.

  (1998)

7

Η ποίηση των χρωμάτων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20th, 2010


Η αγάπη των ποιητών προς τις εικαστικές τέχνες (αλλά και το αντίστροφο) είναι συχνή. Μερικοί μάλιστα μεγάλοι ποιητές μας υπήρξαν και σπουδαίοι ζωγράφοι, με κυριότερο τον Νίκο Εγγονόπουλο. Ο Οδυσσέας Ελύτης έφτιαχνε κολλάζ. Ο Γιώργος Σεφέρης σκιτσάριζε και ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επίσης έχει αναγνωριστεί και ως πολύ καλός φωτογράφος. Ο Νίκος Καββαδίας αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική και στα ταξίδια του ανά τον κόσμο δεν παρέλειπε να επισκεφτεί μουσεία και εκθέσεις.

Αλλά ας δώσουμε το βήμα στους ίδιους τους ποιητές, ώστε να δούμε πως υποδέχονταν με τους στίχους τους τα έργα των μεγάλων ζωγράφων.

Ξεκινάμε με έναν ποιητή του οποίου το ποιητικό έργο είναι σήμερα μάλλον λησμονημένο, αλλά το όνομά του μας είναι γνωστό με την ιδιότητα του κριτικού της ποίησης, τον Ανδρέα Καραντώνη. Στη συλλογή «Δεκατετράστιχα» (εκδόσεις Καστανιώτη 1992) ο Καραντώνης γράφει:

Πρωινά στα πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία
κι είναι σα να ‘χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!

Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ‘ναι ο τόπος.
Από τον Νίκο Καββαδία δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις: πλήθος οι αναφορές στους ζωγράφους στα ποιήματά του. Ας δούμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

(Θεσσαλονίκη)

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
- Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

(Μαρέα)

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat

(Καραντί)

Παντιέρα κίτρινη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

(Federico Garcia Lorca)

Του ταύρου ο Πίκασο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Ας δούμε όμως και τις αναφορές στους στίχους του  Διονύση Καψάλη (Μέρες αργίας, εκδόσεις Άγρα):

Άχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.

Να ‘ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.

και του Γιώργου Κοροπούλη (Ελλειπτική, εκδόσεις Ύψιλον 1998)

Θα ήταν Κυριακή ή κάποια αργία
και κράταγε Εκείνος το μωρό
(Duchamp, Μ’ ένα μουστάκι η Παναγία)
και μάζεψε Εκείνη το καρώ


πουκάμισο σαν άμφιο να το πλύνει
και είδε μες την τσέπη επιστολή
(Miro, κοιτά σκυλάκι τη σελήνη):
«Μου λείπεις κάθε μέρα πιο πολύ…»

Αλλά εκτός από τους ζωγράφους που κατονομάζονται, οι ανώνυμοι ζωγράφοι έχουν επίσης την τιμητική τους στους στίχους των ποιητών μας, όπως του Νάσου Βαγενά (Σκοτεινές Μπαλάντες, εκδόσεις Κέδρος)

Ήσουν πορτραίτο από χέρι Φλαμανδού
ζωγράφου, με φόντο συντριβάνια
στα κράσπεδα μιας Ιεράς Οδού
(εδώ ταιριάζει η λέξη ουράνια
και εικόνες ερωδιών που κελαηδούν).

και του Δημήτρη Ε. Σολδάτου (εφημερίδα τα Νέα της Λευκάδας, ποίημα της εβδομάδας: Πορτραίτο)

Ένα πορτραίτο μου παλιό βρήκα στην αποθήκη.
Με κοίταξε με λύπηση, το κοίταξα με φρίκη
καθώς τα χρόνια σκέφτηκα πως πέρασαν. Ω, Θεέ μου,
νομίζω είκοσι χρονών δεν ήμουνα ποτέ μου.

Ολοκληρώνουμε το σημερινό μας ταξίδι πάνω σ’ ένα ξένο στίχο, που μελετάει τη σχέση ποιητών και ζωγράφων, με την αξεπέραστη ειρωνική ματιά του Νίκου Γκάτσου, στο τραγούδι:

Το παιδί με τα κόμικς

Δεν είδα τον Νταλί
δεν ξέρω τον Πικάσσο
συγχίστηκα πολύ
και μου ‘ρχεται να σκάσω.

Δεν είδα τον Μανέ
δε σπούδασα τον Γκόγια
με λένε κουνενέ
κι από τα δυο μου σόγια
.

———————–

Είμ’ ένα παιδί κουτό κι αμόρφωτο
όλοι με φωνάζουν αδιόρθωτο
μα ‘χω για κανόνα μου απαράβατο
κόμικς να διαβάζω κάθε Σάββατο.

Εσύ αναγνώστη μου, βγαίνεις μεθυσμένος από τα μουσεία ή προτιμάς να διαβάζεις κόμικς κάθε Σάββατο; Γιατί εγώ –κι ας μείνει αυτό μεταξύ μας- τα εφαρμόζω και τα δύο, διαδοχικά ή ταυτόχρονα. Αλλά, ακόμα περισσότερο, αγαπώ να ταξιδεύω στις εικόνες μέσα από το δρόμο των λέξεων.

Βλέπε και το κείμενο: Προμετωπίδα (μνήμη Γιάννη Μόραλη) εδώ:

http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/301

0