Archive for the ‘Κείμενα’ Category

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ (μέρος VI)

Δευτέρα, Αυγούστου 26th, 2013

th19

4. Από το Ich bebe  (2007)

Σύντομη συνάντηση

(συνήθως λένε πως την τελευταία στιγμή έσφαξαν μιαν ελαφίνα)

Δε με ταΐσατε καλά,
αρχόντισσες και άρχοντες,
και νου δεν έχω να σκεφτώ
να σας ευχαριστήσω με κάτι το πρωτάκουστο.
Μια ιστορία θα σας πω απ’ τις παλιές,
κάπως λιγότερο ελκυστική απ’ όσο τη θυμάστε –
πιθανώς κι αηδιαστική
για το ευαίσθητό σας το στομάχι.

Μια μέρα, λοιπόν, έναν βαρύ χειμώνα
(τότε που οι φτωχοί ψοφούσαν απ’ το κρύο –
όπως ψοφούν και τώρα, ξέρετε σεις),
μιάνα βασίλισσα τρύπησε το δάχτυλό της με το βελόνι,
μιάνα σταγόνα κύλησε στο χιόνι,
κι έτσι γεννήθηκε η Χιονάτη.

Τα υπόλοιπα μέσες-άκρες θα τα ’χετε ακούσει:
Η καλή βασίλισσα πέθανε κι ήρθε η κακιά μητριά
(ως γνωστόν, έτσι γίνεται).
Ένας καθρέφτης τάχα μίλαγε
κι έλεγε της μητριάς για την ομορφιά της·
ώσπου κάποτε άφησε στην άκρη τη μητριά
και μίλησε για της Χιονάτης το ροδαλό δέρμα.

Κι έστειλε τον υπηρέτη της η μητριά
με τη γνωστή διαταγή,
βρες την, ξερίζωσέ της την καρδιά και φέρ’ τη μου
(έτσι δίνονται οι σωστές διαταγές).
Μα ο υπηρέτης ήσαν ψυχοπονιάρης δολοφόνος·
κρίμας να τη σκοτώσω την πανέμορφη Χιονάτη, σκέφτηκε.
Κάπου στο ρυάκι πέτυχε μιαν άλλη κοπελιά,
μιαν άσχημη κι ασήμαντη χωριάτισσα,
δεν ήξερε το όνομά της κι ούτε το έμαθε
(κι ας πούμε πως την έλεγαν Άννα ή Μαρία ή Φατμέ – σε νοιάζει;


Δείτε

εδώ

εδώ

εδώ

εδώ

και εδώ τις προηγούμενες παρουσιάσεις του έργου του Θανάση Τριαρίδη


0
Posted in Αλλων, Κείμενα |

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε

Κυριακή, Αυγούστου 29th, 2010

Από το βιβλίο: ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, του Φίλιππου Φιλίππου, εκδόσεις Αγρα:

[Ο Καββαδίας] Από τους ποιητές  λάτρευε τον Καρυωτάκη, για χάρη του είχε τσακωθεί με τον Σεφέρη, ο οποίος περιφρονούσε τον αυτόχειρα της Πρέβεζας. Τον συγκινούσαν ακόμα ο Δροσίνης, ο Πολέμης και ο Παπαντωνίου. Είχε προσκολληθεί στους παλιούς ποιητές που έγραφαν έμμετρους στίχους, και δεν άντεχε τους νεότερους, εκτός ίσως από τον Μανόλη Αναγνωστάκη και κάποιους άλλους.

Διάβασα σήμερα το παραπάνω απόσπασμα στο βιβλίο που προανέφερα, και για μένα είναι κάτι παραπάνω από εμφανές: Το Παμπάλαιο Νερό ποτέ δεν έπαψε να κυλάει, και καλώς ρίξαμε τους νέους ήχους εδώ, από το 1980 και έπειτα (κάποια στιγμή πρέπει να επανεξετάσουμε και τις δεκαετίες 1950-1980 και σίγουρα θα βρούμε ενδιαφέροντα ποιήματα κι εκεί).

Οσο για την προτίμηση του Αναγνωστάκη από τον Kαββαδία, γίνεται εμφανής αν τη συνεξετάσουμε με το άλλο πρόσωπο του Αναγνωστάκη, τον Μανούσο Φάσση (βλέπε χθεσινό άρθρο μου στον Δρόμο της Αριστεράς, θα αναρτηθεί σε λίγες μέρες στο ίντερνετ και αφιέρωμα στον Μανούσο Φάσση στο Παμπάλαιο νερό -εδώ: πατήστε Μανούσος Φάσσης http://pampalaionero.wordpress.com/

Ο στίχος: «…Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε…» ανήκει στoν Γεώργιο Δροσίνη και τον είχε αφιερώσει στον Παλαμά.

Στον Δρόμο της Αριστεράς θα βρείτε και τα παρακάτω άρθρα μου, μερικά από τα οποία αφορούν παλιούς μισολησμονημένους σήμερα, που έγραψαν κυρίως σε έμμετρο, όπως ο Αχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος) και ο Γιώργος Κοτζιούλας.

Σελίδα εφημερίδας εδώ: http://www.e-dromos.gr

και τα δικά μου εδώ

* Να σημειώσω εδώ ότι σήμερα μόλις έμαθα τεκμηριωμένα (διαβάζοντας αυτό το βιβλίο) αυτό που υποψιαζόμουν, δηλαδή ότι ο Καββαδίας λάτρευε τον Καρυωτάκη. Αρα, δεν είναι καθόλου άτοπο που έβαλα και τον Καββαδία (αν και νεότερος) να ακολουθεί την πομπή στην Πρέβεζα, στην μπαλάντα που έγραψα πριν από ένα μήνα, εδώ: http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/1141. Εξάλλου, ο Καββαδίας ήταν ήδη 18 ετών όταν αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης. Διότι οι εκλεκτικές συγγένειες στην ποίηση (αλλιώς: συνοδοιπορία) πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν, σε πείσμα όσων θεωρούν ότι το ένα ρεύμα ή το άλλο ξεπεράστηκε.


  


0
Posted in Κείμενα |

Η σχολή του Καρυωτάκη και ο κύκλος των ομογενών

Τρίτη, Ιανουαρίου 5th, 2010

 

 

Αναδημοσίευση από την Κυριακάτικη Αυγή, 27/9/2009 – ολόκληρο το άρθρο και εδώ:

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=493029

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ

Έπειτ’ απ’ το δίδαγμα του Καβάφη -πρώτου «πεζολόγου» ποιητή μας-, έπειτ’ απ’ το κήρυγμα του Βάρναλη -πιο ξεκάθαρου ρεαλιστή- μας ερχόταν τώρα μια χαμηλόφωνη, αλλά διαπεραστική εκμυστήρευση, προσιτή σε όλους σχεδόν, γιατ’ ήταν καμωμένη από τα υλικά της καθημερινής ομιλίας, περασμένα όμως με τη στίλβη του λυρισμού. Αυτόν λοιπόν τον ποιητή, που συμπλήρωνε τους δυο τρανούς προκατόχους του, μικρότερός τους αυτός στο ανάστημα, αλλά άρτιος, αυτάρκης, με το δικό του ύφος, με τη νοοτροπία και την καλαισθησία του, πιο τολμηρός από μια άποψη από κείνους, πιο άμεσος στις εμπνεύσεις του, γιατί δε χρησιμοποιούσε σύμβολα ιστορικά, περιβλήματα κλασικισμού, παρά είχε το λυρικό θάρρος να μιλάει κατ’ ευθείαν γι’ αγχόνη του Παγκάλου, για βιβλιοπωλείο του Βασιλείου, για Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, αυτόν τον περιώδυνο και τραγικά ειλικρινή ποιητή βρεθήκαμε έτοιμοι να τον αγκαλιάσουμε δίχως δισταγμό, να επηρεαστούμε ίσως και τεχνικά απ’ αυτόν, αλλά πιο πολύ να νιώσουμε το κλίμα του, γιατί ταίριαζε με τη μοναξιά της ψυχής μας, με τον κοινωνικό μας παραγκωνισμό, με την αισθηματική μας απομόνωση, και πάλι δεν τον ανυψώσαμε αυτόν αποκλειστικά σε φλάμπουρό μας, αλλά τον είχαμε ξαναλέω σαν έναν από τους δασκάλους μας, από τους ποιητικούς οδηγούς μας, και κάνοντας αυτό βαφτιστήκαμε άξαφνα Καρυωτακικοί. Και πλάστηκε έτσι ο μύθος της σχολής Καρυωτάκη. Τάχα ο ποιητής έγινε μόδα (δοξάστηκε με την αυτοκτονία του!) κι εμείς τρέξαμε κοντά του να πάρουμε αξία.

Αυτά κοπανάν δέκα, είκοσι χρόνια τώρα μερικοί καλοπροαίρετοι κύριοι και γνωστοί συνάδελφοί μας [...] λοιδορούν τους θρηνωδούς της σχολής του απαισιόδοξου, του θανατόφιλου Καρυωτάκη, τους οικτείρουν αφ’ υψηλού για τη φτωχή τους, την άχαρη προτίμηση, ενώ κλείνουν με πείσμα οι ίδιοι τα μάτια τους μπρος στο σατιρικό ποιητή, μπρος στα κοινωνικά, έστω και ξεστρατισμένα, τα κάποτε προδρομικά στοιχεία του έργου του [...] Εμείς λέμε πως δεν πρέπει να προσέχουμε και να πολεμάμε τα συμπτώματα, παρά τις βαθύτερες αιτίες. Καρυωτάκης και οι Καρυωτακικοί είναι ένα σύμπτωμα της ελληνικής ζωής, της ασφυκτικά δέσμιας, της στερημένης ανέκαθεν ευπορία και ελευθερία. Αλλ’ αυτό δε σας ενδιαφέρει, παραβλέπετε την ουσία. Και ορίστε η απόδειξη. Μόλις ιδείτε πως οι μιμητές (ας δεχτούμε τη ρετσινιά σας) του Καρυωτάκη, συνεχίζοντας τις αναζητήσεις τους, ψηλαφώντας στο σκοτάδι, βρίσκουν άλλους δρόμους, ανοιχτούς τώρα, προς τη ζωντάνια και τη λύτρωσή τους, προς την αρρενωπή ενατένιση της ζωής, βλέπουμε τότε πως δε σας αρέσει ούτ’ αυτό, πως ξαναβάνετε κιόλα τις φωνές χειρότερα από πρώτα. Οι ολοφυρώμενοι, με την περίεργη διαλεκτική σας, με τους ταχυδακτυλουργικούς υπολογισμούς σας, έγιναν απ’ τη μια μέρα στην άλλη αρνησιπάτριδες1. Πιάστε τους λοιπόν! Τι πρέπει τελοσπάντων να κάνουμε για να μη σας ενοχλούμε με την παρουσία μας, για να μη σας δίνουμε στα νεύρα με τα γραφόμενά μας!

 

1. Π.χ., εν μέσω του εμφυλίου, ο Ανδρέας Καραντώνης επέπληττε τους «καρυωτακικούς» ποιητές του Μεσοπολέμου, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Κοτζιούλας, γιατί ήταν αυτοί που, τώρα, ακολουθούσαν την αριστερά: «Βάψανε κόκκινα τα γκρίζα ρομαντικά μαλλιά τους, μεταμορφώσανε σε απειλητικές επαναστατικές γκριμάτσες τις ρυτίδες του Καρυωτακικού κλαυσίγελου…», Ανδρέας Καραντώνης, Πνευματική ελευθερία, τέχνη και πολιτική [1947].

 

Απόσπασμα από κείμενο του Γιώργου Κοτζιούλα στον Νέο Νουμά, τεύχος 6, Ιανουάριος 1952.

0
Posted in Κείμενα |

Προμετωπίδα – Μνήμη Γιάννη Μόραλη

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 21st, 2009

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

………………………………………

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Νίκος Καββαδίας, γυναίκα, Ινδικός Ωκεανός 1951

Με αυτό το σύντομο σημείωμα θέλω αφ’ ενός να αποχαιρετήσω τον Δάσκαλο – τον Γιάννη Μόραλη – που έφυγε σήμερα από τη ζωή. Αλλά και να αποκαταστήσω μια – κατά τη γνώμη μου- κατάφωρη αδικία. Μέσα σε λίγες ώρες, το Διαδίκτυο γέμισε ήδη από τις νεκρολογίες του μεγάλου ζωγράφου.

Γνωστή η σχέση του και με τους ποιητές. «Προμετωπίδα Γιάννη Μόραλη» διάβαζα σε πολλές ποιητικές συλλογές – του Σεφέρη, του Ελύτη, του Καββαδία – κι ήταν από τις λίγες φορές που πρόσεχα ΚΑΙ την προμετωπίδα εκτός από την καθ’ αυτό ποιητική συλλογή. Γιατί το σχέδιό του δεν ήταν τυχαίο, αλλά οργανικά και αναπόσπαστα δεμένο με το ύφος του κάθε ποιητή.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, θεωρώ μεγάλη παράλειψη να αναγράφεται παντού – ακόμα και στη Βικιπαίδεια – πως ζωγράφισε τις προμετωπίδες στα βιβλία του Ελύτη και του Σεφέρη, αλλά να απουσιάζει η ελάχιστη αναφορά στον Καββαδία.

Η σχέση του Καββαδία με τους ζωγράφους ήταν σχέση βαθιάς αγάπης, εκτίμησης και κατανόησης του έργου τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι αναφορές γνωστών ζωγράφων στα ποιήματά του. Αυτή η κατανόηση ανταποδόθηκε τουλάχιστον μία φορά στον ποιητή, από τον Γιάννη Μόραλη, στην προμετωπίδα του βιβλίου του Τραβέρσο, που βλέπουμε παραπάνω.

Κανείς δεν θα μπορούσε να αποδώσει αρτιότερα την εικόνα της Γυναίκας, κατά την οπτική του Καββαδία πάντα, από τον Γιάννη Μόραλη.

Ακολουθεί η δική μου μικρή συνεισφορά στη μνήμη του ζωγράφου – εκείνος χάρισε τόσα στους ποιητές, σειρά μας τώρα:

ΠΡΟΜΕΤΩΠΙΔΑ

Μνήμη Γιάννη Μόραλη

Έχω κι εγώ ζωγράφους αγαπήσει,                    
σ’ ώρες μοναχικές, δημιουργίας                     
(συχνά-πυκνά, σ’ ένα γερό μεθύσι –               
σ’ ομήγυρη, εν μέσω απαγγελίας).                    
Έχω κι εγώ ζωγράφους αγαπήσει.

     Μ’ έχει ο Νταλί συνθέμελα ριγήσει,                   
       με τον Πικάσο εκεί, σ’ ένα μουσείο                    
       (τι οράματα, η ανήσυχή τους φύση                       
            υπέδειξε και φτιάξανε κι οι δύο).                          
  Μ’ έχει ο Νταλί συνθέμελα ριγήσει.

              Τι νύχτες ο Βαν Γκογκ μου ‘χει χαρίσει,                      
               με τον Ντε Κίρικο: μυσταγωγία                                       
            (τι σύλληψη! τι κόσμους έχουν χτίσει                         
                   τι χρώματα, τι σχέδια, τι αρμονία).                                   
      Τι νύχτες ο Βαν Γκογκ μου ‘χει χαρίσει!

                Ο Γκόγια μες τον τρόμο μ’ έχει κλείσει,                         
             μα στον Μιρό, στα χρώματα γυρίζω                             
                (και πόσοι ακόμα…τι έχουν ζωγραφίσει –                    
                    τον κόσμο να μην νιώθω τόσο γκρίζο).                             
      Ο Γκόγια μες τον τρόμο μ’ έχει κλείσει.

                Μα η ποίηση τη ζωή μου θα οδηγήσει:                          
              ανοίγω ενός βιβλίου τη σελίδα,                                     
                    και βλέπω, πριν η ανάγνωση ν’ αρχίσει,                         
       τον Μόραλη μες την προμετωπίδα.                     
       Μα η ποίηση τη ζωή μου θα οδηγήσει.

 

1

Περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 8

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18th, 2009


Τεύχος #8 – Έχασα τις μέρες μου αναζητώντας τη ζωή μου

http://www.vakxikon.gr/

Στο 8ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Βακχικόν δημοσιεύεται μια συζήτηση που είχαμε με τον Νέστορα Πουλάκο πριν από λίγο καιρό, σχετικά με την ανθολογία Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό, την οποία επιμελούμαστε καθημερινά ο Κώστας Κουτσουρέλης κι εγώ.

Στη συνέχεια, σας μεταφέρω την αρχή της συζήτησης, την οποία μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη (καθώς και να δείτε κάποια ποιήματα από την ανθολογία) στη σελίδα που παρατίθεται στο τέλος του άρθρου.

Το όνομα «Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό» αντιστοιχεί σε μια διαδικτυακή ανθολογία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης σε παραδοσιακές μορφές, την οποία επιμελούνται οι ποιητές Κώστας Κουτσουρέλης και Σοφία Κολοτούρου.

Θα τη βρείτε πληκτρολογώντας τη διεύθυνση: http://pampalaionero.wordpress.com/

Το “Βακχικόν” συζητά με τη μία εκ των δύο ανθολόγων, τη Σοφία Κολοτούρου, που αποτελεί και συνεργάτιδα του περιοδικού (γράφει τη στήλη : Ιστορίες της πόλης, – κατηγορία Σφηνάκια- , όπου δημοσιεύει ποιήματα γραμμένα σε παραδοσιακές μορφές, με θεματολογία εμπνευσμένη από τη σύγχρονη αστική καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων και ειδικότερα της Αθήνας).

Πως προέκυψε η ανάγκη να δημιουργήσετε μια διαδικτυακή ανθολογία ποίησης σε παραδοσιακές μορφές;

Οι αναγνώστες του περιοδικού «Βακχικόν» γνωρίζουν, μέσα από τη δική μου στήλη, το προσωπικό μου ενδιαφέρον πάνω στις παραδοσιακές μορφές ποίησης, και την πεποίθησή μου πως μπορούν να γραφτούν και σε αυτές τις μορφές τα θέματα που απασχολούν τους σύγχρονους ανθρώπους και κυρίως αυτούς που ζουν στις μεγαλουπόλεις και ειδικότερα στη σημερινή Αθήνα. Καθώς εγώ έγραφα πάντοτε με αυτόν τον τρόπο, κάποια στιγμή στην πορεία της γραφής μου αναζήτησα να βρω τους σύγχρονους ποιητές που χρησιμοποιούν τις παραδοσιακές φόρμες με σκοπό να μιλήσουν για σύγχρονα θέματα. Ανακάλυψα ότι – και παρά την εσφαλμένη αντίθετη αντίληψη που επικρατεί- υπάρχουν και σήμερα πάρα πολλοί ποιητές που γράφουν σε παραδοσιακές μορφές. Ήδη έχουμε ανθολογήσει πάνω από 70 ποιητές και συνεχίζουμε. Στην πορεία αυτής της αναζήτησης έτυχε να γνωριστώ με τον ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, που είχε ακριβώς τις ίδιες απόψεις και ανησυχίες με εμένα σε αυτά τα θέματα και αποφασίσαμε από κοινού να κάνουμε τη διαδικτυακή ανθολογία : «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό». Το πρώτο ποίημα αναρτήθηκε στα τέλη Απριλίου του 2009 και έκτοτε η ανθολογία μας ανανεώνεται καθημερινά πλην Σαββατοκύριακων. Πιο αναλυτικά μπορείτε να διαβάσετε στο δοκίμιο του Κώστα Κουτσουρέλη “Για την Αναβίωση των Παραδοσιακών Μορφών” που φιλοξενούμε στη σελίδα μας.

Η συνέχεια της συζήτησης εδώ:

http://www.vakxikon.gr/content/view/385/1291/lang,el/

Έυχαριστούμε το περιοδικό Βακχικόν για τη δημοσίευση.

Ακολουθεί το ποίημα «Μονοσήμαντη Ζωή» από την κατηγορία «σφηνάκια» του ίδιου περιοδικού.

http://www.vakxikon.gr/content/view/426/1328/lang,el/

Διακοπές δεν θέλησα ποτέ μου-
τριήμερες μονάχα αποδράσεις.
Αν φύγω δυο βδομάδες, τι θα γίνουν
οι εκκρεμότητες; Στο λέω, καλέ μου,
όλα θα καταρρεύσουν…Πώς να ησυχάσεις;
Ξοπίσω μου θα δένουν και θα λύνουν

άσπονδοι φίλοι και στελέχη αρπακτικά.
Χτίζω καριέρα, να το καταλάβεις.
Δεν γίνεται να λείψω μια βδομάδα-
παίζει να χάσω και την ίδια τη δουλειά.
Γι’ αυτό το SMS μου μόλις λάβεις
βρες ένα spa – Ευρώπη ή έστω Ελλάδα,

να χαλαρώσουμε δυο μέρες τελικά.
Εγώ, με την εκδρομική περιβολή μου,
δύο τρία – φουστάνια ή και μπότες après ski
(κατά πως λένε όλα τα περιοδικά)
για ν’ αποδράσουμε οι δυο μας. Aχ, ψυχή μου!
Μασάζ θα κάνω και λασπόλουτρα εκεί.

Και τι ρωτάς, αν θα ‘χει στο δωμάτιο
τηλεόραση; Εννοείται! Αλλιώς, τι τρόμος,
θ’ αποκλειστούμε όλοι απ’ τον πολιτισμό!
Και σίγουρα θα πάμε με το κάμπριο.
Αν βρέξει την κουκούλα θα ‘χουμε όμως-
τζάμπα θα πάω κομμωτήριο τώρα εγώ;

Μιάμιση μέρα, αγάπη μου, τα δυο μας-
καιρός δεν είναι για τη σχέση μας να πούμε;
Βαρέθηκα, οι φίλες μου ρωτάνε.
Τι περιμένεις για να κάνεις το δεσμό μας
επίσημο και πλέον να παντρευτούμε;
Μάνα θα γίνω; Τριανταρίζω όπου να ‘ναι…

Αντρούλη μου, ωραία η εκδρομή μας
καλό το μέρος κι οι φωτογραφίες-
γλυτώσαμε κι απ’ τα τερτίπια του καιρού.
Κι ο ποιητής, τη μονοσήμαντη ζωή μας
-δουλειά, παιδιά και γάμοι κι απιστίες -
βλέπει, σαν εγκεφαλογράφημα νεκρού.

0