Archive for the ‘Δημοσιευμένα ποιήματα’ Category

Το νυφικό το διαπερνά μια σφαίρα

Κυριακή, Μαΐου 1st, 2011


ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ ΤΗΝ ΑΡΑΒΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ

Η Κέιτ προχωράει και βήμα-βήμα
το νυφικό το διαπερνά μια σφαίρα.
Κραυγές μες στης ερήμου τον αέρα,
στο Μπάκιγχαμ λαοθάλασσα σαν κύμα.

Ο Ουίλιαμ με την κόκκινη στολή του
μοιάζει να χαιρετά την Αποικία.
Το αίμα κατακλύζει τη Συρία
κι έρποντας φτάνει πίσω στην Αυλή του.

Ο Χάρι είχε ντυθεί Ναζί για πλάκα,
για να γελάσει σ’ ένα καρναβάλι.
Και τώρα στη Λιβύη με κάποιον πάλι
Βενδουίνο θα γελούν, φτωχό και βλάκα.

Ο Κάρολος μαζί με την Καμίλα,
αγέρωχοι στην άμαξα περνάνε.
Στρατιώτες λαβωμένους κουβαλάνε,
καμήλες της ερήμου, χίλια μίλια.

Η Ελισσάβετ στέκεται για χρόνια.
Στην Αίγυπτο αντιδρούν οι εξεγερμένοι
κι από την Τυνησία στην Υεμένη,
άνοιξη αραβική μέσα στα χιόνια.

Η Κέητ πλησιάζει στο Αβαείο,
κι όλο ματώνει τ’ άσπρο νυφικό της.
Οι άμαξες, τα καπέλα, το ιππικό της
γεμίσανε από έρημο και κρύο.

Ο Ουίλιαμ τη φιλάει μες το μπαλκόνι
κι ο κόσμος παραλήρημα, τι πλήθος!
Εγγύς Ανατολή, πληγή στο στήθος.
Βόρεια Αφρική, σαν ντόμινο που απλώνει.

1/5/2011

2

Μ’ αν είναι ο ποιητής όμως γυναίκα;

Δευτέρα, Αυγούστου 23rd, 2010

Με βάση τα όσα συζητάμε περί «γυναικείας γλώσσας» στο ιστολόγιο του φίλου Νίκου Σαραντάκου, εδώ:  http://sarantakos.wordpress.com/2010/08/18/nana/ και σε συνάρτηση με την προηγούμενη ανάρτηση περί της ποίησης των γυναικών, ας δούμε και κάτι παλιό, αλλά αγαπημένο από το περιοδικό Βακχικόν, που δημοσίευσα πέρσι εδώ: http://www.vakxikon.gr/content/view/297/550/lang,el/

ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑ VS ΛΑΓΝΕΙΑ

Ποιητές και λογοτέχνες από αιώνες
αρέσκονται να παίζουν με τις λέξεις.
Γυναίκα αν είσαι, πρόσεξε μην μπλέξεις:
θεσπίστηκαν τ’ αρσενικού οι κανόνες.

Είν’ εύκολη η σειρά όπως πηγαίνει:
σου γράφουν κάτι και σ’ αποπλανούνε,
σου παίρνουν το μυαλό και στο γαμούνε.
Στήνουν καρτέρι, να ΄ρθεις, αναμμένη

για να τους πεις: “Ποιητή, το κείμενό σας…
Το διάβαζα και μ’ έχει συνεπάρει…
- προσέξατε τη νύχτα; Το φεγγάρι;
Θαρρώ πως μ’ έλκει κιόλας το μυαλό σας…”

Χαμογελούν εκείνοι ( εάν γουστάρουν –
κώλο, βυζιά, κοιτάνε, ηλικία )
“…Ω! τι ευγενική κι ωραία κυρία…”
- ενώ το γύρω χώρο τον σκανάρουν…

Αχ, είν’ απλό το κόλπο: στο κρεβάτι,
μπορεί να πέσουν πριν τελειώσει η νύχτα
( σε παίρνει, εδώ, μεγάλε, τώρα ρίχτα,
χρειάζεται η κυρία έν’ αναβάτη…)

Κι ο ποιητής, περνάει στη λαγνεία –
χορτάτος φεύγει πριν να ξημερώσει
( αφού το θηλυκό έχει πια ημερώσει )
κι αφήνεται, στης μέρας την ανία…

“ Θα σου τηλεφωνήσω, αγαπούλα ” –
ψελλίζει (με το ζόρι), “ απόψε ίσως.…”
Και φεύγει, μ’ αηδία και με μίσος…
( τι μπάζο…φάε τώρα μια σκατούλα…)

Απλό το κόλπο, για όποιον έχει μάθει
λιγάκι τη ζωή και τους ανθρώπους.
Ίδιο, σ’ όλα τα μήκη και τους τόπους –
κοινές οι προσδοκίες και τα λάθη.

Μ’ αν είναι ο ποιητής όμως γυναίκα;
Α! θα εξυμνεί τη δίνη των ερώτων…
Παθητικά…των στεναγμών των πρώτων…
Γονατιστή, στραμμένη προς τη Μέκκα.

“ Το σώμα μου” θα λέει, “σου παραδίδω ,
Κύριέ μου, Ποιητή μου, στον Αιώνα…”
Τι Πάνσεπτη, τι Άμωμος εικόνα…
( Το φύλο μου – τι λέτε; Το προδίδω; )


2

Για να ξορκίσουμε το φόβο της νυχτός

Παρασκευή, Απριλίου 9th, 2010

ΦΩΤΑΚΙΑ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΟΣ

Συγκεντρωνόμασταν, τριγύρω απ’ την εστία,
αιώνες οι άνθρωποι και λέγαμ’ ιστορίες
σε ξέφωτα του δάσους, με τα ξωτικά.
Τώρα, μονότονα κυλάει η πληροφορία,
ανάμεσα σε διαφημίσεις και ταινίες,
σε σαλονάκια που ‘ναι μικροσκοπικά.

Κάποτε ανάβαμε ψηλά τις φρυκτωρίες
κι οι Ινδιάνοι στέλναν σήματα καπνού
σ’ ανεξερεύνητες κι απέραντες εκτάσεις.
Μετά αναπτύξαμε τηλεπικοινωνίες
και ίντερνετ και πήγαμ’ όλοι μας παντού
χαρτογραφώντας και μετρώντας αποστάσεις.

Τα βράδια αφήναμε το φως στο εικονοστάσι,
για να ξορκίσουμε το φόβο της νυχτός.
Αλλάζουν οι τεχνολογίες, μα παραμένει
η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου και η τάση
να καταλύει σ’ αγγέλες, γύρω από ένα φως:
Στο σκότος άγρυπνο λαμπάκι επιμένει

να μας φυλάει, από ψηλά κρατώντας το ίσο,
ως παντεπόπτης οφθαλμός το αιρ κοντίσιον.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΒΑΚΧΙΚΟΝ, ΤΕΥΧΟΣ 9

http://www.vakxikon.gr/content/view/508/1689/lang,el/

ΟΛΗ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΔΩ: http://www.sofiakolotourou.gr/poems/6/76

(Στη φωτογραφία κάτι ακόμα πιο πρωτοποριακό για το φόβο της νυκτός, που ανακάλυψα καθώς προσπαθούσα να βρω φωτογραφία για το εν λόγω ποίημα….)

0

Κλάψε ανθρωπάκο, θα γελάς στον ουρανό

Δευτέρα, Ιανουαρίου 11th, 2010

Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ
 

Γεννήθηκε και ζούσε σ’ έναν τόπο
όχι και τόσο –αλήθεια- μακρινό.
Κι αν πάλευε, δεν ήξερε τον τρόπο,
μα πήγαινε, κρατώντας το σταυρό

στο χέρι, κι όλο ‘λεγαν οι αγγέλοι:
“Κλάψε ανθρωπάκο, θα γελάς στον ουρανό”

Πρώτη φορά, μικρός στη γειτονιά του
να μην τον παίζουν, μόνος! Τι πικρό…
Να μην ταιριάζει ή μοιάζει στη γενιά του
-άπειρες ώρες, σ’ ένα βίο μοναχικό-

να τραγουδά η ουράνια κυψέλη:
“Κλάψε ανθρωπάκι, θα χαρείς στον ουρανό”

Δεύτερη πράξη: όσο μεγαλώνει
γύρω του υπάρχει κάτι διαφορετικό:
Μια αναπηρία, μι’ αρρώστια τον κυκλώνει
ή ξένος είναι και δεν έχει θέση εδώ.

Στη Γη είν’ ένα ανθρώπινο κουρέλι:
 πρέπει να κλάψει για να βρει τον ουρανό.

Η τρίτη πράξη: μες την κοινωνία,
στο τμήμα της το παραγωγικό,
του λένε να ενταχθεί, στην εργασία-
κι ας είν’ αδύναμος στο σώμα, στο μυαλό,

γιατί αλλιώς, κανένας δεν τον θέλει
- πριν κλάψει, ας ρωτάει τον ουρανό
.

Τέταρτο δράμα, όταν πρέπει ο ανθρωπάκος
- σαν βρίσκει μια δουλειά, με το στανιό -
τα ένσημα και τα χαρτιά του όλα κάπως
να φτιάξει, δίχως συνδικαλισμό.

Ρεπό και μπόνους του μετρούν με το τσιγκέλι-
κι αν κλάψει, θα τα βρει στον ουρανό.

 
Το πέμπτο δράμα είν’ η ίδια η ζωή του,
που κύκλους κάνει, κι όλο τρύπες στο νερό.
Βασανισμένος ο ανθρωπάκος: η ύπαρξή του
έχει τσακίσει, κι έτσι μοιάζει, από καιρό

σαν να τον σφίγγουν μ’ ένα αόρατο κρικέλλι,
να κλάψει τώρα, πριν βρεθεί  στον ουρανό.

Σήκω ανθρωπάκο, αγωνίσου, πάρε θέση.
Κοίταξε γύρω: να, κι εγώ που σου μιλώ
είμ’ ανθρωπάκος σαν κι εσένα, έχω απωλέσει
στήριξη απ’ τον κοινωνικό μου τον ιστό.

Και μην νομίζεις πως κι εμένα δεν με μέλλει:
κλαίω από τώρα – δεν θα βρω τον ουρανό.

 

 

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ

Την ώρα που φλεγόντουσαν οι βάτοι
τους είδα, στη φρικτή φωτογραφία:
το πρόσωπο, μια μάσκα ήτανε πόνου.
Εγκαύματα στα χέρια και στην πλάτη,
παράπονο στο βλέμμα κι απορία.
Με κοίταγε, απ’ τα πέρατα του χρόνου

το πετρωμένο προσωπείο του εργάτη.

Την ώρα που κατέρρευσαν οι Πύργοι
τους είδα καθαρά στην τηλεόραση:
το πρόσωπο καλύπτονταν με στάχτες.
Εγκαύματα γεμάτοι ανθρώποι μύριοι -
παράπονο στη σκέψη, σαν ενόραση.
Με κοίταγαν, ανάμεσ’ απ’ τους φράχτες

σαν πετρωμένοι υπάλληλοι, μυστήριοι.

Όταν πια πέσαν τα χρηματιστήρια
τους είδα, μέσα στην απελπισία:
το πρόσωπο, γεμάτο από τον τρόμο.
Καμένο το μυαλό, εκατομμύρια
παράπονα και φόβος κι αηδία.
Με κοίταγαν, οι άστεγοι στο δρόμο

σαν πετρωμένα θάνατου αγγελτήρια.

 

Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 8 του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο, Ιανουάριος 2010

 

1

Περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 8

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18th, 2009


Τεύχος #8 – Έχασα τις μέρες μου αναζητώντας τη ζωή μου

http://www.vakxikon.gr/

Στο 8ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Βακχικόν δημοσιεύεται μια συζήτηση που είχαμε με τον Νέστορα Πουλάκο πριν από λίγο καιρό, σχετικά με την ανθολογία Νέοι Ηχοι στο Παμπάλαιο Νερό, την οποία επιμελούμαστε καθημερινά ο Κώστας Κουτσουρέλης κι εγώ.

Στη συνέχεια, σας μεταφέρω την αρχή της συζήτησης, την οποία μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη (καθώς και να δείτε κάποια ποιήματα από την ανθολογία) στη σελίδα που παρατίθεται στο τέλος του άρθρου.

Το όνομα «Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό» αντιστοιχεί σε μια διαδικτυακή ανθολογία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης σε παραδοσιακές μορφές, την οποία επιμελούνται οι ποιητές Κώστας Κουτσουρέλης και Σοφία Κολοτούρου.

Θα τη βρείτε πληκτρολογώντας τη διεύθυνση: http://pampalaionero.wordpress.com/

Το “Βακχικόν” συζητά με τη μία εκ των δύο ανθολόγων, τη Σοφία Κολοτούρου, που αποτελεί και συνεργάτιδα του περιοδικού (γράφει τη στήλη : Ιστορίες της πόλης, – κατηγορία Σφηνάκια- , όπου δημοσιεύει ποιήματα γραμμένα σε παραδοσιακές μορφές, με θεματολογία εμπνευσμένη από τη σύγχρονη αστική καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων και ειδικότερα της Αθήνας).

Πως προέκυψε η ανάγκη να δημιουργήσετε μια διαδικτυακή ανθολογία ποίησης σε παραδοσιακές μορφές;

Οι αναγνώστες του περιοδικού «Βακχικόν» γνωρίζουν, μέσα από τη δική μου στήλη, το προσωπικό μου ενδιαφέρον πάνω στις παραδοσιακές μορφές ποίησης, και την πεποίθησή μου πως μπορούν να γραφτούν και σε αυτές τις μορφές τα θέματα που απασχολούν τους σύγχρονους ανθρώπους και κυρίως αυτούς που ζουν στις μεγαλουπόλεις και ειδικότερα στη σημερινή Αθήνα. Καθώς εγώ έγραφα πάντοτε με αυτόν τον τρόπο, κάποια στιγμή στην πορεία της γραφής μου αναζήτησα να βρω τους σύγχρονους ποιητές που χρησιμοποιούν τις παραδοσιακές φόρμες με σκοπό να μιλήσουν για σύγχρονα θέματα. Ανακάλυψα ότι – και παρά την εσφαλμένη αντίθετη αντίληψη που επικρατεί- υπάρχουν και σήμερα πάρα πολλοί ποιητές που γράφουν σε παραδοσιακές μορφές. Ήδη έχουμε ανθολογήσει πάνω από 70 ποιητές και συνεχίζουμε. Στην πορεία αυτής της αναζήτησης έτυχε να γνωριστώ με τον ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, που είχε ακριβώς τις ίδιες απόψεις και ανησυχίες με εμένα σε αυτά τα θέματα και αποφασίσαμε από κοινού να κάνουμε τη διαδικτυακή ανθολογία : «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό». Το πρώτο ποίημα αναρτήθηκε στα τέλη Απριλίου του 2009 και έκτοτε η ανθολογία μας ανανεώνεται καθημερινά πλην Σαββατοκύριακων. Πιο αναλυτικά μπορείτε να διαβάσετε στο δοκίμιο του Κώστα Κουτσουρέλη “Για την Αναβίωση των Παραδοσιακών Μορφών” που φιλοξενούμε στη σελίδα μας.

Η συνέχεια της συζήτησης εδώ:

http://www.vakxikon.gr/content/view/385/1291/lang,el/

Έυχαριστούμε το περιοδικό Βακχικόν για τη δημοσίευση.

Ακολουθεί το ποίημα «Μονοσήμαντη Ζωή» από την κατηγορία «σφηνάκια» του ίδιου περιοδικού.

http://www.vakxikon.gr/content/view/426/1328/lang,el/

Διακοπές δεν θέλησα ποτέ μου-
τριήμερες μονάχα αποδράσεις.
Αν φύγω δυο βδομάδες, τι θα γίνουν
οι εκκρεμότητες; Στο λέω, καλέ μου,
όλα θα καταρρεύσουν…Πώς να ησυχάσεις;
Ξοπίσω μου θα δένουν και θα λύνουν

άσπονδοι φίλοι και στελέχη αρπακτικά.
Χτίζω καριέρα, να το καταλάβεις.
Δεν γίνεται να λείψω μια βδομάδα-
παίζει να χάσω και την ίδια τη δουλειά.
Γι’ αυτό το SMS μου μόλις λάβεις
βρες ένα spa – Ευρώπη ή έστω Ελλάδα,

να χαλαρώσουμε δυο μέρες τελικά.
Εγώ, με την εκδρομική περιβολή μου,
δύο τρία – φουστάνια ή και μπότες après ski
(κατά πως λένε όλα τα περιοδικά)
για ν’ αποδράσουμε οι δυο μας. Aχ, ψυχή μου!
Μασάζ θα κάνω και λασπόλουτρα εκεί.

Και τι ρωτάς, αν θα ‘χει στο δωμάτιο
τηλεόραση; Εννοείται! Αλλιώς, τι τρόμος,
θ’ αποκλειστούμε όλοι απ’ τον πολιτισμό!
Και σίγουρα θα πάμε με το κάμπριο.
Αν βρέξει την κουκούλα θα ‘χουμε όμως-
τζάμπα θα πάω κομμωτήριο τώρα εγώ;

Μιάμιση μέρα, αγάπη μου, τα δυο μας-
καιρός δεν είναι για τη σχέση μας να πούμε;
Βαρέθηκα, οι φίλες μου ρωτάνε.
Τι περιμένεις για να κάνεις το δεσμό μας
επίσημο και πλέον να παντρευτούμε;
Μάνα θα γίνω; Τριανταρίζω όπου να ‘ναι…

Αντρούλη μου, ωραία η εκδρομή μας
καλό το μέρος κι οι φωτογραφίες-
γλυτώσαμε κι απ’ τα τερτίπια του καιρού.
Κι ο ποιητής, τη μονοσήμαντη ζωή μας
-δουλειά, παιδιά και γάμοι κι απιστίες -
βλέπει, σαν εγκεφαλογράφημα νεκρού.

0

Το πνεύμα των εορτών

Τρίτη, Δεκεμβρίου 15th, 2009

Χριστούγεννα – υπήρχε μια μυσταγωγία:
αστέρια ψάχναμε, ψηλά στον ουρανό,
τα μυστικά μηνύματα να δείξουν.
Πέντε πρωί – και κάποιοι παν στην εκκλησία
αναζητώντας χιόνια στο καμπαναριό -
το Πνεύμα της γιορτής να υποδείξουν.

Τώρα τ’ αστέρια λέγονται φωτάκια
και Made in China γράφουν στο πακέτο.
Για δώρα πάμε, βιαστικοί αιωνίως -
μέρος ντεκόρ γιρλάντες και κουκλάκια.
Με καπουτσίνο κι ένα εσπρέσο σκέτο -
και όλο ψάχνουμε το Πνεύμα εναγωνίως.

Ο χρόνος μας θ’ αλλάξει όπου να ‘ναι.
Θα φτάσουνε οι συντάξεις κι οι μισθοί;
Στα ύψη το πετρέλαιο και πάλι.
Στο JUMBO, στο The Mall να μας τραβάνε
τα πιτσιρίκια, με χαρά και προσμονή -
το Πνεύμα απ’ τα Χριστούγεννα προβάλλει.

Θα μαζευτούμε αργότερα με φίλους,
σε κάποια κέντρα ή σπίτια, για καλό.
Με τηλεόραση, χαρτιά και μουσικές.
Κανείς δεν θα μιλήσει για τους θρύλους,
τις παραδόσεις, από καθ’ ένα λαό -
που όλες μαζί ειν’ το Πνεύμα στις γιορτές.

Χρόνια εστιάσαμε στην Υλη αντί Πνευμάτων.
Κι αλήθεια, αφού γυρνάμε πίσω πάλι
κι όλο δουλεύουμε, χωρίς προοπτική
- τα κεκτημένα χάνοντας προπάντων:
μισθός, ωράριο, ασφάλιση, ένα χάλι -
πώς να μην είμαστε αφόρητα υλικοί;

Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή, 23/12/2007

0

Στις γειτονιές του κόσμου

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10th, 2009

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Μεγάλωσα στο γκέτο∙ τ’ όνομά μου:
Τι Τζέι απ’ το Χάρλεμ, Τζένυ από το μπλοκ.
Φτάνουν έως το σύρμα τα όνειρά μου
κι άμα ξεφύγω, για όλους θα ‘ναι σοκ.

Εδώ θα στρέφομαι, εδώ είν’ η τροχιά μου
- τον κόσμο πως ν’ αλλάξω μόνο εγώ;

Μεγάλωσα στο Ρίο, στις φαβέλες:
με λέγαν Έντσο, και στα δεκατρία
μαστούρωνα και είχα δυο κοπέλες
- ωστόσο, πριν με φάει η συμμορία,

εδώ θα βρίσκομαι, εδώ είναι τα όριά μου
- τον κόσμο δεν θα ορίσω, ένας εγώ.

Μεγάλωσα φτωχά στην Ουκρανία:
Ναστάζια με φωνάζανε, μα εγώ
απ’ της φυγής πιεζόμουν τη μανία
- σε νέο ήθελα μέρος να βρεθώ.

Μα όπου κι αν πάω, είν’ ίδια η θηλειά μου
- ο κόσμος θα με πνίγει, όπου κι αν ζω.

Μεγάλωσα στο φόβο: η Λιβερία
σπαράσσονταν, και όνομα δεν έχω.
Η Ευρώπη τ’ όνειρό μου, η σωτηρία
που έγιν’ εφιάλτης – δεν αντέχω.

Εδώ είμ’ απρόσωπος, κανένας τ’ όνομά μου
- στον κόσμο δεν θα λείψω κι αν χαθώ
.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Μεγάλωσα σε κάποια συνοικία
που τους φωνάζαν όλους Γιώργο ή Πάνο
ή Δέσποινα ή Ρούλα ή και Μαρία
- κι όπου ήσυχα θα ζήσω ως να πεθάνω.

Εδώ θα εργάζομαι, αυτή είν’ η γειτονιά μου
- δεν θέλω να τ’ αλλάξω, είν’ απλό
.

Μεγάλωσα στις μεσοπολιτείες
μ’ ονόματα ίδια: Τζίμυ ή Μαίρυ,
Μεχμέτ, Αϊσέ – στο Ομάν ή στις Ινδίες
μένει η μεσαία τάξη σ’ όμοια μέρη.

Εκεί όπου αναγνωρίζω τη σειρά μου,
τον κόσμο ξεχωρίζω κι αγαπώ.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Μεγάλωσα στα πιο όμορφα προάστια
και Φαίδρα με βαφτίσαν ή Λητώ.
Σε campus με σπουδάσανε τεράστια,
με το επιχειρείν ν’ ασχοληθώ.

Εδώ θα χαίρομαι, μαζί με τα παιδιά μου,
τον κόσμο, που θεωρώ φανταστικό.

Μεγάλωσα στο γκέτο: τ’ όνομά μου
Αλφόνσο, Λούις, Γουλιέλμος, Στεφανί.
Γκέτο πλουσίων: όλα τ’ όνειρά μου
έχουν πριν γεννηθώ εκπληρωθεί.

Εδώ θα υπάρχω – κι οι άλλοι στην τροχιά μου.
Τον κόσμο δεν θ’ αλλάξω. Κυβερνώ.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 47, Δεκέμβρης 2009

0

Μεσολογγίου και Τζαβέλλα

Σάββατο, Δεκεμβρίου 5th, 2009

Μεσολογγίου και Τζαβέλλα, αλλιώς: Οδός Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αντί άλλων σχολίων, αναδημοσιεύω το ποίημα Το κοριτσάκι με τα σπίρτα στα Εξάρχεια που έγραψα πέρσι (υπάρχει κι εδώ: http://sofiakolotourou.gr/poems/6/51 )

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ

ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ,
ΤΟΤΕ ΘΑ ΒΓΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΑΠ’ ΤΑ ΚΛΟΥΒΙΑ ΣΑΣ
(σύνθημα σε τοίχο των Εξαρχείων)

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, στην Τζαβέλλα
στέκεται για ώρα – κι έξω παίρνει να νυχτώνει.
Γωνία Μεσολογγίου, γιορτάζει μια παρέα
τον Αι Νικόλα, μες της νιότης τους την τρέλλα
και η μικρούλα βλέπει απέξω και κρυώνει.
Τα γεγονότα ακολουθούνε, τα μοιραία:

Μια σφαίρα μέσα στην καρδιά του Αλέξη.
Η κοπελίτσα ανάβει τώρα, μ’ αγωνία
το πρώτο σπίρτο: μια του μέλλοντος εικόνα,
ένα όνειρο καινούριο να επιλέξει.
Μα βλέπει, αντί για ειρήνη κι αφθονία,
του μίσους έναν επερχόμενο χειμώνα.

Σπάνε οι βιτρίνες, και γεμίζουν θρυψαλλάκια
οι δρόμοι γύρω, όπου ανάβουν οι φωτιές.
Μολότοφ πέφτουν, οργανώνονται πορείες:
Προπύλαια, Ακαδημία, και σκαλάκια
στο Σύνταγμα, Αλεξάνδρας – τώρα, συμπλοκές
κι ανάκατοι όλοι: μικροαστοί, μα και παρίες.

Άναψε σπίρτα τέσσερα τα βράδια,
για κάθε νύχτα που λαμπάδιαζαν οι δρόμοι.
Κάθε φορά η ίδια πάντα λέξη: “Οργή ! ”
“Κάψτε τα όλα, για να γίνουνε ρημάδια,
κυνηγηθείτε τώρα, κλέφτες κι αστυνόμοι
και πλακωθείτε, σε πορεία μαθητική”.

Στο πέμπτο σπίρτο διάβασε: “Αναρχία”
και “φτάνει πια” και “τέρμα, ήταν ως εδώ”.
Μα σπεύσαν κι άλλοι, στην αναμπουμπούλα.
Πιο κάτω: “ακρίβεια, ανισότητα, ανεργία”
(μίγμα συνθέσανε για χρόνια εκρηκτικό)
- ποιος κρύβεται όμως, κάτω απ’ την κουκούλα;

Στο έκτο σπίρτο, η μικρούλα μας παγώνει,
χαμογελά και βλέπει ωραία φώτα,
με ψαλμωδίες αγγέλων κι όλα τα ωσαννά,
με γαλοπούλα πλάι στο τζάκι κι έξω χιόνι.
Χριστούγεννα: όλα ειρηνικά, σαν πρώτα,
στην τηλεόραση, που ανάψαμε ξανά.

Οι δρόμοι σβήνουν, και στον καναπέ μας
γνώριμη η φιγούρα του Αι Βασίλη
μας περιμένει, μ’ ησυχία κι ασφάλεια.
Εικόνες βίας δεν είδαμε ποτέ μας
- δεν ρίξαμε ούτε λίγο τη Βαστίλλη.
Μα κάτι λείπει, κι είμαστε πια χάλια:

Καίνε τα σπίρτα, όταν βγουν απ’ το κουτί τους
- καίγοντ’ οι άνθρωποι, που ανοίξαν το κλουβί τους.

0

Περιοδικό Τεφλόν

Τρίτη, Δεκεμβρίου 1st, 2009
Αυτό το μήνα στο περιοδικό Τεφλόν δημοσιεύονται 3 ποιήματά μου. Το ένα από αυτά γράφτηκε «επί σκοπώ», για να συνοδέψει δηλαδή το αφιέρωμα «Ποίηση και Έμμηνα» που γίνεται από το περιοδικό. Η σελίδα του Τεφλόν είναι η εξής:
http://teflon.wordpress.com/
Την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου θα γίνει παρουσίαση του δεύτερου τεύχους στο Dasein στα Εξάρχεια ( http://www.dasein.gr/ ) και θα βρίσκομαι εκεί, καθώς τα παιδιά που το εκδίδουν με προσκάλεσαν προσωπικά και δεσμεύτηκαν να απαγγείλουν και ποιήματά μου.
Σημειώνω ότι θεωρώ το Τεφλόν πολύ αξιόλογη προσπάθεια, εκτός των άλλων και επειδή διανέμεται δωρεάν και επειδή η συντακτική του ομάδα απαρτίζεται από νέα παιδιά.
Σημεία Διανομής είναι τα παρακάτω, απ’ όπου και σας προτείνω να το προμηθευτείτε:
στα βιβλιοπωλεία Πολιτεία, Εστία, Πρωτοπορία, βιβλιοθήκη του Ναυτίλου και Εναλλακτικό καθώς και στο Vinyl Microstore, στο Nosotros και στο Ludens Labs  (σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα)
 Ποιήματα

 

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ

Μνήμη Ευγένιου Σπαθάρη

Ακούστε, μου ψιθύρισ’ ο αγέρας
μιαν ιστορία για όλα τα παιδιά.
Είχε στηθεί ο μπερντές, τα σκηνικά –
παράσταση στο τέλειωμα της μέρας.

Ξεπρόβαλλ’ ο Σπαθάρης απ’ τη σκάλα,
με βήματα που πήγαιναν γι’ αλλού.
Έβλεπε, μέσα στα θάμπη του μυαλού
πως στέλναν οι φιγούρες του σινιάλα.

Τα λόγια ετούτα είπε ο Καραγκιόζης:
“…Ευγένιε πάμε, μέσ’ απ’ τον μπερντέ,
η θέση σου εδώ είναι, χρόνια, ναι;
Εδώ, ανάμεσά μας, να δεσπόζεις.

Μη φοβηθείς, το χέρι σου κρατάω,
και ως το πανί μαζί σου, μυστικά
εγώ θα σε στηρίζω θριαμβικά,
θα σ’ έχω αγκαζέ ως χαιρετάω…”

Πάει ο κυρ Ευγένιος να περάσει
- για πρώτη ίσως φορά – αμαχητί
εκεί όπου δεν ζούνε πια οι θνητοί,
εκεί όπου ο θρύλος του θα φτάσει.

Ως φεύγουνε οι Καραγκιοζοπαίχτες,
μ’ αηδία Καραγκιόζηδες μετρώ,
γύρω μου, αντί κρυμμένο θησαυρό,
τσογλάνια και λαμόγια, θεομπαίχτες.

Οι ίδιοι στήνουν έργα απανωθέ μου
και όλο κοιτώ με τρόμο στη σκηνή.
Tώρα που λείψαν πια οι αληθινοί,
πάμε – οι θεατές τους – κατ’ ανέμου.

Με φρίκη τελικά το διαπιστώνω:
με λέξεις παίζω, κρύβομαι κι εγώ
μες τ’ άσπρου μου χαρτιού το σκηνικό
και με σκιές γραμμάτων οργανώνω

τον θίασο του έργου μου και μόνο.

 

 

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Είν’ ένα καφενείο, σε ακροθαλάσσι,
λιγάκι ερημικό. Γέροι ξωμάχοι
μαζεύονται, που απόμειναν μονάχοι,
να βλέπουν τη ζωή που έχει περάσει.

Αλλά το χούι, απ’ όλους τελευταίο
θα φύγει: μερικοί παίζουνε τάβλι,
και στα χαρτιά το ρίχνουν οι πιο φαύλοι
που με τους πλέον εκφύλους τους συγχέω:

αυτούς που ‘χουν το νου τους στο γαμήσι
- μπορούνε δεν μπορούν, αδιάφορό τους.
Σαν μάστορα έχουν βρει και διάβολό τους
μία γιαγιά, που πάει να τους τσιγκλήσει.

Μα την προσέχει πάντα ένας παππούλης,
σαράντα χρόνια τώρα σύντροφός της,
άγρυπνος παραστάτης και φρουρός της,
αν και υπήρξε επίσης τσαχπινούλης.

“…Που είσαι;” όλο φωνάζει, “βρε γυναίκα”,
- δήθεν αδιάφορος, μες στα χαρτιά του,
μέσα του βράζει, τρέμει η καρδιά του –
“άργησες ήδη…περασμένες δέκα…”

“…Άντρα μου, μια στιγμούλα έλειψα μόνο,
κρασάκι απ’ το υπόγειο να πάρω…
Νομίζεις, τάχα πήγα να φλερτάρω;
- Τώρα μόνο θα φλέρταρα τo Χρόνο…”

 

 

ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Ι

Συμπτώματα υπάρχουν περιόδου –
ωστόσο αργεί, έχει καθυστερήσει.
Την πιάνει η αγωνία: θ’ αδιαθετήσει;
Τη νύχτα αναθυμάται, της εξόδου:

είχανε πιει λιγάκι παραπάνω –
το προφυλακτικό μην είχε φύγει
(στο πάθος τους μην το ‘χαν αποφύγει; )
“Αν είμαι έγκυος”, λέει, “τι θα κάνω; ”

Είναι δεκαεπτά και φοβισμένη.
Το τεστ πρέπει να κάνει, τα ‘χει παίξει –
για γρήγορο ένα φάσωμα να μπλέξει;
Μονάχη της στο φαρμακείο πηγαίνει.

ΙΙ

Συμπτώματα ίσως έχει, περιόδου –
αλλ’ ευτυχώς! το ξέρει, έχει αργήσει
και χαίρεται: αν δεν αδιαθετήσει
δεν πήγε στράφι η νύχτα της εξόδου.

Α! είχαν πιει λιγάκι παραπάνω -
το προφυλακτικό το είχε κρύψει
(στο πάθος πάνω, το ‘χε αποκρύψει)
“Αν είμαι έγκυος”, λέει, “θα το κάνω! ”

Είναι τριανταοκτώ, αποφασισμένη.
Το τεστ θα πάει να κάνει, θα τ’ ανοίξει –
θα ‘ναι δυο μπλε μικρές γραμμές; Θα δείξει…
Μ’ ελπίδα προς το φαρμακείο πηγαίνει.

ΙΙΙ

Συμπτώματα δεν νιώθει περιόδου –
προσεύχεται για να καθυστερήσει
και σκέφτεται πως αν αδιαθετήσει,
αποτυχία θα ‘ναι, της μεθόδου.

Τι πια να δοκιμάσει παραπάνω;
(Εξωσωματικές, σπερματεγχύσεις,
παρένθετες μητέρες…Άλλες λύσεις; )
“Πες μου γιατρέ….Άλλο τι μπορώ να κάνω; ”

Είναι σαρανταέξι, απελπισμένη.
Ποιο τεστ να κάνει; Τι να προσπαθήσει;
Θα πρέπει πια ν’ αποδεκτεί τη φύση –
στην εμμηνόπαυση σε λίγο μπαίνει.

3

Περιοδικό Αντί, ποιήματα (2006)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19th, 2009

ΙΝ ΜΕΜΟRΙΑΜ

Μνήμη Ηλία Λάγιου

Ώρες πολλές, στο πνεύμα της μποτίλιας
που ‘χει από χρόνια τόσα υποταχτεί.
Λυκόφως· ίσα πέφτει από της γρίλιας
τ’ άνοιγμα η νύχτα –που αργεί.
Γύρισμα ο τροχός, πτώση της μπίλιας.
Να το ζερό: έχει ήδη τριπλοβγεί.

Τρεις ήταν, λέει ο μύθος ο αστικός-
και λέγανε για θάνατο στ’ αστεία.
Γενιά μεταπολέμου, μαύρο φως-
σκεφτήκανε να παίξουν μια κηδεία
για πλάκα ή για το θρύλο –ποιός
σαν φάρσα αναμασά την ιστορία;

Πιο ευάλωτος, το χάρισμα του Λόγου
μπέρδεψε στιγμιαία ο Ποιητής,
μ’ ένα χορό αναίτιο του Ζαλόγγου,
με κάλεσμα μιας μυστικής φωνής
και μια σκηνή από θέατρο παραλόγου
να τώρα, παίζεται απ’ τους τρεις:

Μπαλκόνι, τρίτος όροφος, βραδάκι-
αμήχανη η πράξη η τελευταία.
Χαλί απλωμένο μοιάζει το Κουκάκι.
Ζαλίζεται και στρέφει στην παρέα-
Θα πέσει; Δεν θα πέσει; Ένα γελάκι
στην ύστερη στιγμή του, τη μοιραία.

Ζυγιάζεται για λίγο στο μπαλκόνι,
ανάμεσα σε γη και ουρανό,
στον Καρυωτάκη η σκέψη του σιμώνει,
καθώς και στον Αλέξη Τραϊανό.
“Πατέρα, έρχομαι” μόλις που αρθρώνει,
τρεκλίζει -κι αγκαλιάζει το κενό.

2005
Μελοποιήθηκε από τον Κώστα Παρίσση
Βρίσκεται στο CD ONE FOR THE ROAD
του Δώρου Δημοσθένους (στη στήλη μελοποιημένη
ποίηση μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι)

ΧΕΙΡΑΨΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ – ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΛΑΓΙΟ

Η μνήμη του είναι για άλλους,
για μένα ζωντανός


Πάνω απ’ την άβυσσο προτείνω χειραψία.
Ίσα που πρόλαβα λίγο να σε γνωρίσω,
αδόκητα πριν φύγεις, ξαφνικά.
Σκιές σκιών κι αν είμαστε, Ηλία
τα όσα δεν είπαμε θέλω να τα πενθήσω,
καθώς μου στέλνεις λόγια από μακριά.

Αν πίστευα στην ύπαρξη άλλου κόσμου,
θα ‘ταν πιο εύκολο, πιο ήπιο να θρηνώ.
Μα τώρα: μόνη πίστη η αθεΐα.
Σε όσα έγραψες μισά ο λογισμός μου
πάλι επανέρχεται, να βρει το μυστικό
νόημα θανάτου και ζωής, Ηλία.

Από τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης,
μου γνέφεις, στην παρέα ποιητών
που μνημονεύω κάθε μέρα· η απαγγελία
υψώνεται σαν δέηση και μου παίζεις
κρυφό σκοπό μ’ ένα πλανόδιο ακορντεόν-
σε συναντώ όπου πηγαίνω, Ηλία.

Νεκρός κι όμως κινείς τα νήματά μας.
Ιδού, ο θίασός σου οργανωμένος-
γράφουμε τώρα τα δικά σου ημιτελή.
Ο θάνατός σου δείχνει τα όριά μας.
Το φάσμα το μαγνητικό, που ενδεχομένως
γίνεται ενέργεια και κυκλοφορεί.

2005

Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Αντί
τον Ιούλιο του 2006
και μετά στο βιβλίο Αν-επίκαιρα ποιήματα,
Εκδόσεις Τυπωθήτω 2007

0