Archive for the ‘ΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ’ Category

Νίκος Γεωργόπουλος, Παράκληση

Παρασκευή, Ιουλίου 18th, 2014

1430486

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Κύριε,
αφού αδυνατείτε
να προστατεύσετε τον εαυτό σας,
και τον εκθέτετε
μεσ΄την πολλή συνάφεια,
θα σας παρακαλούσα
να προστατεύσετε εμένα
- τον έναν και μοναδικό σας αναγνώστη -
από την σημαίνουσα ανοησία
της στρογγυλής τραπέζης
των εκλεκτών.

Κύριε,
ίσως το φορτίο των προσδοκιών μου
να πέφτει βαρύ
στους ταπεινούς σας ώμους.
Αποθέστε τις διαψεύσεις μου
στο κενό των παραγράφων
και εκπληρώστε αν επιθυμείτε
μια μελλοθάνατη ανάγκη
αξιοπρέπειας.

Κύριε,
ως ύστατη πράξη
συγγραφικής τιμής
σας εκλιπαρώ,
πυρπολήστε το ταλέντο σας
στο πεδίο των πεσόντων ποιητών.
και απελευθερώστε με
από τα δεσμά
του καταπονημένου αναγνώστη

- του ενός και μοναδικού σας αναγνώστη!

0

Νίκος Γεωργόπουλος, Χαμένοι Ιππότες

Παρασκευή, Ιουλίου 11th, 2014

Ορφέας και Σελήνη

Χαμένοι ιππότες

Πως θ’ απαγκιάσουν τα κορμιά σακατεμένα
όταν στις ίδιες τις ουλές τους θα κρυφτούν;
Που θα στραφούνε τα μυαλά αλλοπαρμένα
σαν στην ομίχλη στριμωγμένα θα χαθούν;

Πως θα γεννήσουν οι ανέμοι μ΄ ένα πόνο
να ξεχωρίσουνε το κλάμα απ΄ τα ουρλιαχτά;
Που να χαϊδέψουν οι ανάσες τους τον τρόμο
να τον γλυκάνουν να του αρπάξουν την θωριά;

Πώς να γιορτάσουν οι θλιμμένοι στα ρημάδια
μέσα τους σκόρπια που τους τρων τα σωθικά;
Που να ταΐσουνε τα αγρίμια με γλυκάδια
να αποπλανήσουνε τον φόβο μουλωχτά;

Χαμένοι ιππότες σε λαβύρινθους τυχαίους
δίχως Μινώταυρους και μύθους ξακουστούς
με τους χρυσούς της η  Αριάδνη σκαραβαίους
σέρνεται ολόγυμνη σε τάφους ανοιχτούς.

11 Ιουλίου 2014


0

Νίκος Γεωργόπουλος, Τρίπτυχο

Σάββατο, Ιουνίου 7th, 2014

σημαια 1

Τρίπτυχο

Στον Μάρκο Πικρό

Πατρίς, θρησκεία και Αγία Οικογένεια
μια γριά ζητιάνα τα βαπτίζει Ειμαρμένη
λευκά κελιά σε μια γαλάζια σχιζοφρένεια
και αρλεκίνοι στα μπαλκόνια κρεμασμένοι.

Νοικοκυραίοι σπρώχνουν το σαράβαλο
και βλαστημάνε την παρτίδα την χαμένη
δίνουν το σκήπτρο σε ένα θεοπάλαβο
με γαλανόλευκη τον ντύνουν τρυπημένη.

Κουρέλια, ξέφτια και χρυσά μπαλώματα,
σε μια ιστορία που χορεύει φαντασμένη
αλύτρωτες ελπίδες και άγια χώματα
στις λαϊκές μας παζαρεύουνε οι ξένοι.

Βιτρίνες, χρώματα και γέλια παιανίζουνε
σε μια οθόνη στα σκουπίδια πεταμένη
δυο μετανάστες με το αίμα τους ποτίζουνε
μια ράτσα άσχημη από χρόνια σαπισμένη.

Πατρίς, θρησκεία και Αγία Οικογένεια
Ελλάς Ελλήνων αθεράπευτη ασθένεια!


•    Εμπνευσμένο από ένα τετράστιχο του φίλου Μάρκου στο Facebook


0

Νίκος Γεωργόπουλος, Ακροφοβία

Κυριακή, Μαρτίου 30th, 2014

Acrophobia

Ακροφοβία

«Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός
για την ζωή και τον θάνατο.»
Μανώλης Αναγνωστάκης

Μια φορά
σε κίνηση αέναη,
μας έσπρωξε ο αγέρας
στην άκρια
των επιλογών μας.
Από κάτω μας γκρεμός.
Από πάνω μας ουρανός.
Εγώ δοκίμασα να πετάξω.
Κεκτημένη ταχύτητα νιάτων.
Δεν τα κατάφερα.
Ήμουν όμως ελαφρύς
από αμαρτίες,
και την γλύτωσα
με κάτι γρατσουνιές,
και ένα σπασμένο φτερό.
Θα ξαναδοκιμάσω είπα
με καλύτερα φτερά
με μεγαλύτερα, ίσως.

Εσύ όμως μπλάβιασες.
Φοβόσουν τις άκριες.
Απέφευγες τις επιλογές.
Η ακροφοβία σου,
το ένα άκρο της υψοφοβίας σου.
Φοβόσουν και τα ύψη.
Δεν είμαι αετός έλεγες.
Ούτε και εγώ.
Μα αξίζει τον κόπο σίγουρα.
Με κοίταξες δύσπιστα,
έστρεψες  στην αμφιβολία
και έτρεξες έντρομος
να ζητήσεις επιείκεια
στους γνώριμους φόβους σου.
Από τότε
συχνά πετροβολάς τα πουλιά:
τα σπουργίτια
και κάτι αλητοπερίστερα
που είναι σιμά σου.
Τους αετούς
δεν τους γνώρισες ποτέ.
Οι κορυφές σε ζάλιζαν
και οι άκριες σε τρόμαζαν.
Μόνο με τους κυνηγούς
έκανες κολεγιά
γιατί το αίμα
μόνος σου δεν το αντέχεις.

Εν καιρώ
τραβήχτηκες στην μέση
για να σωθείς.
Προσάραξες στις διαψεύσεις σου,
και αργά
βασανιστικά
πνίγηκες,
καταπίνοντας ενοχές.
Πάντα ήσουν υπερβολικός στην κατανάλωση.
Δεν πρόσεχες στην κατάποση.
Μεγάλες μπουκιές
ανεπεξέργαστες
σχεδόν αμάσητες.

Εδέσματα ιδεών!

Εμείς
ακόμα προσπαθούμε να πετάξουμε.
Εκεί στις άκριες
ξεφορτώνουμε τα περιττά,
αποβάλλουμε το έρμα των φόβων μας
- μεγάλο βάρος η υποταγή -
φοράμε τα καινούργια μας φτερά κάθε φορά,
κοιτάμε ψηλά να διαβάσουμε τα σημάδια,
παίρνουμε φόρα
και απογειωνόμαστε
στο κενό.

Τολμάμε το αδιανόητο.
Κάποιες φορές τα καταφέρνουμε.
Όχι όλοι.
Όχι πάντα.

Αθήνα, 29 Μαρτίου 2014

1

Νίκος Γεωργόπουλος, Μικρές Ιστορίες

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 27th, 2013

nikos

Η φαλτσέτα και η τραγουδίστρια


στη μνήμη της Πόλυς Πάνου


Τα καλοκαίρια πριν την έναρξη της Πέμπτης και της Έκτης Δημοτικού, η μάνα μου για να μπορεί να με κουμαντάρει την εποχή που ήμουν κομματάκι ζωηρό και ανήσυχο παιδί όπως  μολογούσαν οι γείτονες  μπροστά της – γιατί πίσω της «σατανά» με ανεβάζανε, «διαβολόπαιδο» με κατεβάζανε – και, επειδή είχε κι ένα μωρό στην αγκαλιά, έναν πιο μικρό από μένα να τον σέρνει από το  χέρι κι έναν άντρα ανεπρόκοπο καθώς έλεγε τον πατέρα μας, είχε παρακαλέσει έναν γείτονα καφετζή -  τον κυρ Παντελή της Τασούλας -  να με απασχολεί στο καφενείο που διατηρούσε στο κέντρο της πόλης.


Το καφενείο του κυρ Παντελή  βρισκόταν στο ισόγειο μιας πολύ γνωστής πολυκλινικής  την οποία και εξυπηρετούσε με παραγγελίες. Δεν ήτανε μεγάλο, αλλά ούτε και μικρό θα το έλεγες , γιατί  όποτε μαζεύονταν όλοι οι συνταξιούχοι και οι χασομέρηδες κι έπαιζαν κολιτσίνα και δηλωτή, ήταν σαν να φούσκωνε όπως τα μπαλόνια.  Όταν γέμιζε, εμείς δύο άτομα, ο κυρ Παντελής και η αφεντιά μου, και η κυρά Τασούλα που μας βοηθούσε καμιά φορά,  δεν τους προλαβαίναμε. Τα απογεύματα δε, που δεν πήγαινα εγώ, αν περνούσες τυχαία απ’ έξω, δεν μπορούσες να δεις από το ντουμάνι το βάθος του μαγαζιού·  άσε που μπορεί να σε πετύχαινε καμία χριστοπαναγία ξώφαλτσα!


Αυτά μόνο το απόγευμα  οπότε κρατούσε το μαγαζί ο μικρός αδελφός του κυρ Παντελή, ο Δημοσθένης – για πολλά χρόνια τελειόφοιτος της Νομικής  – και δεν μπορούσε να επιβληθεί στους ρεμπεσκέδες που μαζεύονταν για χαρτί, καθώς ήταν και ο ίδιος  χαρτόμουτρο περιωπής . Γιατί το πρωί ο κυρ Παντελής,  που ήταν άνθρωπος της ηθικής και της εκκλησίας,  δεν επέτρεπε βλαστήμιες και βρωμοκουβέντες από τους άλλους ,αλλά άμα είχε στραβοξυπνήσει έσουρνε κάτι πυργιώτικες  βρισιές,  που ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι έλεγε.


Μια φορά μονάχα ξεστόμισε μέσα από τα δόντια του καθαρή βρισιά  για έναν πελάτη που έβριζε κάποιους κομμουνιστές σαν διάβασε κάτι στην  «Ακρόπολη» – την ήξερα καλά την  «Ακρόπολη» καθώς ήταν η εφημερίδα που διάβαζε ο πατέρας μου, κι  από εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα, και ήξερα γραφή κι  ανάγνωση ήδη πριν πάω στο σχολείο -  και είπε  κάτι σαν «βρωμόμπατσε φασιστόμουτρο,  γαμώ την κλήρα σου» και αμέσως δαγκώθηκε όταν είδε ότι είμαι δίπλα του και τον ακούω.


Εγώ πάλι τα έπαιρνα τα γράμματα, αλλά και τις δουλειές τις άρπαζα στο πίτσι φιτίλι που λένε ,γιατί ως πρωτότοκος είχα την ιερή αποστολή να τσοντάρω  οικονομικά στη φτώχεια μας, και από νωρίς είχα μάθει να  φτιάχνω καφέδες και μεζέδες για ούζα και μπίρες,  αλλά η βασική μου προσφορά στο μαγαζί  παρέμεινε μέχρι το τέλος το σκούπισμα, το καθάρισμα, το γέμισμα των ψυγείων  και να πηγαίνω τις παραγγελίες στα κοντινά μαγαζιά και στην πολυκλινική.


Φυσικά, αυτό το τελευταίο μου άρεσε πιο πολύ γιατί είχε καλό χαρτζιλίκι και γνώριζα συνέχεια καινούργιο κόσμο! Πάντα ήμουν δίπλα στο τηλέφωνο για να πάρω την παραγγελία και να βγω έξω,  και έλαμπε το πρόσωπό μου όταν με καλούσε η Ματίνα, η νοσοκόμα του γιατρού Βασιλειάδη στον τρίτο, γιατί ήταν νέα και όμορφη και μαζί με το δίφραγκο πουρμπουάρ, άλλες φορές μου χάιδευε τα μαλλιά, άλλες μου τσιμπούσε το μάγουλο αλαφρά, και μια φορά στη γιορτή της μου έδωσε και ένα πεταχτό φιλί, και εγώ έκανα να νιφτώ μια βδομάδα.


Ο κυρ Παντελής από την άλλη  μ’ αγαπούσε σαν παιδί του, αφού ο ίδιος δεν είχε δικά του παιδιά  – η Μάρω η ψιλικατζού είχε πει ότι η Τασούλα ήταν στέρφα, και την είχανε πάει πολλές φορές στη γριά την Κοτέτσαινα να την ξορκίσει, αλλά εγώ είχα ακούσει κρυφά τον κυρ Παντελή να λέει στον Μήτσο τον μαραγκό, που του ‘χε εμπιστοσύνη,  για το παλιό τραύμα  στο εργοστάσιο του Βέτσου που του στέρησε τη χαρά να γίνει πατέρας – στη δουλειά όμως δεν μου χαριζότανε και δεν μου έδινε πολύ θάρρος.


Όταν μ’ έβλεπε να χασομερώ  και να χαζεύω καμιά παρτίδα τάβλι – τα χαρτιά δεν μου  άρεσαν γιατί που και που μέναμε χωρίς ρεύμα στο σπίτι  και παραλίγο και χωρίς  φαγητό αν δεν ήταν η γιαγιά η Ευτέρπη να μας φέρνει φαϊ, αφού ο πατέρας μου είχε πάθος και  έβαζε το μεροκάματο στην τσόχα  -  είχε σαν τιμωρία να με βάζει να πλένω ποτήρια και πάντα κάτι να τους βρίσκει για  να τα ξαναπλένω, μέχρι να γίνουν καθρέφτης και να βλέπω το πρόσωπό μου, καθώς έλεγε. Όταν ήθελε να με επιβραβεύσει, όμως, κατέβαζε από το σφαλισμένο με λουκέτο ντουλάπι το σακούλι με την ακριβή σοκολάτα που του έφερναν κάτι ναυτικοί από τα κοντραμπάντα  – «ελβετική» μού ψιθύριζε συνωμοτικά,  σε αντίθεση με αυτήν που δίναμε στους πελάτες -  και μου έφτιαχνε με τα χεράκια  του μια ζεστή σοκολάτα που ακόμα και σήμερα τέτοια γεύση και μυρωδιά δεν έχω ξαναβρεί. Εμένα πάλι μου άρεσε και ένα γλυκό του κουταλιού, που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το λένε του κουταλιού αφού ήταν σε βάζο, το οποίο στα μουλωχτά το είχα μεσιάσει πολλές φορές  και πάντα αναρωτιόταν  ο κυρ Παντελής για τις μερίδες που βάζω.


Καθώς φέρνω την εικόνα και τις μυρωδιές στο μυαλό μου – ναι, οι μυρωδιές  του καφέ, της σοκολάτας, της βανίλιας  και της κλινικής είναι ανεξίτηλες  – θυμάμαι σαν σε όνειρο, να πηγαίνω  στην πολυκλινική,  με γεμάτο τον κρεμαστό μου δίσκο με νερά, καφέδες, πορτοκαλάδες και υποβρύχια, και να περιμένω το ασανσέρ για να πάω τις παραγγελίες στους ορόφους.  Δίπλα μου ένας άντρας, θυμάμαι, που μου έκανε εντύπωση το σουλούπι του, να παίζει ένα κίτρινο  κομπολόι , τεράστιο σε σχέση με αυτό του πατέρα μου,  και να με μετράει  με τη ματιά του από πάνω ως κάτω, αλλά για να λέμε και του στραβού το δίκιο, επειδή δεν ήμουν και  πρώτο μπόι, η ματιά του δεν έκανε και μεγάλο δρόμο!


Δεν θυμάμαι τα  χαρακτηριστικά  του προσώπου του καλά,  εκτός από ένα καλοδουλεμένο μουστακάκι σαν μαύρη γραμμή που ακολουθούσε την άκρη των απάνω χειλιών – σαν τον Ζορό ένα πράμα -  κι αυτό πάλι γιατί τέτοιο είχε ο μικρός  αδελφός της μάνας μου. Όμως θυμάμαι ότι στραβοφορούσε το καπέλο  – αργότερα έμαθα ότι το έλεγαν «καβουράκι» αλλά εγώ δαγκάνες δεν είδα, και από καβούρια είχα ήδη μεγάλη εμπειρία γιατί είχα μάθει να τα πιάνω από μικρός με γυμνά χέρια στα βράχια πίσω από το παλιό καρνάγιο – και φορούσε επίσης  ένα σκούρο κουστούμι με γιλέκο και άσπρο κατάλευκο πουκάμισο, ανοιχτό αρκετά κουμπιά στο στήθος. Σίγουρα θυμάμαι καλά και τα παπούτσια του. Καλογυαλισμένα, μαύρα αστραφτερά και μυτερά στη μούρη – «στο παπούτσι φαίνεται ο άντρας ο σωστός», λέγανε, σε αντίθεση με την μάνα μου που έλεγε «στο φέρσιμο».


Έμοιαζε στο ντύσιμο με τον  παππού μου, τον πατέρα του πατέρα μου , και τον κοίταξα με λίγο φόβο και δέος, γιατί ο παππούς μου, που ήταν πλανόδιος ψαράς και γνωστός με το παρατσούκλι  Φαλτσέτας , επειδή  μέσα από το σακάκι του στην αριστερή πλευρά  είχε και μια φαλτσέτα – για τη δουλειά καθώς έλεγε – αλλά δεν έχανε ευκαιρία να την επιδεικνύει  απειλητικά και να φοβερίζει. Είχε κουσούρια ο παππούς πολλά, αλλά τα πήρε μαζί του κι αυτός,  με τις κατάρες της μάνας μου. Κάποια στιγμή την είχα ακούσει να λέει για τη μάνα του πατέρα μου, τη γιαγιά μου που δεν γνώρισα  και πρώτη γυναίκα του παππού – γιατί αυτός είχε ξαναπαντρευτεί και είχε κάνει και άλλα πολλά παιδιά με μια άλλη γιαγιά που την έλεγαν μητριά – ότι πέθανε στην Κατοχή όχι από τους Γερμανούς καθώς λένε, αλλά από την πείνα, την αρρώστια και το ξύλο που έτρωγε από τον παλιόγερο! Μωρομάνα στον πατέρα μου, την έδερνε και την άφηνε νηστική. Ήταν τέτοιος παλιάνθρωπος, συμπλήρωνε η μάνα μου, που στην Κατοχή κυνηγούσε να σκοτώσει τον μικρό του αδελφό που είχε πάει με τους αντάρτες!  «Φτου,  κακόχρονο να’χει»  τελείωνε τις φράσεις της πάντα για τον παππού!


Στην αναμονή λοιπόν για το ασανσέρ από το μονότονο δρομολόγιό του  σε όλους τους ορόφους της πολυκλινικής, θυμάμαι να ακούγεται από το ραδιοφωνάκι του κυρ Νώντα  του θυρωρού  να παίζει ένα λαϊκό τραγούδι, με μια γυναικεία φωνή σαν αυτά που άκουγε ο πατέρας μου στο σπίτι: «Μες την πολλή σκοτούρα μου, γιατί να σε γνωρίσω, κλαίω και λέω μυστικά για σένανε, γιατί να σ’ αγαπήσω…».


Ξάφνου ο άντρας με το καβουράκι κάνει μια κίνηση με τα χέρια ανοιχτά σαν να θέλει να πετάξει, κοιτώντας ψηλά στο ταβάνι  τραβάει ένα μακρόσυρτο «αμααάν αμάν», μετά γυρίζει ολόκληρος προς το μέρος μου  και με ρωτά:


«Ρε μαγκίτη; Tην ξέρεις αυτή που κελαηδάει;»


Μούγκα εγώ… σαστισμένος και κομματάκι φοβισμένος, κάνω μισό βήμα πίσω.


Μου σκουντά τον ώμο και με ξαναρωτά πιο έντονα: « Ρε πιτσιρίκο, σένα ρωτάω  ρε… την γνωρίζεις αυτή που το λέει;»


Ούτε τώρα μιλώ, αλλά κουνώ το κεφάλι μου πέρα δώθε και του γνέφω αρνητικά.


«Τι λες, ρε σπόρε;» κάνει και σκοτεινιάζει.  «Υπάρχει άνθρωπος που δεν γνωρίζει την Πόλυ;» συνεχίζει, και κάνει μια αργή κίνηση με το δεξί  του χέρι στην αριστερή εσωτερική τσέπη του σακακιού σαν κάτι να ήθελε να τραβήξει!


Χέστηκα  από το φόβο μου – μετά συγχωρήσεως – που λέει και η θειά μου η Χαρίκλεια! Η φαλτσέτα, σκέφτομαι, και την ίδια στιγμή δίνω μια ανάμεσα σε ζευγάρια πόδια που έρχονταν κατά πάνω μου, και  χάνομαι με το δίσκο, που τον είχα κάνει ήδη ιπτάμενο, στο εσωτερικό του ασανσέρ που μόλις είχε φθάσει, μισοχύνοντας καφέδες, νερά και αναποδογυρίζοντας πορτοκαλάδες.


Για κακή μου τύχη όμως, καθώς έχω μπει  πρώτος και έχω κουρνιάσει στη μια γωνιά του ασανσέρ χωρίς καν να πατήσω το κουμπί του ορόφου από την τρομάρα μου, ο άντρας με το καβουράκι είναι ο μόνος που μπαίνει στο ασανσέρ μαζί μου. Τα πόδια μου τρέμουν και νιώθω το αίμα να καίει στα μάγουλά μου όταν με τη ματιά ψάχνω να βρω την φαλτσέτα στο χέρι του. Η πόρτα κλείνει, το ασανσέρ ξεκινάει κι εγώ, εγκλωβισμένος στη γωνία μου, να μην τολμώ να τον κοιτάξω στα μάτια.


«Κοιτά δω , ρε σπόρε» ακούω την φωνή του κοφτή και  απειλητική να με χτυπάει στα αυτιά. Αργά  αργά σηκώνω τα μάτια προς τη φωνή και βλέπω μπρος στο πρόσωπό μου το χέρι του να κρατά μια φωτογραφία! Μια γυναικεία φωτογραφία σαν αυτές που είχαν τα κρεμασμένα περιοδικά στα περίπτερα. Με μια γρήγορη ματιά ψάχνω να βρω το άλλο χέρι μήπως κρατά τη φαλτσέτα και, εφησυχασμένος,  ξανακοιτώ τη φωτογραφία με την όμορφη γυναίκα.


«Αυτή είναι, ρε σπόρε, το αηδόνι  που τραγουδάει! Η Πόλυ η Πάνου, η καλύτερη…. Κοίτα την καλά για να μην την ξεχάσεις ποτέ, και κράτα τη φωνή  της σα φυλαχτό! Με ακούς ρε; Σα φυλαχτό!» Την ίδια στιγμή τραβά τη φωτογραφία προς τη μεριά του, την κοιτά και τη φιλά σαν εικόνισμα, πριν τη βάλει  στην θέση της φαλτσέτας, προσεκτικά για να μην την τσαλακώσει.


Το ασανσέρ μόλις έχει φτάσει στον τέταρτο, στην ουρολογική κλινική του Σωτηρίου, εγώ ακίνητος στη  γωνία  μου, και ο άντρας με το κίτρινο κομπολόι και το καβουράκι να εξαφανίζεται πίσω από τον κόσμο που μπήκε.


Αυτή την παραγγελία δεν την πήγα ποτέ. Γύρισα στον κυρ Παντελή και του είπα ότι γλίστρησα και μου χύθηκαν όλα. Τη γλίτωσα με μια μικρή κατσάδα. Από τον κυρ Νώντα τον θυρωρό  έμαθα αργότερα ότι  τον μάγκα αυτόν τον ήξερε από παλιά, μάλλον τον λέγανε Φώτη ή Φωτάκια στην πιάτσα και ο ίδιος είχε αφήσει να διαρρεύσει ότι η Πόλυ Πάνου είναι αδελφή του  – σιγά τώρα, μασάμε εμείς -  και ότι στην κλινική είχε ξανάρθει γιατί είχε έναν φίλο του σιναφιού του που  νοσηλευόταν.


Στον κυρ Παντελή δεν είπα τίποτε, αλλά το μεσημέρι που πήγα σπίτι ρώτησα τον πατέρα μου για την Πόλυ Πάνου και τα τραγούδια της. Εκείνος  έκπληκτος για την όψιμη μουσική μου παιδεία, προσπάθησε να πιάσει στο ραδιοφωνάκι  σταθμό που έπαιζε συνέχεια τραγούδια της Πόλυ Πάνου και κάποιου Ζαμπέτα… Τον άντρα με το καβουράκι μού φάνηκε  ότι τον ξανάδα κάποια φορά όταν γυρνούσα από το φροντιστήριο, να κόβει κάτω προς το μονοπάτι, που έβγαζε στις τσίγκινες παράγκες , τις μπαρμπουτιέρες με το όνομα,  όπου έπαιζαν κόκαλα οι μάγκες   – έτσι λέγανε αυτοί τα μεγάλα ζάρια -  και μιλούσαν μια γλώσσα παράξενη με κάτι «γεια χαραντάν, μερακλαντάν»  και άλλα ακαταλαβίστικα.


Όταν μεγάλωσα αρκετά έμαθα ότι ο ίδιος ο Χατζηδάκις είχε γράψει «Τα παιδιά του Πειραιά» για την Πόλυ Πάνου. Αυτή το πρωτοτραγούδησε πριν από τη Μελίνα. Ήταν μια εποχή που οι συνθέτες έγραφαν τραγούδια ειδικά για τις φωνές των ερμηνευτών…


Η φαλτσέτα πάντως και σήμερα με φοβίζει.

2

Νίκος Γεωργόπουλος, Μεφιστοφελής

Σάββατο, Αυγούστου 10th, 2013

faust_violin

Μεφιστοφελής

Και ο πάγος μου
δεν καίει λιγότερο
από την φωτιά μου.
Θεοδόσης Βολκώφ “Missa Brevis”

Θα περιφέρω με σπουδή το τίποτε
στων λέξεων τις άκριες θ’ ακροβατώ
θα αφηγούμαι το μεγάλο τον σκοπό
και όνειρα θα σπέρνω οπουδήποτε.

Θα ξεγελώ την προσδοκία με υπόσχεση
πίσω μου ίχνη θα αφήνω προσμονής
θα ταξιδεύω στις ψυχές καταμεσής
και τα μυαλά τους θα ‘χω υπό στόχευση.

Θα τους πουλώ με δόσεις τον Παράδεισο
και θα ζητώ ενέχυρο στιγμές απ΄ τη ζωή
Θα κλέβω χρόνο από το άγνωστο παιδί
και γέρους θα δανείζω πριν την άβυσσο.

Θ’ αποπλανώ παρθένες τις ελπίδες τους
και σκόνη πίσω μου θ’ αφήνω μαγική
θα έχει ο θάνατος μια γεύση ηδονική
όταν θα πέφτουν μόνοι στις παγίδες τους.

9/8/2013
Γεωργόπουλος Νίκος

0

Νίκος Γεωργόπουλος, Φεγγανθίσματα

Παρασκευή, Ιουλίου 12th, 2013

φεγγαρι1

Φεγγανθίσματα


στον Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο


Στης νύχτας το παιγνίδισμα
τα αστέρια φεγγανθίζουν
πλέκουν με όνειρα φωλιές
και εκεί κλωθογυρίζουν.

Μαζεύονται στου φεγγαριού
τον ίσκιο να κρυφτούνε
ανάσες ν’ ανταλλάξουνε
να κρυφοφιληθούνε.

Τραβά με χάρη ο Αυγερινός
την Πούλια στη φωλιά του
μ΄ αυτή γελά, του ξεγλιστρά
και κλέβει την καρδιά του.

Τ΄ αστέρια φεγγανθίζουνε
σε αυτούς που τ΄ αγαπούνε
κι άμα τους γνέψουν τρυφερά
σκύβουν και τους φιλούνε.


Αθήνα 12/7/2013
Νίκος Γεωργόπουλος

0

Νίκος Γεωργόπουλος, Πρόβα Θανάτου

Πέμπτη, Απριλίου 18th, 2013

safe_image.php

Πρόβα Θανάτου

Οι ποιητές περίτεχνα στοιβάζουν
τις λέξεις, και ψηλούς ορθώνουν τοίχους,
την τέχνη τους να σώσουν από ήχους
ατάκτους, ενός όχλου που χλευάζουν.

Στις συναθροίσεις δε, και στις παρέες,
καχύποπτα κοιτάνε τους αγνώστους
που ζητιανεύουν κάτι απ΄ το φως τους
- νέοι συνήθως μ΄ επικίνδυνες ιδέες.

Για λίγο μόνο αποσπά την προσοχή τους
κάποιο σημάδι απ΄ την κίνηση στον δρόμο,
κλεφτά η μούσα ερωτεύεται τον χρόνο
και το παρόν γεννά την έμπνευσή τους.

Κι ύστερα πάλι βιαστικά πως επιστρέφουν
στα σκοτεινά, τα μυστικά και τα σπουδαία
-πρόβα θανάτου η λέξη κάνει  τελευταία-
στους μέσα στίχους δαίμονες εκτρέφουν.

Καταραμένοι κάποιοι θέλουν να πεθάνουν
και τον χαμό τους γράφουν σε μπαλάντα
- αίφνης θα παίζει εμβατήρια μια μπάντα -
σημάδι βάζουν την ζωή τους να ξεκάνουν.

—————————————————

Στο ραντεβού τους έχει αργήσει η Ιστορία
και όλοι μαζί γυρεύουν μούσα αφηγητή
το ποίημα πρέπει να γραφτεί πριν το πρωί
εδώ και τώρα που συνθέτει η φαντασία.

Κι έτσι ο Μπωντλαίρ διαβάζει Καρυωτάκη
Γώγου απαγγέλει ο Μαγιακόφσκι δυνατά
κι ο Ηλίας με στίχους του Ρεμπώ χειροκροτά
μια βραδιά στης Σύλβιας Πλάθ το σαλονάκι.


Γεωργόπουλος Νίκος
Απρίλης 2013

0

Νίκος Γεωργόπουλος, Κηλίδες καταισχύνης

Τρίτη, Αυγούστου 28th, 2012

fasismos

Κηλίδες καταισχύνης


“…να πάψω πια πως είναι δυνατόν μου να θαυμάζω
Όσους δεν φτιάχτηκαν από την πάστα ή την ουρά του μακελάρη…»
Δημήτρης Αρμάος
ΒΙΑΙΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Καιροί ζοφεροί, καιροί που φέρνουν θλίψη
τα χάχανα των τελευταίων σβήνουν
οι απερίσκεπτες στιγμές επιταχύνουν
να τρέξουν να σωθούν από την ρίψη

επικινδύνων κουρελιών μιας ιστορίας
που νεκροζώντανους ιστούς συλλέγει
και μίσος φρεσκοφούρνιστο διαλέγει
του Εωσφόρου γέννημα της φαντασίας

για έκπτωτους λαούς μιας αυταπάτης
λιπόσαρκων, ραθύμων κι  επηρμένων
με  μάσκα τις σημαίες  δοξασμένων
προγόνων, που ο μύθος τους σακάτης,

εκλιπαρεί τους ισχυρούς, μα και βρυχάται
σ’ ανίσχυρους, τα νύχια του καρφώνει
στις σάρκες τους χτυπά και τους ματώνει
στο αίμα τους να πνίξει όσα φοβάται.

Να θυμηθεί απ’ τον εξόριστο εαυτό του
στις γειτονιές τις αφιλόξενες, τα χρόνια
που η ράτσα του γεννούσε καταφρόνια
και στον καθρέφτη να ’βρει τον εχθρό του

να προσπαθεί απ’ τον ίσκιο του να φύγει
μακριά – η σκιά θαρρεί πως τον πλακώνει -
μοιάζει κηλίδα η καταισχύνη που απλώνει
πασχίζει η Χίμαιρα το τέλος να αποφύγει

μιας ηττημένης επανάπαυσης σκιαγμένων
νοικοκυραίων στριμωγμένων στις γωνίες
της Δυστοπίας, που οι εκλεκτοί είναι παρίες
ως περιττώματα προγόνων προδομένων.

Καιροί ντροπής και φάρα ντροπιασμένη
οι θεριστές στα σκοτεινά κορφολογάνε
μα της Ζωής μας οι Εραστές δεν λησμονάνε
και ούτε ξεχνούν  της Γης οι Κολασμένοι.


Ν
ίκος Γεωργόπουλος
Αύγουστος 2012

1

Νίκος Γεωργόπουλος, Τελετές αμυήτων

Σάββατο, Ιουλίου 28th, 2012

teletes

Tελετές Αμυήτων

Στων Ερώτων τα κόκκινα χείλη
σιγοβράζουν ανέκφραστοι πόθοι
των εφήβων  στιγμές που τις κλώθει
μια ιστορία που την άρχισαν φίλοι.

Στα παιγνίδια της Ήβης  τ΄αθώα
τα αγγίγματα σ’ άγουρη σάρκα
- τελετές αμυήτων στα πάρκα -
σιωπές ανταλλάσουν αθρόα.

Με φαλλούς μαγεμένους χαράζουν
ατραπούς μυστικά σε αιδοία
τρυφερά, του πολέμου πεδία
καταχτούν, με κραυγές αλαλάζουν

ηδονής, και γλιστράνε σε βάθη
σιωπηλά και ερέβη του χρόνου
σε δυσπρόσιτα  μέρη του πόνου
που η ζωή αναπλάθει τα πάθη

και τους δένει με δόσεις θανάτου,
στα φθαρτά τους κορμιά σημαδεύει
- μια φωτιά που δεν σβήνει θεριεύει -
το βαθύ σκοτεινό άγγιγμά του.

Σε ένα άλεκτο σύμπαν φουντώνουν
ανειρήνευτα πάθη που θάλλουν
αναβλύζουν ποτάμια που πάλλουν
ουρανούς και στεριές ζευγαρώνουν

και πυρώνουν μ΄ανάσες το χώμα
ιδρωμένες στιγμές συνταιριάζουν
μια κραυγή να εκραγεί ετοιμάζουν
προσευχή Εραστών μες στο  στόμα

Ποιητών, που με φλόγες οργώνουν
- χέρσα σώματα  σκάβουν βαθιά
στης λαγνείας τους αρμούς σφαλιστά -
τα ένστικτά τους τ΄αρχαία λυτρώνουν.


Νίκος Γεωργόπουλος

τέλη Ιούλη 2012

2