Archive for the ‘Αρθρα’ Category

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ (μέρος Ι)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18th, 2013

homo universalis

Σήμερα που γιορτάζει ο αγαπημένος φίλος συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης εγκαινιάζω αυτή τη στήλη που σκεφτόμουν εδώ και πολύ καιρό να γράψω. Είναι μια στήλη αφιερωμένη στους φίλους μου και το έργο τους (λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό).

Ο Θανάσης δικαιωματικά μπαίνει πρώτος στη σειρά, μια και σε εκείνον χρωστώ την έκδοση της πρώτης μου ποιητικής συλλογής το 2007. Θέλησα σε αυτά τα σημειώματα να μιλώ για τους φίλους μου και τον τρόπο με τον οποίον σχετιστήκαμε και γνώρισα και προσέλαβα το έργο τους. Στο πρώτο μέρος θα γράφω εγώ και στη συνέχεια θα δίνω τη σκυτάλη στους ίδιους να μιλήσουν για το έργο τους αλλά και τη μεταξύ μας γνωριμία. Αυτά τα σημειώματα δεν είναι συνεντεύξεις, δεν φιλοδοξώ εξάλλου να υποκαταστήσω τους δημοσιογράφους. Δεν είναι ούτε λογοτεχνικές παρουσιάσεις ή κρτικές έργου.

Είναι κάτι βαθύτερο, είναι πνευματικές σχέσεις ζωής. Είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπων και των καλλιτεχνών, σε μια εποχή που η κρίση γύρω μας μας καλεί να επανεξετάσουμε και το έργο αλλά και τις σχέσεις της ζωής μας.

Είναι οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες, οι επιστήμονες, κάποιοι που αφοσιώνονται στο έργο τους και ως τέτοιοι πρέπει να κρίνονται; Με έχει βασανίσει πολύ το ερώτημα. Καταλήγω πως δεν είναι.

Ο Σικελιανός έλεγε πως «κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του». Και σε αυτή τη γενιά, τώρα που μας έλαχε μια πρωτοφανής κρίση με άγνωστες ακόμα συνέπειες, είναι καιρός να συσφίξουμε τους ανθρώπινους δεσμούς γύρω μας.

Μα επιτέλους «σκασμός οι ρήτορες, πολύ μιλήσαμε», ας μιλήσουμε λοιπόν για τον Θανάση Τριαρίδη..

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ  – ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ


Συνάντησα τον Θανάση Τριαρίδη, σωστότερα το πρώτο του βιβλίο,  για πρώτη φορά τον Μάρτη του 2001 στο βιβλιοπωλείο του Πατάκη στην οδό Ακαδημίας. «Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα» , ένας παράξενος τίτλος βιβλίου που κίνησε την προσοχή μου. Τότε διάβαζα πολλή λογοτεχνία και κάθε εβδομάδα προμηθευόμουν ένα τουλάχιστον μυθιστόρημα.

Αγόρασα το βιβλίο κυρίως επειδή μου άρεσε ο τίτλος. Το όνομα του συγγραφέα δεν μου ήταν γνωστό. Θυμάμαι, πέρασα τρεις παγωμένες και βροχερές μέρες γύρω στα τέλη Μάρτη αγκαλιά με την «Κουπέλα». Το βιβλίο με συντάραξε και «έγραψε» μέσα μου. Παρόλο που, όπως είπα, διάβαζα πολλή λογοτεχνία, το συγκεκριμένο βιβλίο ξεχώριζε από τα άλλα. Είχε έναν αέρα μεταφυσικής, μια ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού τέτοια που σε συνέπαιρνε βαθιά σε έναν άγνωστο μυστηριώδη κόσμο. Εχω χρόνια να (ξανα)διαβάσω το βιβλίο κι όμως ακόμα θυμάμαι την εντύπωση που μου έκανε.

Εκείνη την εποχή το διαδίκτυο έκανε τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα. Εγώ ήδη είχα ανακαλύψει από τα τέλη του 97, αρχές 98 τον θαυμαστό καινούριο κόσμο του και είχα δική μου ιστοσελίδα από το 1998. Καθώς δεν μπορούσα να επικοινωνήσω μέσω τηλεφώνου, έστελνα e-mail σε όλο τον κόσμο με τον οποίο προσπαθούσα να επικοινωνήσω. Δεν μου απαντούσαν πάντα, καθώς το διαδίκτυο ήταν ακόμα κάτι άγνωστο και ξένο στους περισσότερους.

Ο Θανάσης όμως είχε δημοσιεύσει το e-mail του, κάτι που δεν το συνήθιζαν ακόμα οι συγγραφείς κι έτσι αποφάσισα να του στείλω ένα μήνυμα – καθώς δεν έχει σωθεί στο αρχείο μου δεν θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία, θα ήταν ωστόσο μέσα στο 2001. Του έγραψα πόσο με συγκλόνισε το βιβλίο και πόσο ξεχωριστό συγγραφέα τον θεωρώ. Δεν πολυπερίμενα να έχω μια απάντηση. Ωστόσο εκείνος όχι μόνο απάντησε, αλλά έκτοτε ξεκινήσαμε μια μακροχρόνια αλληλογραφία.

Το Δεκέμβρη του 2004 ανεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη με τον άντρα μου τον Νίκο για να δούμε φίλους, κάτι που συνηθίζουμε κυρίως τους Δεκέμβρηδες. Ηταν ο πρώτος Δεκέμβρης που γνωρίσαμε τον Θανάση από κοντά και έκτοτε μας συνδέει μια βαθιά – σχεδόν δεκαετής πλέον! – φιλία.

Σε εκείνον χρωστάω ολοκληρωτικά την έκδοση του πρώτου μου ποιητικού βιβλίου το 2007 , καθώς εκείνος εισηγήθηκε με πάθος στον εκδοτικό οίκο την έκδοση αυτού του βιβλίου, σε μια εποχή που κανείς (εκτός από τον χώρο του διαδικτύου) δεν ήξερε ότι γράφω. Και ήταν γενικά δύσκολο για μένα να έχω επαφές στους εκδοτικούς οίκους και στις λογοτεχνικές παρέες, λόγω ακριβώς του προβλήματος ακοής και λόγω του ότι δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί αρκετά το ίντερνετ.


Σε αυτά τα οκτώ-εννέα χρόνια, συναντώντας τον Θανάση από κοντά σχεδόν κάθε Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη και κάποιες φορές και στην Αθήνα, παρακολούθησα το έργο του και τον ίδιον να αλλάζουν και να μεταμορφώνονται, παρακολούθησα το λογοτεχνικό αλλά και το κοινωνικό του όραμα για τον κόσμο να ξεδιπλώνονται και να ανθίζουν.

Ο Θανάσης είναι πολύπλευρη προσωπικότητα, είναι από τους ανθρώπους που οι Αγγλοι τους ονομάζουν larger than life. Κάθε φορά που νόμιζα πως τον γνωρίζω και τον καταλαβαίνω, συγγραφικά και πνευματικά, κάθε φορά μου ξεγλυστρούσε και μεταμορφωνόταν. Από Δεκέμβρη σε Δεκέμβρη έβλεπα και συναντούσα έναν άλλο Θανάση – έναν Θανάση που μεταμορφώνονταν κάθε χρονιά στην προσωπικότητα «Θανάσης Τριαρίδης».

Τον έναν Δεκέμβρη μας χάριζε αλληγορικά βιβλία, σαν παραμύθια: Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε, η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων, η μουγγή καμπάνα. Τον επόμενο Δεκέμβρη μας έφερνε σε αμηχανία, αποδομώντας τις σεξουαλικές και θρησκευτικές συμβάσεις μέσα από τα Μελένια λεμόνια. Ενδιαμέσως παρακολουθούσαμε την κοινωνική και ακτιβιστική του δράση, μέσα από τα άρθρα του στην εφημερίδα «Μακεδονία» (από την οποία και αποχώρησε όταν ένα άρθρο του για τη Μακεδονική γλώσσα λογοκρίθηκε).

Τον άλλο χρόνο μαθαίναμε για τη σειρά των «Αντιρρήσεων» την οποία και διεύθυνε στις εκδόσεις Τυπωθήτω: όπως γράφει και ο ίδιος θέλησε: «να τοποθετηθώ καθαρά, με το όνομα και το επίθετό μου, απέναντι στις τρεις φενάκες που, κατά τη γνώμη μου, διαχρονικά σκλάβωσαν και σκλαβώνουν, χούγιασαν και χουγιάζουν, αιματοκύλισαν και αιματοκυλίζουν τον κόσμο: στις θρησκείες (σε όλες τις θρησκείες), στα έθνη (σε όλα τα έθνη) και στον κοσμοδιορθωτισμό (σε κάθε κοσμοδιορθωτισμό, ηθικό, πολιτικό ή όποιον άλλον…) και για τις «Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα» που εξέδωσε σε αυτές.

Και πάνω εκεί που νομίζαμε πως γνωρίζουμε τον Θανάση σαν συγγραφέα και σαν κοινωνικό ακτιβιστή και σαν στοχαστή-διανοούμενο με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, πάλι μας ξεγλυστρούσε διολισθαίνοντας σε άλλο πεδίο: Αίφνης, διοργάνωνε (από το 2007 και μέχρι σήμερα) σεμινάρια για τον δυτικό πολιτισμό. Παίρναμε τα ενημερωτικά μηνύματα για τα σεμινάρια: «Κύκλος σεμιναρίων για την Ιταλική αναγέννηση, 2007», «Κύκλος σεμιναρίων για την ενοποιητική αφήγηση της δύσης, 2008», «Κύκλος σεμιναρίων για την ελληνική ποίηση στον 20αιώνα, 2008», «Κύκλος σεμιναρίων για την αρχαία τραγωδία, 2009», «Κύκλος σεμιναρίων για την πορνογραφική αφήγηση της Δύσης, 2009»,, «Αναζητώντας το τρεμάμενο σώμα, σχεδίασμα για την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, 2011» ,  «Σμιλεύοντας τον ματαιωμένο χρόνο – σκηνές από την ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, 2012 » και άλλα ενδεχομένως που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Πάνω που πήγαμε να αφομοιώσουμε και την ιδέα του Θανάση σαν ομιλητή και διοργανωτή σεμιναρίων, εκείνος πάλι κατόρθωσε να μεταμορφωθεί και να μας εκπλήξει! Το επόμενο βήμα του, η ενασχόληση με το θέατρο και τα θεατρικά κείμενα: «La ultima noche ή οι καρχαρίες» (2010), Ηistoria de un Amor ή τα μυρμήγκια (2011).

Δεν έγραψα τίποτα για τον Θανάση μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια. Δεν έγραψα, αφενός γιατί δεν είχα και κάποιο δημόσιο βήμα – εκτός από αυτή εδώ τη σελίδα μου (κατά καιρούς έχω γράψει σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά αλλά μόνο για ποίηση) και αφετέρου – και το κυριότερο, γιατί δεν καταλάβαινα. Δεν καταλάβαινα ποιος είναι ο φίλος μου, τι σκέφτεται, που το πάει, ποια σύνδεση έχουν όλα αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους.

Ο Θανάσης, σαν συγγραφέας, δοκιμιογράφος, πολιτικός στοχαστής, διανοούμενος, κοινωνικός ακτιβιστής, διοργανωτής σεναρίων, θεατρικός συγγραφέας, μας καλούσε και μας καλεί επί δέκα χρόνια να κάνουμε κι εμείς το μέσα μας άλμα, να συγκεράσουμε τις αντιθέσεις του, να μοιραστούμε μαζί του το όραμά του για τον κόσμο. Δεν είναι εύκολο για μας. Εγώ χρειάστηκα κάπου 10 χρόνια για να αρχίσω να καταλαβαίνω, παρακολουθώντας το έργο του να διαμορφώνεται, βιβλίο το βιβλίο, πράξη την πράξη, άρθρο το άρθρο, σεμινάριο το σεμινάριο. Να αρχίσω να καταλαβαίνω τι θέλει να μας πει. Πως όλα του τα βιβλία, οι πράξεις, τα σεμινάρια, τα δοκίμια, τελικά κινούνται γύρω από έναν άξονα: τον άξονα του Αναγεννησιακού ανθρώπου.

Ο Θανάσης είναι ο Homo Universalis της χώρας μας, είναι ίσως ο μόνος από τους φίλους μου συγγραφείς στον οποίο θα μπορούσα να αποδώσω αυτήν την περιγραφή και αυτόν τον τίτλο. Αντιγράφω από την Βικυπαίδεια τον ορισμό: Homo Universalis είναι ο χαρακτηρισμός του ιδανικού ανθρώπου της Αναγέννησης (15ος-16ος αιώνας). Η ονομασία είναι λατινική και σημαίνει «καθολικός, συνολικός άνθρωπος».Homo Universalis είναι ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου που συμπύκνωνε όλα τα ιδανικά της εποχής της Αναγέννησης: ερευνητικό και κριτικό πνεύμα, φιλοπεριέργεια, και κυρίως μία τάση για ενασχόληση με κάθε αντικείμενο της τέχνης και της επιστήμης. Ο όρος αναφέρεται στο εύρος ή την επιθυμητή «καθολικότητα» της πολυμάθειας που μπορούσε να αποκτήσει κανείς.

Ο πιο χαρακτηριστικός και ίσως ο μόνος πραγματικός Homo Universalis είναι ο διάσημος Λεονάρντο ντα Βίντσι, που όπως μαρτυρούν οι πηγές, ασχολούνταν —εκτός από τη ζωγραφική, τη γλυπτική και γενικώς την τέχνη— με τη μηχανική, την ανατομία, την αρχιτεκτονική, ήταν φυσιοδίφης, αρχαιοδίφης και ιστοριοδίφης, συγγραφέας, χημικός και κατείχε πολλές άλλες ιδιότητες.

Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να βρω άλλη περιγραφή πιο ταιριαστή για τον Θανάση. Γνωρίζοντάς τον σαν Θανάση, σαν τον συγγραφέα που έβγαλε την Κουπέλα, είχα το προνόμιο να εμβαθύνω πρώτα στην κρυφή του πλευρά – τη μυστικιστική – πριν τον γνωρίσω, όπως ο περισσότερος κόσμος, σαν τον κοινωνικό ακτιβιστή και τον αντιρρησία διανοούμενο. Μέσα του νομίζω πως παλεύουν ακόμα οι δυνάμεις ενός εσώτερου Μεσαίωνα – που τον προβάλλει στις Μεσαιωνικές δομές του κράτους και της εποχής μας – και μιας ανίκητης επιθυμίας για την Αναγέννηση, την εσωτερική του, αλλά και την κοινωνική αναγέννηση που θέλει να δει να συμβαίνει στη χώρα μας .

Μια αναγέννηση που δεν ζήσαμε ποτέ στη νεώτερη ιστορία μας. Συμμερίζομαι την αγωνία του, καθώς ζει σε αυτή τη χώρα, συμμερίζομαι τον αγώνα του για κοινωνική και εσωτερική βελτίωση, μέσα από τα γράμματα, τις τέχνες, τον κοινωνικό ακτιβισμό. Τα σεμινάριά του θυμίζουν ακόμα «κρυφό σχολειό», τα θεατρικά του έργα (που τα έχω διαβάσει πριν ακόμα παιχτούν) , θυμίζουν μυσταγωγικές πράξεις μετάβασης , εσωτερικού μετασχηματισμού προς ένα κόσμο απαλλαγμένο από αυτά που τον παιδεύουν: τα έθνη, τις θρησκείες και τον κοσμοδιορθωτισμό.


Ο Θανάσης αυτή τη δεκαετία-δεκαπενταετία που μας πέρασε κατόρθωσε να χαράξει, να χαρτογραφήσει και να πορευτεί με συνέπεια στον δρόμο του και στον κόσμο που εκείνος οραματίστηκε. Δεν ξέρω εάν του χρόνου κατορθώσει να μας ξαφνιάσει με ένα νέο εγχείρημα, με κάποια εντελώς αλλοπρόσαλη δραστηριότητα. Υποψιάζομαι όμως πως έχει ήδη ολοκληρώσει το εσωτερικό του, αναγεννησιακό όραμα και πλέον αναρωτιέται για πόσο ακόμα θα είμαστε τυφλοί για να το δούμε και κουφοί για να το ακούσουμε…

————————————————————————————————-
Μέχρι τώρα μίλησα για το πώς προσλαμβάνω εγώ το έργο του Θανάση. Στη συνέχεια θα ήθελα να δώσω τον λόγο στον ίδιο τον Θανάση για να μας μιλήσει για το έργο του. Εξάλλου  κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα πώς να αποκαλύπτει αλλά και πώς να αποκρύβει το έργο του από τον ίδιο τον συγγραφέα. (συνεχίζεται τις επόμενες μέρες στο μέρος Β και Γ)


1
Posted in Αρθρα |

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος ΣΤ – τελευταίο

Δευτέρα, Ιουλίου 4th, 2011

Ποιός φταίει τώρα γι’ αυτή την κατάσταση και τι μπορεί να γίνει στο εξής ;

Το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης το έχουν φυσικά οι πρώτοι διδάξαντες. Αυτοί θα προβάλουν για δικαιολογία τους (αν χρειάζεται να δικαιολογηθούν) πως ένα πείραμα έκαμαν και στο κάτω κάτω είχαν να πουν κάτι, λίγο ή πολύ. Μα εκείνοι που τους δέχτηκαν σα μετέωρα ποιητικά και τους άνοιξαν στάλες και ξοδεύτηκαν για να τούς επιβάλουν ; Πρέπει να είναι αμετανόητοι, αν δεν ομολογήσουν πως έγιναν πρόξενοι κακού. Ορισμένοι κριτικοί που τους υποστήριξαν, όχι και τόσο κατά συνείδηση, άρχισαν πια ν’ αναβλέπουν και το μισολέν πως δεν έπραξαν καλά. Μα είναι κάπως αργά πια : οι λεγάμενοι σταθεροποιήθηκαν στις θέσεις τους, σχημάτισαν γύρω τους ακολουθίες, απόχτησαν ως ένα σημείο ανεξαρτησία και επηρεάζουν απευθείας το κοινό. Αν δε μπόρεσαν ν’ αποχτήσουν την εύνοιά του, τουλάχιστο του θολώνουν την κρίση και το αποσπούν από τους εκλεχτούς.

Ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Καζαντζάκης, ο Μελαχρινός, ο Καρθαίος, ο Ρώτας, ο Ουράνης, οι επιζώντες ιεροφάντες της ποιητικής ορθοδοξίας, στέκουν παραμερισμένοι και σχεδόν αδιάβαστοι. Μνημονεύονται από συνήθεια, επειδή είναι ακόμα ζωντανοί. Μόλις όμως κλείσουν τα μάτια τους, έχουν σκοπό να τους καταχωνιάσουν κι αυτούς στη λειψανοθήκη της λήθης. Οι νέοι μας δεν τους παίρνουν σαν πρότυπα ούτε προσπαθούν να τους συνεχίσουν, γιατί ετούτοι απαρνήθηκαν την καταγωγή τους κι εκδηλώνουν τάσεις εωσφορικές. Θέλουν να κυριαρχήσουν μονομιάς, να γίνουν μεγάλοι ποιητές, και μάλιστα με τον πιο εύκολο τρόπο : κόβοντας κάθε δεσμό με το παρελθόν, αρχίζοντας από τον εαυτό τους. Και η αλαζονεία τους μένει ατιμώρητη ακόμα, εφόσον δεν τους έγινε δημόσια αναίρεση με τις νόμιμες κυρώσεις.

Αλλά ως πότε θα τους επιτρέπεται ν’ ασχημονούν, να παραβιάζουν τις αμετάθετες αρχές της λογικής και της αισθητικής ; Αυτοί που τους λέμε αναγνωστικό κοινό μας έχουν εκδώσει κιόλας την απόφαση τους. Καταδίκασαν ανέκκλητα τις ποιητικές τούτες παρωδίες. Μένει να κάμουν το χρέος τους και οι υπεύθυνοι άνθρωποι των γραμμάτων μας, αυτοί πού έδωσαν ένα έργο και δε θέλουν να τους το γκρεμίσουν (ας μην έχουν, αλήθεια, καμιά εμπιστοσύνη σε γενεά καταλυτών), καθώς και οι εν μέρει υπόλογοι της ανωμαλίας κριτικοί, ακόμα και οι φιλότεχνοι πού εκδηλώνονται προφορικά. Στη θρασύτατη αυτή επιδρομή, σ’ αυτή την οργανωμένη επίθεση (που ο Θεός να μας συχωρέσει, αλλά σ’ εμάς θυμίζει τάγματα εφόδου !) πρέπει και η απάντηση και η άμυνα, χωρίς αναβολή, να είναι ραγδαία. Δε χωρούν άλλο ημίμετρα και υπεκφυγές. Οσοι νιώθουν πως γίνεται μια προσβολή στην ιδέα της τέχνης πρέπει να λάβουν μέρος με ζήλο στη σταυροφορία. Με τους περισπασμούς και τις καθυστερήσεις μας αυτοί κέρδισαν έδαφος. Τα ζιζάνια πλήθυναν στον αγρό της παραβολής και κοντεύουν να πνίξουν το σπόρο τον αγαθό. Η ανοχή μας τα στοίχιωσε, η σιωπή μας τα θράσεψε.

Είναι καιρός να μπουν στη θέση τους οι κοσμικές κυρίες με τα τόσο ελληνόπρεπα βαφτιστικά τους Μάτση, Τίγκη κλπ.) που βρήκαν την ποίηση για να της αποθέσουν την ξενομανία τους, καθώς και οι διάφοροι Δικταίοι, που από δακτυλοδεικτούμενοι της τέχνης (εξαιτίας των παρεκτροπών τους) πέτυχαν την περίσταση για να μας παριστάνουν το νομοθέτη και τον τιμητή. Αρκετά κακοπάθησε ή ποίηση και η τεχνοκριτική απ’ όλους αυτούς. Ήρθε πια η σειρά των άλλων να το δείξουν, των γνήσιων κληρονόμων της εθνικής μας παράδοσης, που είχαν αιφνιδιαστεί για μια στιγμή απ’ αυτές τις βαρβαροφωνίες, σεμνοί λειτουργοί καθώς έλαχαν της τέχνης. Ας μην εμπιστεύονται μοιρολατρικά στον κριτή χρόνο. Μόνος του εκείνος, χωρίς την ενεργητική συμπαράσταση του ανθρώπινου παράγοντα, δεν κάνει θαύματα. Τέτιες πρωτοχριστιανικές αντιλήψεις δε συμβιβάζονται με τη σημερινή αποδοχή της ευθύνης, σαν υποχρεωτικής συμβολής του καθενός μας στη λειτουργία του κοινωνικού οργανισμού.

Γράψαμε τα παραπάνω με πόνο ψυχής, από διάθεση ανένδοτη να φάνουμε χρήσιμοι και στο σαστισμένο κοινό και στους παρασυρμένους ποιητές, προπάντων στους αρχάριους που δεν έχουν κυλήσει ακόμα για καλά στον κατήφορο της ευκολίας, στον κυκεώνα της προσποίησης, στην ξεσκεπασμένη ταχυδακτυλουργία. Κανέναν δεν πρόκειται να ξεγελάσουν σ’ αυτόν τον τόπο των έξυπνων ανθρώπων. Διψάμε στ’ αλήθεια για το καινούργιο, μα πιο πολύ για το γνήσιο, το αληθινό. Καμιά σχολή και τεχνοτροπία δε μπορεί να κατασκευάσει ποιητές. Ό καθένας ανακαλύπτει μονάχος του την έκφραση που του ταιριάζει και που βρίσκει ανταπόκριση, τότε, απ’ τον πνευματικό του κύκλο. Ποιητής που δεν αξιώνεται να τον παρακολουθούν δεν αξίζει. Ας μην υποτιμούμε την καλαισθησία και τη σχετική κρίση των απλών ανθρώπων. Αυτοί καταλαβαίνουν πολύ περισσότερο απ’ όσο φαντάζονται οι περιφρονητές τους. Καλά θα κάμουν οι νέοι μας ν’ απαλλαγούν από την ψώρα που τους κόλλησαν ξιπασμένοι οδηγοί και καταδικάζοντας τα ολέθρια διδάγματα της ξενομανίας να ξαναγυρίσουν στις εθνικές μας πηγές, στην αστείρευτη παράδοσή μας, που έχει για όλους αυτή και κανέναν δεν αδικεί. Από έναν αμφίβολο πειραματισμό, από ένα κυνήγημα πρωτοτυπίας είναι προτιμότερη η τίμια δουλιά, η διακριτική δημοσιότητα.

Η μοντέρνα ποίηση δεν ωφελεί κανέναν, μονάχα συσκοτίζει και παραπλανά μερικούς. Κι αν δεν ήταν απ’ την αρχή τέτια, έγινε σιγά σιγά όργανο εκείνων που θέλουν να κρατήσουν την τέχνη μακριά απ’ το λαό ή ακόμα να την κάμουν στα μάτια του ύποπτη, ώστε να μην πλησιάζει βιβλία ποιητικά. Οι αντιλαϊκοί αυτοί παράγοντες, οι πράκτορες του σκοταδισμού, μη μπορώντας πια ν’ αποκλείσουν απ’ τα κείμενα του λόγου την ομιλούμενη γλώσσα, όπως παακίζανε να κάνουν οι προγονοί τους οι καθαρευουσιάνοι, ανεξάντλητοι κι ετούτοι σε τερτίπια, βρήκαν άλλο μέσο για να εμποδίζουν τήν επικοινωνία των πολλών με την ακτινοβολία του στίχου. Γέννημα αυτής της νοοτροπίας είναι η τεχνητή ερμητικότητα κι ο εθελημένος παραλογισμός της δήθεν νέας ποίησης. Αλλά έτσι μονάχα η αντίδραση εξυπηρετείται. Θα ήταν πολύ ανόητοι εκείνοι που θα πίστευαν στα σοβαρά πως μπορούν με τέτια κακόμορφα κατασκευάσματα, με τέτιες στρεβλώσεις της λογικής και παρωδίες της ποίησης, πως μπορούν να επηρεάσουν κανέναν ιδεολογικά ή έστω και να τον ψυχαγωγήσουν, να του μορφώσουν το γούστο. Οι Ελληνες που συγκινούνται απ’ τον ποιητικό λόγο περνούν με αηδία, και κάνουν καλά, μπροστά σ’ αυτές τις αναιδείς απόπειρες διασυρμού της τέχνης. Αλλά τα συμπεράσματα που βγάζουν για την ολότητα των τεχνιτών δεν είναι καθόλου ευνοϊκά για τους δεύτερους.

Είναι καιρός ν’ αποκηρύξουν οι νέοι μας αυτά τα κακά παραδείγματα, ν’ απομονώσουν σαν κασιδιάρηδες αυτούς τους κλασικούς καφενόβιους που παριστάνουν τους δαιμονιακούς ή τους άλλους, τ’ αρχοντόπουλα, που κοιτάν με μονύελο τη φτωχή μας πατρίδα. Αν οι ίδιοι βαρέθηκαν να περπατούν κανονικά και θέλουν να βαδίσουν με τα τέσσερα, αν προτιμούν τα τραυλίσματα και τις κραυγές του ζώου από το αρμονικό ταίριασμα του λόγου, ας τους αφήσουμε χάρισμα παρόμοιους νεωτερισμούς. Η σήψη που άρχισε από ορισμένα στρώματα, που εκδηλώθηκε σε κάτι άρρωστα μυαλά, δεν υπάρχει λόγος ν’ απλωθεί προς τα κάτω, να προσβάλει και τις ρίζες (το καρκίνωμα έφτασε ως τη Θεσσαλονίκη, ίσαμε την ώρα). Ας αφήσουμε αυτές τις ενδείξεις του αριστοκρατισμού σε όσους παθαίνονται για μεγαλεία. Οι αγνοί νέοι μας, όσοι δε φοβούνται μην τους πουν επαρχιώτες επειδή τιμούν τα πατρογονικά τους, αυτοί έχουν ανοιχτό μπροστά τους ολόκληρο στάδιο για να διακριθούν. Μπορούν ν’ αντλήσουν από τη νεώτερη μυθολογία μας, από τη σύγχρονη ζωή μας, πλούσια θέματα, μεταλλεία αισθημάτων, που με κατάλληλο δούλεμα, με επένδυση προσωπική, έχουν τη δυνατότητα να γίνουν ακόμα και μεγαλουργήματα. Ας γλυτώσουν μονάχα απ’ τη μοντέρνα τέχνη, αυτήν τη λώβα του λόγου, την εκμαυλίστρια προαγωγό,  που ατιμάζει την εθνική μας παράδοση, που πλαστογραφεί και το αίτημα της προόδου.

Αυτά είχαμε να πούμε σε γνωστούς και αγνώστους, δεξιά κι αριστερά, με την πικρή γλώσσα της αλήθειας. Αν τυχόν προβληθούν αντιρήσεις, αν μάλιστα ακολουθήσει και πολεμική, θα βρεθούμε έτοιμοι ξανά στη θέση μας ύστερ’ απ’ αυτή την πρώτη κρούση.

Μάης 1950.

1
Posted in Αρθρα |

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος E

Δευτέρα, Ιουλίου 4th, 2011

3) Διαστρεβλώνονται επίτηδες τα νοήματα και οι εκφράσεις. Κάποιος δαίμονας τους σφύριξε στ’ αυτί, κι αυτοί το έδεσαν κόμπο από τότε, πως το απλό είναι και εύκολο και πως γι’ αυτόν το λόγο δεν έχει αξία. Γιατί να γράψω φυσικά και στρωτά ; σού λέει κάθε ποετάστρος. Ετσι κινδυνεύω να γίνω Πολέμης και Δάφνης, να ξεπέσω στο επίπεδο των στίχων του ημεροδείκτη. Αν όμως σφίξω το μυαλό μου ή αφήσω το χέρι μου ν’ αραδιάσει ασάφειες, μπερδεμένες έννοιες, τότε μπορεί να περάσω για σπουδαίος. Γιατί απ’ τους κλασικούς μνημονεύουν τόσο τον Ηράκλειτο ; Επειδή βέβαια ήταν σκοτεινός. Γιατί φημίζεται ο Ισπανός Γκόγκορα ; Μας το εξηγεί το επώνυμό του : «άγγελος της σκοτεινιάς». Γιατί σκύβουν όλοι απάνω στο Μαλλαρμέ ; Τους αλάλιασε με τον ερμητισμό του, με την εφτασφράγιστη σολωμονική του. Εμπρός λοιπόν να τους μοιάσουμε. Κάτι που μου έρχεται στην αντίληψή μου απλό, τετρακάθαρο, θα το κάμω είδος αλγεβρική εξίσωση, για να βάλει σε σκέψη τους αφελείς και να τους κάμει να υποθέσουν χίλια δυό. Μ’ αυτήν τη μέθοδο η μετριότητα κι η κοινοτοπία, φορώντας λεοντή, σκέφτηκαν να περάσουν για βαθύνοια αδιαπέραστη. Και για να δοκιμαστεί αυτή η υψηλή πανουργία, ο αναγνώστης μπαίνει σε μια πρόσθετη ταλαιπωρία. Ανθρωποι που σε κανονικές περιστάσεις θ’ αξιώνονταν την τιμή μονάχα του καλάθου των αχρήστων, παριστάνουν τώρα τους ανεξιχνίαστους βαθυρήμονες και μόνο που δε ζητάν ερμηνευτικά υπομνήματα για τα γραφτά τους.

4) Η πεμπτουσία της ψνχής γίνεται κατακάθι του λόγου. Κήρυξαν αμείλιχτο πόλεμο της λογικής, που της φόρτωσαν όλη τη φτώχια της ποίησης. Οι πιο διαβασμένοι στηρίχτηκαν και σε κάποιο χωρίο του Πλάτωνα, που θέλει τον ποιητή μαινόμενο απάνω στη δημιουργική του ώρα. Σύμφωνοι κατ’ αρχήν,  λίγη τρέλα δε θα πείραζε το στιχουργό.

Ξεκινώντας όμως από κει, πως η νηφαλιότητα δεν αναδείχνει το λυρισμό, φτάσαμε σε συνέπειες εξωφρενικές. Με το πρόσχημα πως πρέπει ν’ απαλλαγούμε από την κυριαρχία του λογικού, ν’ αφήσουμε ελεύθερη διέξοδο στον ψυχικό μας πλούτο, σια πάθη μας τα φυλακισμένα απ’ τις λογής απαγορεύσεις, με την αποδέσμευση τάχα του υποσυνείδητου και την αυτόματη γραφή, καταλήξαμε να εκφραζόμαστε σαν τους ακαλλιέργητους η τούς ανισορόπους. Πολλά γραφτά μαρτυρούν αμουσία και άλλα παραλογισμό. Οχι μονάχα δεν προσθέτουν τίποτε στις πνευματικές μας επιδόσεις, αλλά κατεβάζουν τη στάθμη του λόγου στο επίπεδο των αγραμμάτων. Κι ενώ μοιάζουν με προϊόντα ψυχοπαθών, δεν έχουν ούτε αυτή τη δικαίωση, γιατί οι συγγραφείς των, γνωστοί κατεργαραίοι, δεν είναι πραγματικοί φοιβόληπτοι, αλλά κάνουν — σε ποιους ;—την παλαβή.

5) Καταλύσαν τα γνώριμα θέμαια και πλανιόνται στο κενό. Κήρυξαν σε κατάσταση αποκλεισμού τις υποκειμενικές εμπνεύσεις, τον κύκλο των οικείων μας αισθημάτων, γιατί το ατομικό είναι γι’ αυτούς ασφυκτικό, και με το πρόσχημα της αναζήτησης οικουμενικών, πανανθρώπινων συγκινήσεων απογύμνωσαν την ποίησή τους από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο. Το αίτημα της φυγής έγινε το πρώτο άρθρο της ποιητικής τους. Όλο φεύγουν, τραβούν γι’ αλλού και πουθενά δεν καταλήγουν, όντας ανερμάτιστοι. Πάντως απομακρύνονται ολοένα απ’ την Ελλάδα και τον άνθρωπο. Με την κουφότητα που έχουν ν’ απευθυνθούν σε όλο τον κόσμο, να γίνουν ίσως διεθνείς φυσιογνωμίες, με τη γενικότητα των προθέσεών τους που τους παρασέρνει στην αοριστολογία, είναι φυσικό να μην κινούν το ενδιαφέρον ούτε των ομοεθνών τους, που τους πληρώνουν την ακαταδεξία με ανάλογη στάση.

Πραγματικά, όταν διαβάζει κανείς σημερινούς στίχους, απ’ αυτούς που περικλείνουν δήθεν την αγωνία και το δράμα της εποχής μας, αναρωτιέται γιατί αυτά τα ποιήματα να γράφονται στη γλώσσα μας, αφού δεν έχουν τίποτε το ελληνικό. Μα κι οι ξένοι λαοί θα τα περιφρονούσαν, σαν είδος απάτριδα ή έκθετα.

6) Γελοιοποιούν κιόλας την ιερή μας παράδοση. Ενώ περιφρονούν τόσο βαθιά τη γλωσσική ορθοδοξία και την ποιητική κληρονομιά μας, ενώ δεν κοιτάνε να μοιάσουν σε τίποτε με τους φιλολογικούς των προγόνους, θυμούνται ωστόσο μέσα στα μπαστάρδικα γραψίματά τους (απ’ όπου κατάργησαν ακόμα και τη στίξη και τα κεφαλαία, για να μοιάσουν ίσως έτσι του στρατηγού Μακρυγιάννη ή των αγράμματων ανθρώπων, αλλά το βεβαιότερο είναι από ευρωπαϊκή μόδα), θυμούνται ωστόσο κάπου κάπου αυτοί οι υπόδουλοι της επιτήδευσης πως υπάρχει πίσω τους δημοτικό τραγούδι και ρίχνουν κανένα στίχο του ή απομίμηση δημοτική, έτσι σαν τσαλίμι άξιου χορευτή, μέσα στα χωρίς εθνικότητα γραφόμενά τους. Αναφέρουν και ηρωικές μορφές, ιστορικά γεγονότα μας, για επίδειξη ίσως πρωτοτυπίας, για δημιουργία αντιθέσεων. Μα αυτός ο αχρείαστος πατριωτισμός τους και αυτή η συγκατάβαση προς τα λαϊκά τονίζει πιο πολύ το χαρακτήρα της όλης ασέβειάς τους.

7) Mε τη διάλυση του ύφους, δεν ξεχωρίζουν πια ο ένας απ’ τον άλλον. Αλλοτε κάθε ποιητής με την επιμέλεια του λεκτικού του, με το διάλεγμα των μέτρων, ακόμα και με τις ομοιοκαταληξίες, που τούς έδινε κάτι απ’ την επινόηση και την ευφυία του, προσπαθούσε και φιλοτιμιόταν να βάλει παντού την προσωπική του σφραγίδα. Ετσι ο αναγνώστης πολλές φορές δε δυσκολευόταν ν’ αναγνωρίσει σε ποιόν ανήκαν οι στίχοι και χωρίς τη βοήθεια της υπογραφής. Σήμερα, με την αναστολή όλων των τεχνικών επιτεύξεων και προϋποθέσεων, που θεωρήθηκαν μικρόχαρες για τα υψηλά πετάγματά τους, οι ανατροπείς αυτοί των φιλολογικών θεσμίων, όχι μονάχα αποκλείουν κάθε έλεγχο και σύγκριση των γραφτών τους με βάση και γνώμονα τις γνωστές μας μεθόδους και απαιτήσεις, αλλά επεκτείνοντας τις παραβιάσεις τους ως το χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας ιδιοποιούνται ασύστολα ο ένας τα σχήματα και τις εκφράσεις του άλλου. Ετσι τα περίφημα ευρήματα π.χ. των ποιητών του Αίγαίου έγιναν με την αντιγραφή κοινό κτήμα. Οι πρωτεργάτες του κινήματος τιμωρήθηκαν για τις ανόσιες εμπνεύσεις τους με το να μη διαφέρουν ούτε μορφικά (αφού η ουσία έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει) από το πλήθος των ζηλωτών και μιμητών τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο πραγματοποιήθηκε στον τομέα της τέχνης μια συγχώνευση, ομαδοποίηση και προσωποκατάργηση από τις πιο απίθανες και αποτρόπαιες στην ιστορία των γραμμάτων.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε απαριθμώντας σε παραγράφους όλα τα γνωρίσματα και τα ελαττώματα αυτών των στίχων που δεν είναι στίχοι- αλλά τί ωφελεί; Το αποτέλεσμα είναι θλιβερό και για τούς ίδιους και γενικά για ταν τέχνη μας. Η ποίησή μας όχι μονάχα δεν πλουτίζεται με τέτια, αλλά ξεπέφτει σε μια κατάντια που ίσως δεν ξαναγνώρισαν τα γράμματά μας. Οι συλλογές κυκλοφορούν μεταξύ των κριτικών και των ομότεχνων του ποιητή —όχι όλων, των σχισματικών εννοείται,— χωρίς ν’ αγοράζονται από κανέναν, χωρίς να σημειώνουν απήχηση στο κοινό. Οι φιλότεχνοι αηδιάζουν μπροστά τους ή το πολύ κάνουν κέφι. Αν εξαιρέσει κανείς μια μικρή ομάδα, ένα στενό κύκλο μυημένων, δηλαδή κατά συνθήκην πιστών, οι υπόλοιποι έχουν φράξει  τ’ αυτιά τους σε τέτιες κακοφωνίες. Και ποιος αμερόληπτος κριτής μπορεί να τους κατηγορήσει ; Μονάχα κλούβια μυαλά επιδοκιμάζουν τέτια εξαμβλώματα. Ανθρωποι με σωστό, άβλαβο γούστο δεν υπάρχιι τρόπος να συγκινηθούν ποτέ, να ευχαριστηθούν καν, από παρόμοιες ασχημίες. Ετσι οι μεγαλοπιανούμενοι ελευθεροστιχίτες μας δεν έχουν ούτε τους αναγνώστες του Αχιλλέως Νέη και του Σπύρου Ματσούκα, εφόσον εκείνοι, μέτριοι βέβαια στιχοπλόκοι, διαθέταν όμως τον κοινό νου και απευθύνονταν πάλι στον κοινό νου, που απ’ αυτόν αρχίζει το ανέβασμα στην κλίμακα την ποιητική.

 

0
Posted in Αρθρα |

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος Δ

Κυριακή, Ιουλίου 3rd, 2011

Ζητούμε άραγε ν’ αποκλείσουμε τους πνευματικούς μας εργάτες και τους ανήσυχους νέους μας από τις ευρωπαϊκές επιδράσεις, από τη μελέτη υποδειγμάτων ανώτερου ποιού; Οχι, δεν κηρύττουμε καθυστερημένα καμιά ανεδαφική απομόνωση, καμιά ουτοπική αυτοτέλεια. Τα πνευματικά σύνορα είναι ανοιχτά και με τη βοήθεια των γλωσσών, με τη διάδοση των μεταφράσεων, με την παρακολούθηση του ξένου τύπου, μπορεί κανένας, και επιβάλλεται μάλιστα, να ενημερώνεται ως προς την εξέλιξη και ιην πρόοδο της λογοτεχνίας σε άλλες χώρες πιο αναπτυγμένες, πιο απερίσπαστες απ’ τη δική μας. Στο κεφάλαιο της τεχνικής προπάντων, ακόμα και της θέσης των προβλημάτων, έχουμε πολλά να διδαχτούμε από τους Ευρωπαίους —και τους Αμερικανούς, φυσικά— , που προηγήθηκαν από μας στον πολιτισμό, στην καλλιέργεια των τεχνών και του λόγου. Αλλ’ αυτές οι εξερευνήσεις πρέπει να γίνονται με απαρασάλευτο προσανατολισμό στην ελληνική πραγματικότητα, στις γύρω μας ανάγκες και στις ατομικές μας δυνατότητες. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να θυσιάσουμε την ιθαγένεια και την ιδιοτυπία μας στο βωμό της μόδας, εν ονόματι του συγχρονισμού. Θα εκμεταλλευτούμε τους ξένους, αλλά δε θ’ αποροφηθούμε απ’ αυτούς. Ετσι έκαμαν ο Κοραής και ο Ψυχάρης, που πέρασαν όλη τη ζωή τους στο πιο λαμπρό κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού κι όμως διατήρησαν εκεί ατόφια την ελληνικότητά τους. Με το ίδιο πνεύμα αγλάισαν τη λογοτεχνία μας —για ν’ αναφέρουμε δυό ακόμα παραδείγματα—- ο βαθυσπούδαχτος Βιζυηνός κι ο πολυδιαβασμένος Παπαδιαμάντης. Μελέτησαν άραγε κα φωτίστηκαν βαθύτερα από κείνους οι φραγκότροποι λο-γοτέχνες μας, οι ανερμάτιστοι κοσμοπολίτες ;

Ας δούμε όμως από κοντύτερα τι ζητούν οι οπαδοί της καινούργιας ποίησης και, το κυριώτερο, με τί μέσα θέλουν να επιβάλουν τις απόψεις τους. Η έκθεση θα είναι κατ’ ανάγκην κάπως σχηματική, αφού δε χρησιμοποιούμε αυτούσια κείμενα, ίσως όμως πιο ξεκάθαρη απ’ όσο θα μπορούσαν να το κάμουν οι θεωρητικοί απολογητές τους.

Ο καθιερωμένος στίχος, λεν, είχε αποτελματωθεί. Επρεπε να πέσει μια πέτρα στα στεκούμενα νερά του, για ν’ αναταραχτούν. Οι αναγνώστες βαρέθηκαν τη ρίμα τη κουδουνιστή, τη μελωδία που ξαναγυρνούσε με στερεότυπη κανονικότητα. Χρειαζόταν μια προσπάθεια για να υποκατασταθεί αυτή η παμπάλαια τυμπανοκρουσία μ’ έναν εσώτερο ρυθμό. Αλλά, το κυριώτερο, έπρεπε να εξουδετερωθεί η δυναστεία της λογικής, που φυλάκιζε, στέγνωνε την έμπνευση. Η αποδέσμευση των ενστίκτων, το μεγάλο κατόρθωμα του Φρόυντ και των συνεχιστών του, ήταν καιρός να πραγματοποιηθεί και στην περιοχή της τέχνης. Αρκετά μας απασχόλησαν τα θέματα και οι περιγραφές, οι εξωτερικότητες και οι αισθηματολογίες, ια ευκολοσύλληπτα και χιλιοειπωμένα. Ό,τι σχετίζεται με την πεζολογία, ότι αποτελεί συνάρτηση έμμετρη της ηθογραφίας, πρέπει να δώσει τη θέση του σε μια χαλαρώτερη έστω διάρθρωση των νοημάτων, αλλά με βαθύτερο συνειρμό, με απόκρυφη αλληλουχία, στην ανάγκη και με παράτολμους διασκελισμούς, για να διασωθεί το σπουδαίο, να αποδοθεί το καίριο : η καθαρή ουσία του λυρισμού, η καθαυτό υφή του, που τη συνιστούν οι ονειρικές καταστάσεις, τα σκιρτήματα του υποσυνείδητου. Προκειμένου να βγουν στην επιφάνεια αυτά τα κρυμμένα κοιτάσματα, οι ψυχικοί θησαυροί, μπροστά στις εικόνες και στα οράματα που ζητάει η σύγχρονη αισθητική, ας θυσιαστούν τα θέματα κι οι Ιδέες με τους δεκαπεντασύλλαβους και τις ομοιοκαταληξίες τους. Το νέο υλικό θέλει και νέα έκφραση. Η άβαρη ουσία απαιτεί ανάλαφρο χειρισμό. Η ενδοσκόπηση και η βυθομέτρηση θα γίνουν από θαρραλέους δύτες, με όργανα αμεταχείριστα ως τώρα. Αξίζει να δοκιμαστεί μια αλλαγή μεθόδων για να καταχτηθεί ένας άγνωστος χώρος, η νέα γη του λυρισμού.

Αυτά ισχυρίζονταν, μέσες άκρες, όσοι γύρευαν ανανέωση της ποίησης ριζική, επανάσταση στο στίχο, που κατά βάθος όμως ήταν μόνο φραστική, δεν προχωρούσε πέρα από το άλλαγμα της μορφής. Ολα τ’ άλλα που επικαλούνταν ήταν προφασιστικά, για να σκεπαστεί η κενότητα του εγχειρήματος, όπως αποδείχτηκε από την εφαρμογή. Κάτω απ’ τις μεγαλεπήβολες επαγγελίες κρύβονταν ένα συνηθισμένο τέχνασμα, μια επίφαση ανατροπής, μια φενάκη του λόγου, θα μεταβάλλονταν τάχα, θα μπερδεύονταν όλα, μα η μετατόπιση θάμενε επιφανειακή, εφόσον η ουσία δε θα θίγονταν καθόλου.

Ώστε —θα ρωτήσει κανείς— σ’ αυτή την πρωτοποριακή τάση δεν υπήρχαν προθέσεις ανάλογες, ιδέες ριζοσπαστικές, που επόμενο ήταν να θέλουν και περίβλημα καινούργιο; Το παράδειγμα του Μαγιακόφσκι, που συνδύασε τον επαναστατικό του οίστρο με μια έκφραση ανατρεπτική των καθιερωμένων, το υπερπόντιο σάλπισμα του Πάμπλο Νερούντα, η καθαγιασμένη μαρτυρία του Φεντερίκο Λόρκα, ακόμα και ο γείτονάς μας ο Ναζίμ Χικμέτ, άλλοι Βαλκάνιοι και Ισπανοί που δεν τους καλοξέρουμε εδωπέρα, δείχνουν πως στην αρχή του ποιητικού τούτου κινήματος, στις προδρομικές έστω μορφές του, επικρατούσαν στοιχεία στ’ αλήθεια προοδευτικά, τεχνίτες που προσπαθούσαν να εκδηλώσουν τις ιδεολογικές ανησυχίες τους με τρόπο ενάντιο στη φθαρμένη παράδοση, χωρίς ποιητικά μπιχλιμπίδια και περίτεχνα καμώματα, με μια αμεσότητα και τραχύτητα αντίστοιχη των γεγονότων. Αλλά οι συνεχιστές τους οι αλλόδοξοι νόθεψαν τις τάσεις του κινήματος, αλλοίωσαν τους αρχικούς σκοπούς του και από φύσει πρωτοπόρο, ευνουχίζοντάς το με τον καιρό, δεν άργησαν να τα μεταβάλουν στις ημέρες μας —και σε πλατύτερη κλίμακα κοντεύει κανείς να πιστέψει— σ’ ένα κούφιο σχήμα, σ’ ένα σύνθημα χωρίς περιεχόμενο, που αν δεν χρησιμεύει για παραπλάνηση, για παροχέτευση νεανικών ενθουσιασμών, πάντως εξυπηρετεί κατά βάθος την πνευματική αντίδραση μονάχα, τη μια και αδιαίρετη παρ’ όλα της τα προσωπεία.

Αυτή την αυστηρή κι ενάντια στάση μας, μπροστά στην ελληνόγλωσση τουλάχιστο μοντέρνα ποίηση, μας την επιβάλλουν οι ίδιες της οι εκδηλώσεις με τα βαριά συμπτώματά τους, που χειροτερεύουν από χρόνο σε χρόνο με την απουσία του αντίπαλου δέους. Και είναι αυτά τα σημάδια τα εξής :

1) Αγνοούν τη γλώσσα ή και την κακοποιούν εσκεμμένα. Οι πιο πολλοί απ’ τους νέους που γράφουν, δείχνουν σα να μην ξέρουν το τυπικό και τους κανόνες της δημοτικής όπως διαμορφώθηκε από την ομιλία και τη γραφτή χρήση. Τόσοι αγώνες από τον Ψυχάρη και δώθε φαίνεται σα να πήγαν χαμένοι γι’ αυτούς. Θάταν υπερβολή να πει κανείς πως δεν είναι άξιοι της γλωσσικής ελευθερίας τους ! Οπωσδήποτε δε σέβονται τη θαυμάσια γλωσσική μας παράδοση ούτε πειθαρχούν σ’ αυτήν, αλλά εισάγουν καθαρευουσιάνικα στοιχεία, λαθεμένους ή νόθους τύπους, απαράδεχτους νεολογισμούς.   Περιορίζονται στο άψυχο, το ανεπαρκές λεξιλόγιο των αστικών κέντρων και αποφεύγουν ν’ αντλήσουν απ’ τον πλούτο των ιδιωμάτων, μπολιάζοντας έτσι γενναία το γλωσσικό μας όργανο, από τον ανόητο φόβο μήπως οι ελλανοδίκες τους χαρακτηρίσουν ηθογράφους της ποίησης !  Και δεν ακολουθούν το τυπικό είτε από ασυχώρετη άγνοια είτε γιατί το θεωρούν δέσμευση που θα στένευε δήθεν την άπλα της έμπνευσής τους, θ’ αδυνάτιζε τη χάρη της έκφρασής τους.

2) Μαζί με τις ρίμες και το μέτρο έχουν εξοβελίσει σχεδόν κάθε ρυθμό. Θέλησαν να καταργήσουν την ομοιοκαταληξία, τις ισοσύλλαβες στροφές· πάει καλά. Αυτό είχε γίνει από καιρό και θεωρούνταν νόμιμο. Για να μην αναφέρουμε τους αρχαίους ( Ομηρο, ΙΙίνδαρο, χορικά των δραμάτων), που εκτός απ’ το φράγκικο στολίδι της ρίμας δεν έχουν ούτε στροφικά συμπλέγματα με την κανονικότητα των δικών μας τετραστίχων, ανάλογες τεχνικές καινοτομίες είχαν δοκιμαστεί και στη νεώτερη ποίησή μας, από επίσημους μάλιστα αντιπροσώπους της, όπως ο Κάλβος και ο Σολωμός και ο Παλαμάς (έλλειψη ρίμας και κανονικού μέτρου σε πολύστιχα ποιήματά του), ακόμα και απ’ το χτεσινό, συντηρητικό κατά τα άλλα, Αγρα (σε τελευταίες δοκιμές του). Αλλά οι νέοι μας θέλησαν να υποκαταστήσουν, λέει, τη μουσική του στίχου, τις ανιαρές επαναλήψεις της, με μια εσωτερική τάχα αρμονία, που δεν την απαντούμε όμως πουθενά. Απεναντίας σκοντάφτουμε κάθε τόσο στην απαγγελία, με αποτέλεσμα όχι μονάχα να μη μαθαίνουμε απέξω τα κείμενα (που αυτό πρέπει νάναι η απώτερη φιλοδοξία τους), αλλά να δυσφορούμε κιόλας νομίζοντας πως έχουμε μπροστά μας κακογραμμένα πεζοτράγουδα.

 

0
Posted in Αρθρα |

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος Γ

Κυριακή, Ιουλίου 3rd, 2011

Ετσι το πεδίο έμεινε ελεύθερο στους ενδιαφερόμενους και μπορούσαν πια ν’ αλωνίζουν ανενόχλητοι, εφόσον άλλοι από τους φυσικούς θεματοφύλακες δεν ήθελαν, άλλοι δε μπορούσαν και άλλοι βαριόνταν να έρθουν σε σύγκρουση με τους άφοβους τώρα ταραχοποιούς, που ήξεραν να κάνουν τη δουλιά τους τόσο με την επιδοκιμασία όσο και με την απλή ανοχή. Αρχισαν λοιπόν να ποδοπατούν την παράδοση, να χλευάζουν τους οπαδούς της και να οργανώνουν μεθοδικά πια την επιβολή και την κυριαρχία τους, έχοντας συμμάχους των και ορισμένους πεζογράφους της γενιάς του 30, που κατακεραύνωναν κάθε προηγούμενη τους επίδοση κι επιτυχία αποκαλώντας τους δημιουργούς εκείνους, αυτοί οι κακοί μιμητές, ηθογράφους και επαρχιώτες. Μέσα σε μιά τέτια σύγχυση πνευμάτων, που σκόπιμα την προκαλούσαν οι ίδιοι, τι να σου κάμει ένας Μιχαήλ Ροδάς, που διαμαρτύρονταν με την υπόκρουση του ποιητή Λαπαθιώτη χωρίς να τους ακούει κανένας !

Τα δίσεχτα λοιπόν χρόνια πού ακολούθησαν την 4η Αυγούστου, μαζί με τις άλλες βαθειές αλλαγές που έφεραν στα ήθη μας, πάντα προς το χειρότερο, με την απουσία έλεγχου και αυτοκριτικής, με την εξαφάνιση του σεβασμού προς τις πραγματικές αξίες, με τον απροσχημάτιστο παραγκωνισμό των τίμιων στοιχείων, με την τάση για τη βιαστική και ακοπίαστη ανάδειξη, μ’ εκείνο το στυγνό πνεύμα που εκθειάστηκε στην περίοδο της Κατοχής ως μαυραγοριτισμός και ανθρωποφαγία, όλο αυτό το διάστημα με τα νοσηρά του συμπτώματα, της αναστάτωσης και του ξεπεσμού, δε μπορούσαν παρά ν’ αφήσουν τα στίγματά τους και στον ευαίσθητον οργανισμό που λέγεται: λογοτεχνία, στην πεμπτουσία της, την ποίηση.

Τί βλέπουμε σήμερα γύρω μας : Σ’ ένα συναγωνισμό εικονοκλασίας, σ’ έναν οίστρο αλλοφροσύνης, σε μια κατάσταση αληθινής βακχείας του πνεύματος, οι παραζαλισμένοι νέοι μας, θύματα της ξενομανίας, εχθροί των πατροπαράδοτων, ενεργούμενα τού λεβαντινισμού, χωρίς να βρίσκουν αντίσταση από άκριτους ή άβουλους μεγαλύτερους των, βάλθηκαν να γκρεμίζουν με πάταγο τους σκουριασμένους ανδριάντες, τα παλιωμένα είδωλα, δηλαδή τα σεπτά κονιάματα των μικρών αγίων μας, των πονεμένων και πονετικών, του Βιζυηνού, του Κρυστάλλη, του Μαβίλη, του Πορφύρα, του Γρυπάρη, του Μαλακάση, του Φιλύρα, του Αγρα, όλων αυτών που μας έφερναν δάκρυα στα μάτια κι έκσταση στην ψυχή. Πόσοι άραγε από τους σημερινούς νέους καταδέχονται να τούς διαβάσουν; Οι περισσότεροι τους περιφρονούν, τους θεωρούν ξεπερασμένους, μονόχορδους, στατικούς και ό,τι άλλο τούς υποβάλλουν οι ξιπασμένοι κριτικοί τους. Αντί να μελετήσουν τους προγόνους των, αντί να διδαχτούν από τους πατέρες των, αόμματοι και ασεβείς, εκστασιάζονται και παραληρούν μπρος στήν Ερημη Χώρα, ακατανόητο κείμενο αγγλοαμερικάνου ποιητή, που τη θεωρούν ένα είδος ποιητική Αποκάλυψη, επειδή ίσα ίσα δεν καταλαβαίνουν ούτε μια παράγραφό της. Είναι οι ίδιοι δηλαδή, του ίδιου κύκλου, που προχτές παρίσταναν τους αποκρυπτογράφους του Βαλερύ και παραπροχτές συγ-κινούνταν με τις σφιγγώδεις εμπνεύσεις του Μαλλαρμέ σα νάταν ομογάλακτοι αδελφοί του. Πάντα στους μαιάνδρους και στις καταχνιές, μακριά απ’ την ξαστεριά και την ισιάδα !

Κι επειδή παραμερίστηκε η λογική σαν αντιποιητικό στοιχείο, επειδή αφέθηκε να ενεργεί το αγελαίο ένστικτο της μίμησης, τρέχουν όλοι τους να βαφτιστούν στα νάματα της κολυμβήθρας αυτής του Σιλωάμ ή κάνουν μεταμοσχεύσεις ελεύθερου στίχου κατά τη μέθοδο του Βορονώφ, άνθρωποι μεσόκοποι ή ηλικιωμένοι που σταδιοδρόμησαν ή δεν τα κατάφεραν ως παραδοσιακοί και νόμισαν πως βρέθηκε πια το φάρμακο της ποιητικής ανανέωσης και του σφρίγους. Εθελοντές της δόξας και βετεράνοι του θορύβου τρέχουν πατείς με πατώ σε σ’ αυτά τ’ απίθανα χρυσωρυχεία, καμιά φορά κιόλας μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος πρωτοανακάλυψε τις χρυσοφόρες φλέβες (πρόλογος του Γ. Βαφόπουλου στην τελευταία συλλογή του). Στην ομαδική αυτή υστερία παρουσιάζονται και κρούσματα μεγαλομανίας, περιπτώσεις ψευδαισθήσεων και άλλα τέτια, που θα ήταν στ’ αλήθεια διασκεδαστικά και θάκαναν μαζί τους χάζι οι πικραμένοι του καιρού μας, αν το θέαμα τούτο δεν είχε και τη θλιβερή πλευρά του —αν τό μίασμα, μένοντας απολέμητο, δεν απειλούσε ολοένα να μολύνει τα νιάτα.

 

Πραγματικά, τί θέλετε να κάμει ένας νέος που αισθάνεται μέσα του τα πρώτα κεντρίσματα της δημιουργίας, τη φαγούρα του στίχου, όταν βλέπει τί ποιήματα δημοσιεύουν τα φύλλα μας, τί συλλογές επαινούν οι κριτικοί μας ! Ανώριμος είναι ακόμα, χωρίς αυτοπεποίθηση, σκέφτεται πως οι πρεσβύτεροι κι ανώτεροί του θάχουν δίκιο, πως η παραδεγμένη ρυθμοποιία ξόφλησε πια, πως το μέλλον και το συμφέρο του βρίσκονται στον ελεύθερο στίχο, πως το καλύτερο που έχει να κάμει είναι ν’ αποτινάξει τα δεσμά της παράδοσης και να τραβήξει πανελεύθερος, αχαλίνωτος, μην υπακούοντας πια στη συνείδηση, αλλ’ αφημένος να τον ελαύνει το υποσυνείδητο, για να κατακτήσει το άπειρο, ήγουν το κενό. Έτσι τους τάζουν οι ψευτοπροφήτες, πως θα κερδίσουν την οικουμένη και την αιωνιότητα, αν αρνηθούν τη μικρή τους πατρίδα και τον ίδιο τους τον εαυτό, τη φυσική τους κλίση. Μ’ αυτόν τον τρόπο, χειραφετημένοι προς την ασυδοσία, απομακρύνονται από την γνησιότητα και το πάτριο χώμα, γίνονται ξενόπιστοι σε γης ελληνική. Κι ενώ διαφέρουν στα δόγματα, στις ιδεολογικές αρχές, ενώνονται όμως με την κοινή τους ασέβεια προς την παράδοση. Μονάχα για να καθησυχάσουν τους ενδοιασμούς επικαλούνται μεγαλόφωνα οι μεν τον Έλιοτ, οι δε το Λόρκα, τους επώνυμους της συντεχνίας. Ετσι φαντάζονται πως εκπληρώνουν τους τόπους της λατρείας, πως δεν υπάρχει καμιά παράλειψη στο τυπικό.

Μα στα θεό σας — τούρχεται κανενός να ξεφωνίσει— τί αναλογίες έχουμε εμείς, αγγόνια φιλολογικά του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, φλέβας αρματολικής, πολέμαρχου του στίχου, μ’ Εγγλέζους και Σπανιόλους, που κρατάν από αιώνων γενιές, από ποιητικά αρχοντόσογα, Θερβάντες και Σαίξπηρ ! Η γλώσσα εκείνων τρίφτηκε στο μεταξύ, τα μέτρα τους πάλιωσαν και ξεθώριασαν, τα καλούπια τους ράγισαν από την πολλή παραγωγή. Και είναι ίσως δικαιολογημένοι, μπορεί να μπούχτισαν οι άνθρωποι, γι’ αυτό γυρεύουν αλλαγές, καινοτομίες, ακαταλαβίστικα. Ο κόρος τους ήρθε αναπότρεπτα, φυσιολογικά, έπειτ’ από μια πνευματική εξάντληση. Μα εσύ, ορθόδοξε ρωμιέ, πεινασμένε για ψωμί, πού λέει ο λόγος, αχόρταστε από μπομπότα, πώς σου ρέχτηκε στα καλά καθούμενα για παντεσπάνι και πουτίγκα; θα ήταν αστείο να μας προβάλεις πώς είσαι κι εσύ αψίκορη φύση σαν τούς παλιούς ευρωπαίους. Οχι, δε μοιάζεις διόλου μπλαζέ (για να μιλήσουμε στη γλώσσα σου), είσαι ένας σκέτος σνομπ και  τίποτε  άλλο.

Έχει γούστο να μας πείσει τώρα κάθε καραγκούνης βλαχοδήμαρχος της τέχνης πώς δεν του κατεβαίνει χαψιά άμα δε διαβάσει λίγο Λωτρεαμόν και Ρεμπώ — ψωμοτύρι μας έγιναν μαθές— ή το χωριατόπουλο της Γορτυνίας που φορούσε στο γυμνάσιο τσαρούχια με φούντες (αυτό δεν ήταν ντροπή, αλλά ο ίδιος θα ντρέπεται γι’ αυτό) πως δε βρίσκει αλλού ψυχική ανταπόκριση, ο τσαμένος. παρά μόνο στα περισπούδαστα αλαμπουρνέζικα του Εζρα ΙΙάουντ, λέει, επίσημου προδότη σημειωτέον και τροφίμου ψυχιατρείου!

Εκεί καταντήσαμε μ’ αυτόν τον κατήφορο· ν’ απαρνηθούμε τη δημοτική μας ποίηση και τον Ερωτόκριτο (εννοούμε τη ζωντανή του επιροή και όχι την ανάλυσή του σε δοκίμια), να ξεχάσουμε το Βηλαρά και τούς Επτανήσιους, την Αθηναϊκή σχολή μ’ έναν Παλαμά, δηλαδή όλη την ποιητική κληρονομιά μας, τις ριζιμιές πέτρες της ελληνικής ποίησης, για να κυνηγάμε ίσκιους άπιαστους στους σκοτεινούς δρυμούς και στις ομίχλες του βορρά, να οπτασιαζόμαστε μεσημεριάτικα Ρίλκε και Μιλόζ, Απολλιναίρ και Ούγκαρέτι, ακόμα και Γιαπωνοκινέζους, για να συμπληρωθεί αντάξιά του αυτός ο πύργος της Βαβέλ, το μνημείο της σύγχυσης και της χρεωκοπίας τού πνεύματος. Σέ όλα ανατρέχουν, όλα τ’ αναδιφούν, ή καλύτερα σχηματίζουν διαδήλωση γύρω από καθέναν πού θ’ ακούσουν πώς ήταν πρόδρομος του νέου αποκρυφισμού, μακάρι κι αν αυτός λέγεται Αγιος Αυγουστίνος ή Φραγκίσκος της Ασσίζης ή Ιωάννης του Σταυρού. Ολα τους ενδιαφέρουν, όλα τα επικροτούν, φτάνει νάχουν μέσα τους ασάφεια και διαστροφή, περιτέχνηση και παραλογισμό. Οι εθνικές μας αρετές, ή ελληνική προπαίδεια είναι κάτι που βιάζονται να τα λησμονήσουν, αφού δεν υπάρχει τρόπος να τα εξαφανίσουν, για να μην τους θυμίζουν πως αυτοί προέρχονται από έναν πρωτόγονο τάχα λαό με ανεπάρκεια λόγου και με υποτυπώδες ύφος.

 

 

0
Posted in Αρθρα |

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος Β

Σάββατο, Ιουλίου 2nd, 2011

Tο ζήτημα των ξένων επιδράσεων δεν ήταν κάτι που μόλις τώρα έμπαινε στα γράμματά μας, και μάλιστα τον έμμετρο λόγο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Από τις αρχές του αιώνα μας σημειώνεται κιόλας μια ζωηρή ζύμωση γύρω από τις ιδέες και το γράψιμο του Νίτσε, με αποτέλεσμα να φανούν και στον ορίζοντά μας οι πρώτες γερμανότροπες νεφώσεις δια μέσου του λιγόζωου και άγουρου Γιάννη Καμπύση (αλλά και αργότερα, κάπως κατασταλαγμένες πια με τον Κώστα Χατζόπουλο).   Ανάλογη άβαθη αναταραχή έφερε υστερώτερα σ’ έναν ορισμένο κύκλο μας και η προκλητική εμφάνιση με τα σχετικά σκάνδαλα του Όσκαρ Ούάιλντ, που έδωσε αφορμή στις πρώτες εκδηλώσεις ενός άγονου αισθητισμού και στο δικό μας τόπο. Το αξιοσημείωτο είναι πως αυτές τις επιροές τις δέχονταν πολλοί, από λόγους ενημέρωσης εννοούμε, ενώ  τις παρουσίαζαν έκδηλες στα γραφτά τους μονάχα όσοι δε μπορούσαν νάα τις αφομοιώσουν οργανικά, οι λυμφατικοί της λογοτεχνίας.

Το φαινόμενο τούτο άρχισε να παρατηρείται σε μεγαλύτερη κλίμακα κατά τις παραμονές του δεύτερου πολέμου, που μας έλαχαν εδώ μαζί με τη δικτατορία, ή και λίγο πρίν. Από τότε χρονολογούνται στη γλώσσα μας τα πρώτα δείγματα ή πειράματα μιας ποίησης ξεκομμένης απ’ τήν παράδοση, εφόσον απαρνιόταν τα γνώριμα μέτρα με την ομοιοκαταληξία, αλλά και τη λογική διάρθρωση που ακολουθούσαν ως τότε τα ποιήματα. Οι νέοι που το έκαναν αυτό ήθελαν να συνδυάσουν την ανανέωση της ποιητικής με τις κοινωνικές ανησυχίες, σύμφωνοι σ’ ετούτο με τα ξένα πρότυπα ή ακούσματά τους (Ελυάρ, Άρα-γκόν—Γαλλία, Μαγιακόφσκι—Ρωσία κλπ.) Τό αίτημα δηλαδή πρόβαλε στην αρχή απ’ την αριστερά, με αντιπροσώπους του εδώ τότε το Θρακιώτη και τον Οικονόμου, αλλά θα δούμε αμέσως παρακάτω πως δεν άργησε να μπερδευτεί  με ανάλογη κίνηση αλλιώτικου περιεχομένου.

Οπωσδήποτε αξίζει να γραφτεί πως από τα πρώτα φιντάνια αυτού του ποιητικού περιβολιού και πολέμιος αποφασιστικός της γηραλέας παράδοσης εμφανίστηκε ο αβροδίαιτος, έλληνοαμερικάνος τώρα, Νικήτας Ράντος (Καλαμάρης), που πολύ αχάριστα του φέρνονται οι σημερινοί ελευθεροστιχίτες με το να μην τον έχουν ανακηρύξει επίσημο πάτρωνά τους μαζί με τον μακαρία τη λήξει Θεόδωρο Ντόρο (όνομα και πράμα !), συγγραφέα της συλλογής «Στου γλυτωμού το χάζι». Δεν είχαν βγει, βλέπετε, ακόμα οι Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος και Σία, που εμφανίζονται ορμητικά γι’ αρχηγέτες και πρωτόθρονοι της ποιητικής τους δυναστείας.

Επίτηδες αναφέρουμε τις φαιδρές απαρχές της σχισματικής αυτής παρασυναγωγής, για νά ιδούν οι σημερινοί ακούσιοι ή ανίδεοι οπαδοί τους που δεν έχουν τυχόν παρακολουθήσει τη φιλολογική τους γενεαλογία απ’ την ένδοξη αρχή της, για να ιδούνε κι οι ίδιοι πούθε ξεκίνησε αυτή η οργανωμένη πια κομπανία που, ενισχυμένη τώρα με δυναμικά στελέχη, με διαλαλητάδες και κλαπατσίμπαλα λογής λογής, σωστή διαδήλωση του είδους της φαυλοκρατίας, περιφέρει καμαρωτούς στην ποιητική αλουργίδα τους δυό γαλαζοαίματους της ποίησης, το Σεφέρη (Σεφεριάδη) και τον Ελύτη (Αλεπουδέλη) με το πλήθος των υποτελών και θεραπόντων τους, δημιουργώντας έναν απερίγραπτο θόρυβο στο άστυ της κλεινής Αθηνάς.

Στο σημείο αυτό δίκαιο είναι, κοντά στά κανά-δυο κεντρικά βιβλιοπωλεία που τροφοδότησαν μ’ ευρωπαϊκά έντυπα (τί ευρωπαϊκά δηλαδή ! δέ λέμε καλύτερα γαλλικά ; )  τους ευρωπαϊζοντες γραμματανθρώπους μας. αλλά πιο πολύ με τη φήμη της ξένης πραμάτειας τους (εφόσον οι περισσότεροι από τους δορυφόρους των περιορίζονταν μονάχα στο διάβασμα, ονομάτων και τίτλων), δίκαιο και πρέπον είναι ν’ αποδώσουμε τον προσήκοντα φόρο τιμής, γι αυτή την ελληνοευρωπαϊκή επιμιξία, και στον αληθινά δαιμόνιο για την προφορική του προπαγάνδα, αλλά και γιά τις οργανωτικές του ικανότητες και γι’ άλλους πολιτικάντικους συνδυασμούς, εξαίρετο βιβλιογράφο Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τον κινητήριο μοχλό όλης αυτής της ποιητικής οχλαγωγίας. Ο ίδιος χορήγησε και την έκδοση ειδικού περιοδικού για την επιβολή των αμφισβητούμενων ακόμα φίλων του ποιητών, όπου έβαλε διευθυντή ευνοούμενό του κριτικό και δραστήριο αρθρογράφο. Τα «Νέα Γράμματα» του εκείνα πάσης φιλολογικής ξενομανίας στάθηκαν ο πρόγονος και το υπόδειγμα των κατοπινών «Τετραδίου», «Ιππόκαμπου», «Θεμέλιου». «Κοχλία» και άλλων εκκολαπτηρίων πνευματικής υποπαραγωγής.

Χωρίς να θέλουμε να υπερβάλουμε τη σημασία ορισμένων λεπτομερειών ούτε και να θίξουμε ονόματα που μας είναι καθ’ όλα σεβαστά και ευυπόληπτα για την όλη πνευματική τους πολιτεία, δε μπορούμε ωστόσο να αποσιωπήσουμε και τον ψυχολογικό αντίχτυπο που σημείωσαν επί του προκειμένου δυο δείγματα ηθικής ενίσχυσης, απ’ τα πολλά, του γέρου Παλαμά : ένα γράμμα—χρίσμα στον ποιητή της «Στροφής», γιο παλιού φίλου του συν-δημοτιστή, δημοσιευμένο πανηγυρικά στο «Ελεύθ. Βήμα», και το εγκωμιαστικό του τετράστιχο για το «Τραγούδι της αδελφής μου», που δεν παράλειψε να το διαφημίσει εντατικά ο εκδοτικός του οίκος.

Ετσι φτάνουμε σε μια περίοδο όπου η καινούργια ποίηση μπόρεσε πια να παρουσιάσει από δυό αξιόλογους αντιπροσώπους σε κάθε πτέρυγα (ο τέταρτος είναι βέβαια ο Βρεττάκος) και είχε κάθε λόγο να προκαλέσει την προσοχή, να ελκύσει και την εύνοια ακόμα, των κριτικών και τού κοινού. Είναι αλήθεια πως πολλοί από τους φιλότεχνους, προπάντων τους καλλιεργημένους, είχαν βαρεθεί την παράδοση με τη στασιμότητά της ή τα σημειωτά βήματά της και ζητούσαν κάτι αποφασιστικότερο και ριζικώτερο από τις ανανεωτικές προσπάθειες της γενιάς τού 1930 (Ανθίας, Λάσκος, Εμμανουήλ κλπ.), κουτουράδες πιο τρελές από τους εξωτικούς, ονειρόπαρτους στίχους του Νίκου Καββαδία και του Γιάννη Σκαρίμπα. Κι έτσι από μιά θεμιτή απαίτηση φτάσαμε σ’ έναν απαράδεχτο έξωφρενισμό, από τη χαλάρωση της λογοκρατίας στην αποθέωση του παραλογισμού.

Για να καταντήσουμε αυτού, βοήθησαν διάφοροι παράγοντες, υποκειμενικοί και αντικειμενικοί. Για να παρακινηθεί ολόκληρη νεολαία να γίνει ουραγός της παραπάνω τετράδας των προικισμένων ποιητών, που οι δυό τους είχαν να βάλουν νέο κρασί στο καινούργιο ασκί, ενώ οι άλλοι δυό επιτηδεύονταν φιλολογική απλώς επανάσταση, αυτό σημαίνει πως βρέθηκαν συνθήκες που ευνόησαν εξαιρετικά την ανάπτυξη του αμφοτερόπλευρου αυτού φαινομένου.

Φρονούμε λοιπόν πώς ένας τέτιος σπουδαίος παράγοντας για το γρήγορο άπλωμα της νεωτεριστικής αυτής τεχνοτροπίας, εκτός από την έφεση των φορέων της και τη διάθεση των αναγνωστών, ήταν και ή έλλειψη πνευματικού ελέγχου, τουλάχιστο από μια ορισμένη πλευρά, και η σχετική ασυδοσία που παρατηρήθηκε στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η συνακόλουθη με τις γvωστές διαταραχές του πολιτικοκοινωνικού μας βίου. Στο διάστημα αυτό η μια πτέρυγα της ποιητικής πρωτοπορίας αναγκάστηκε να νερώσει το κρασί  της, καταφεύγοντας σε ένα είδος νεορομαντισμού για να διασώσει όχι την ουσία πια παρά μονάχα το περίβλημα των επιδιώξεών της, ενώ οι ευνοημένοι απ’ την τροπή της κατάστασης ομότεχνοί τους είχαν όλη την ευκαιρία να καλλιεργήσουν και να επιβάλουν μιά ποίηση φυγής από τη φλέγουσα πραγματικότητα, μιά ποίηση μόνο εξωτερικά εξελιγμένη• έτσι βρήκαν όλο τον καιρό να φωνάζουν, με τα όργανά τους φυσικά, πως ήρθε επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση του στίχου, επανάσταση πού γινόταν εννοείται με τις ευλογίες της λογοκρισίας.

Εδώ πια έρχεται η σειρά να τονίσουμε και την ευθύνη που έχουν σχετικά με την επικράτηση των μοντέρνων και όλοι σχεδόν οι κριτικοί μας. Αλλοι απ’ αυτούς χειροκρότησαν εξαρχής ανεπιφύλαχτα, ως συγγενικής ιδιοσυγκρασίας, τους ποιητές του ελεύθερου στίχου (Παράσχος, Παπανικολάου, Μαλάνος), άλλοι τους προσέγγισαν με τη δημοσιογραφική τους όσφρηση (Χουρμούζιος, Βαρίκας), άλλοι τους ακολούθησαν από καιροσκοπισμό (Χάρης, Παππάς), άλλοι από μετριοπαθή συμπάθεια (θρύλος, Δημαράς, Σπανδωνίδης) και άλλοι από φόβο μήπως θεωρηθούν καθυστερημένοι (ΙΙαναγιωτόπουλος, Χατζίνης, Παυλίδης). Δεν πιστεύω ν’ αφήσαμε κανέναν σημαίνοντα έξω από τον κατάλογο ούτε να τους αδικήσαμε στην κατανομή τους κατά κατηγορίες. Μα ή αναγραφή των κριτικών πρέπει να συμπληρωθεί κατά τη γνώμη μας και με δυο ακόμα ονόματα μεγάλου κύρους, του Βάρναλη και του Αυγέρη, πού μπορεί να τούς παρατηρήσει κανείς πως δε φρόντισαν —στα διαστήματα που τους επιτρεπόταν— να επισημάνουν τον κίνδυνο και να τον αποτρέψουν, το κατά δύναμιν.

 

0
Posted in Αρθρα |

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος Α

Παρασκευή, Ιουλίου 1st, 2011

Τα εφιαλτικά χρόνια που δοκίμασε τελευταία ο τόπος μας, με τ’απάνθρωπα γεγονότα που μόλις μας αφήσαν να πάρουμε λίγη ανάσα, δε στάθηκαν ωστόσο ικανά στο καταστροφικό πέρασμά τους ν’ αναστείλουν για πάντα, να νεκρώσουν μέσα μας την πίστη στο πνεύμα, την έφεση για τα γράμματα, την καλλιτεχνική δημιουργία. Ακόμα και στη ζοφερή αυτή περίοδο εξακολουθούσαν να υπάρχουν άνθρωποι, πολύ περισσότεροι ίσως απ’ όσο φανταζόμαστε, που συντηρούσαν φιλότιμα την άσβυστη φωτιά, το ζήλο της τέχνης, είτε καλλιεργώντας το χάρισμα του λόγου στο μέτρο τών δυνάμεών τους είτε παρακολουθώντας από κοντά τις σχετικές εκδηλώσεις. Πολλοί λοιπόν από την τελευταία τούτη κατηγορία, των ενσυνείδητων, μελετηρών φίλων της τέχνης, αλλά και αρκετοί τεχνίτες, ονόματα που κάτι πρόσφεραν ως τώρα στην πνευματική παραγωγή μας, τους έτυχε πολλές φορές —αν κρίνουμε ο καθένας μας απ’ την περίπτωσή του— ν’ αναρωτηθούν οι ίδιοι ή να ρωτηθούν από άλλους, προκειμένου για το πλήθος των έμμετρων φυλλαδίων που κυκλοφορούν στην εποχή μας με την αξίωση ποιητικών συλλογών, διατυπώνοντας με τόνο δυσφορίας ή δυσάρεστης έκπληξης την έξης απορία : «Μα τί γράφουν ετούτοι οι χριστιανοί; Μπορούν νάναι στίχοι τέτιες αρλούμπες ; Εμείς τάχα δε νιώθουμε από ποίηση ή αυτοί μας περνάνε για κουτούς ;».

Αυτές οι εύλογες, οι αυθόρμητες ερωτήσεις μέναν κατά βάθος αναπάντητες, γιατί δεν είχαν μπει ως τώρα σε δημόσια συζήτηση, όπου θα μπορούσαν ν’ ακουστούν και φωνές αλλιώτικες από των εγκωμιαστών της λεγόμενης μοντέρνας ποίησης, φωνές αντιρητικές ή και αποστομωτικές. Για ορισμένους λόγους, που ίσως να τους θίξουμε παρακάτω, οι αντίμαχοι της παράδοσης, ή τουλάχιστο της παραδοσιακής τέχνης, είχαν εξασφαλίσει για ένα μεγάλο διάστημα το μονοπώλιο της φιλολογικής προπαγάνδας και ίσως να ξαφνιαστούν που από δώ και πέρα θ’ αρχίσουν να μιλούν κι οι άλλοι, οι βουβαμένοι, που δεν αποκλείεται κιόλας να έχουν αυτοί το δίκιο με το μέρος τους. Πάντως είναι καιρός να γίνει μια αρχή για να σταματήσει αυτό το φαινόμενο πού θα μπο-ρούσε να τ’ ονομάσει κανείς, και όχι άδικα νομίζω, πνευματική απολυταρχία.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του καθαυτό θέματος, ας τονίσουμε κι εμείς κάτι αυτονόητο : πώς το αίτημα της ανανέωσης είναι από τα βασικώτερα στην τέχνη, όπως και σε κάθε εκδήλωση της δημόσιας ζωής. Την αλλαγή, την εξέλιξη των υλικών συνθηκών την παρακολουθεί κατ’ ανάγκην και το πνεύμα, είτε προσαρμόζεται είτε αντιδρά σ’ αυτές. Η τέχνη λοιπόν δε μπορεί να μένει στάσιμη μέσα σ’ έναν κόσμο που ολοένα μεταβάλλεται, κάποτε μάλιστα απότομα, ραγδαία, γιατί μια τέτια στασιμότητα θα ισοδυναμούσε με αποτελμάτωση, με απονέκρωση. Αυτή ιδιαίτερα, που ένα απ’ τα στοιχεία της επιβολής της είναι η πρωτοτυπία, πρέπει να επιζητάει και κάπως επίτηδες την αλλαγή, επειδή η επανάληψη παλιών σχημάτων και μορφών, το ξαναπαρουσίασμα του ίδιου περίπου υλικού, δε θα συντελούσε στην πρόκληση ενδιαφέροντος από μέρος του κοινού. Εκείνος που διαβάζει ποίηση θέλει να βλέπει και σ’ αυτήν προόδους κι επιτεύξεις ανάλογες με των άλλων κλάδων του υλικού ή του πνευματικού πολιτισμού, θέλει να βλέπει και το στίχο ν’ αντικατοπτρίζει έτσι ή αλλιώς τις δημιουργικές ανησυχίες του, τις συγχρονισμένες του επιδιώξεις.

Μα απ’ το σημείο αυτό της προσαρμογής και της συμπόρευσης, το δικαιολογημένο και φυσιολογικό, ίσαμε την αποκήρυξη όλων σχεδόν των παραδομένων τρόπων, τη ρήξη με τη φιλολογική μας ιστορία, η απόσταση είναι τρανή και η τόλμη πρωτάκουστη. Κάτι τέτιο πραγματικά επιχειρεί να κάμει ή νέα μας ποίηση, όπως τη λεν φιλόφρονα οι κριτικοί της, ένα άλμα από το χτες πρός το αύριο, που αμφιβάλλουμε όμως πολύ αν είναι σε θέση να το πραγματοποιήσουν όχι μονάχα οι διαφημιζόμενοι ως πρωταθλητές του ποιητικού τούτου κινήματος, αλλά και οι πιο φιλόδοξοι ανακαινιστές που μπορούν να φανούν στον έμμετρο λόγο. Τη συνέχεια και τη συμπλήρωση ναι, τη δέχεται το πνεύμα, αλλά την αποκοπή και το ξεδρόμισμα όχι. Αυτό πια παίρνει χαρακτήρα ανταρσίας και σαν τέτια πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί.

Αλλωστε οι εκπρόσωποι της μοντέρνας ποίησης και οι κριτικοί τους υπέρμαχοι δεν το κρύβουν πως πρόκειται για ένα είδος επανάστασης μέσα στην περιοχή τού στίχου, με την ελπίδα πώς, αν το πείραμα πετύχει, οι εισηγητές θα κερδίσουν όλη του τη δόξα. Οροθετούν την ποίησή μας στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπως λεν το διάστημα 1930 —40, υποστηρίζοντας πως όλη η πριν παραγωγή πάλιωσε, αχρηστεύτηκε κιόλας, έχει θέση μονάχα στα ντουλάπια τού χρόνου, μπροστά στη νικηφόρα εφεύρεση τους, στ’ άρματα μάχης τους, να πούμε, που λέγονται υποσυνείδητο, υπερρεαλισμός, ελεύθερος στίχος κι άλλα τέτια. Παρ’ όλο πού δεν ανήκουν όλοι στους στα άκρα, στην κατάργηση κάθε αρμονίας και λογικής, υπάγονται ωστόσο στην ίδια κατηγορία γενικά, με το γνώρισμα της αδιαλλαξίας προς την παράδοση, που θέλουν να την καταργήσουν, να τη σβύσουν ολότελα, για να πάρουν τον τόπο της οι ίδιοι, με το ζόρι, κατά τρόπο που θυμίζει σχεδόν τις γνώριμες μεθόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Η στυγνή αυτή, κυνική απληστία πνευματικής επιβολής που ξεπρόβαλε τόσο απροσδόκητα κάτω απ’ το γελούμενο ουρανό μας, στο ήμερο τούτο χώμα το συνηθισμένο να ποτίζεται με τον ιδρώτα του μόχθου για ν’ αποδώσει τους λιγοστούς καρπούς του, αυτός ο υπερφίαλος Ιμπεριαλισμός που αντιμάχεται την ελληνική αρετή, αποτελεί κίνδυνο για τα γράμματα μας και πρέπει να τον αποκρούσουμε σύντομα, συντονισμένα, με την ίδια τη δική του αδιαλλαξία, με τρόπο επίμονο κι αποφασιστικό, αν δε θέλουμε νά επικρατήσει αυτή ή επιδρομή σέ δλη τήν Ελλάδα, να κατακλύσει τα κέντρα και τους ανθρώπους μας, σαν αληθινή επιδημία που είναι, λέπρα τού λόγου.

Πριν δούμε όμως τί μας παρουσιάζουν γι’ αντικατάσταση της παραγκωνισμένης παράδοσης και πόσο είναι σαθρό το θεωρητικό τους οικοδόμημα, πριν ελέγξουμε την παραγωγή τους όπως της αξίζει, αποδείχνοντας την κενότητα και το ψεύδος που κρύβει, δεν είναι άσκοπο να τους παρακολουθήσουμε κάπως έξελιχτικά, στα πρώτα βήματά τους και στις αρχικές τους τάσεις. Λίγη ιστορία δε βλάφτει σ’ έναν τόπο και σε μια εποχή που το πνεύμα της βιασύνης δεν αφήνει καιρό για μια αναδρομή στα περασμένα, έστω και στα χτεσινά, που μερικές φορές επεξηγούν και διαφωτίζουν καλύτερα από τους αβάσιμους ισχυρισμούς βαθυστόχαστων δήθεν αφηρη-μενολόγων.

Χωρίς λοιπόν κουραστικά ντοκουμέντα έχουμε να πούμε σχετικά τα εξής:

Η κίνηση γύρω απ’ τη μοντέρνα, καθαρή, νέα ή όπως αλλιώς την λεν ποίηση άρχισε στον τόπο μας από προπολεμικά, κάπως ασύνταχτα όμως και πειραματικά στα πρώτα βήματά της, ώσπου ν’ αναγνωρίσει το έδαφος και να εξορμήσει στα γεμάτα. Τα σπέρματα αυτής της ερμαφρόδιτης, αλλοπρόσαλλης τέχνης που του κάκου προσπαθεί να πιάσει ρίζες στον τόπο μας, δε μπορεί παρά να ρίχτηκαν εδώ απ’ το παράδειγμα του Καβάφη. Αυτός ήταν, έστω και άθελά του, ο εισηγητής της γλωσσικής ακαταστασίας και των παράλογων νεωτερισμών (μιλάμε για τους θιασώτες του κι όχι για τον ίδιο τον προφήτη της παρακμής με τ’ αναμφισβήτητα ποιητικά και τεχνικά προσόντα του), που αργά ή γρήγορα θα οδηγούσαν στον τραγέλαφο των ημερών μας. Η επιτυχία που σημείωσε, ανέλπιστα για μερικούς, το έργο του περιώνυμου Αλεξανδρινού με την αιρετική από κάθε άποψη θέση του, είχε αποτέλεσμα να ενισχύσει το σχετικό ρεύμα, που δυνάμωσε επιπλέον κι από την κάποια αισθητική απόκλιση του Καρυωτάκη καθώς κι από το απώτερο προηγούμενο του ιδιόρυθμου — αλλά όχι άρυθμου— Κάλβου.

Αυτές ήταν οι ντόπιες καταβολές γνήσιου ποιου, που παρακίνησαν κατά ένα ποσοστό τους επίδοξους ανακαινιστές στο θλιβερό τους έργο, μαζί με κάτι δευτερεύουσες δοκιμές (Παπατσώνης, Γιοφύλλης, Μπουφίδης. Δρίβας), που αλλιώς όμως θα περνούσαν απαρατήρητες, δε θα έδιναν συνέχεια μόνες τους αυτές. Αλλά η μεγάλη ώθηση δόθηκε απ’ τά έξω, από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, που είχαν αρχίσει να γίνονται ένα είδος φιλολογικές αγορές, πολυθόρυβες και ζηλευτές. Μπροστά σ’ αυτόν τον πειρασμό οι νεώτεροι δε μπόρεσαν ν’ ανθέξουν κι έτσι μεγάλωσε πολύ το κακό.

 

1
Posted in Αρθρα |

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ)

Παρασκευή, Ιουλίου 1st, 2011

Αναζητούσα πολύ καιρό το περίφημο δοκίμιο: «Πού τραβάει η ποίηση» του Γιώργου Κοτζιούλα. Το δοκίμιο αυτό γράφτηκε το 1950 και δημοσιεύτηκε σε ένα φυλλαδιάκι 32 σελίδων με τον τίτλο: «Κριτικά φυλλάδια». Με τη βοήθεια του φίλου Νίκου Σαραντάκου κατάφερα να προμηθευτώ ένα αντίτυπο, κι αφού μελέτησα προσεκτικά το κείμενο έκρινα ότι είναι καιρός να αναδημοσιευτεί στο ίντερνετ, εάν βεβαίως δεν υπήρχε πρόβλημα με τα πνευματικά δικαιώματα. Πράγματι, ο Νίκος Σαραντάκος επικοινώνησε με τον Κώστα Κοτζιούλα, γιο και κληρονόμο του ποιητή και εξασφαλίσαμε την άδεια για την αναδημοσίευση.

Το κείμενο είναι κάπως μεγάλο για να διαβαστεί αυτοτελώς, αλλά και για να μπορέσω να το πληκτρολογήσω σε μια μέρα (αφού δεν υπήρχε η πολυτέλεια των ψηφιακών αρχείων πριν από 61 χρόνια! )

Γι αυτό το λόγο αποφάσισα να το πληκτρολογήσω και να σας το προσφέρω σε 5 ή 6 συνέχειες. Παρόλο που σε κάποια σημεία ο Κοτζιούλας είναι συναισθηματικά φορτισμένος (λογικό αφού μιλάμε για μια ταραγμένη εποχή) και εκφράζει κάπως ακραίες θέσεις, σε γενικές γραμμές θεωρώ ότι είναι ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί, τόσο για το φιλολογικό του ενδιαφέρον, όσο και επειδή δεν ασχολήθηκε κανείς ιδιαίτερα με αυτό το δοκίμιο (μάλλον αναδημοσιεύτηκε στη δεκαετία του 1970 στο περιοδικό Ευθύνη, αλλά δεν γνωρίζω αν είναι ακριβής αυτή η πληροφορία και για ποιό τεύχος πρόκειται).

Ισως τώρα να έχει φτάσει ο καιρός να επανέλθει το δοκίμιο αυτό στο φως και να βρει τη θέση που του αζίζει. Επαφίεμαι στην κρίση των αναγνωστών μας. Το σώμα του κειμένου θα το βρείτε στις επόμενες δημοσιεύσεις.

ΥΓ: περισσότερα για τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα θα βρείτε στις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου εδώ: http://www.sarantakos.com/liter/kotzioulas.html

και στο άρθρο που συνυπογράψαμε από κοινού με τον Νίκο Σαραντάκο το 2008 εδώ: http://www.sofiakolotourou.gr/articles/8/56

 

 

0
Posted in Αρθρα |

Οι κάκτοι όλο φαντάζονται ένα ψέμα

Πέμπτη, Ιουλίου 15th, 2010

cactusintro-602x451

Η ΜΙΜΟΖΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΚΑΚΤΩΝ

Στον Κλεάνθη Παππά,
με τον τρόπο του πατέρα του, Τάσου

Στο σπίτι, που το στοίχειωσαν οι κάκτοι,
του Παθανάρες η βαριά πέφτει σκιά
προς τη μιμόζα, που όλο γέρνει τα κλαδιά,
τόσο γλυκά ευωδιάζοντας στο φράκτη.

Πενήντα χρόνια τριγυρνάει η Ντολορές,
στον κήπο, στα παλιά του τα βιβλία,
στους στίχους που ξεχάστηκαν στ’ αρχεία –
κι όπου θαφτήκανε οι αγάπες κι οι χαρές.

Ο καλπασμός ακούγεται για πάντα,
καθώς ο Τεξ πηγαίνει προς τη Δύση –
στρέφει η μιμόζα διαρκώς στη βρύση,
σγουρούς μαιάνδρους ψάχνει στη βεράντα.

Του φεγγαριού το πέταλο, στο αίμα
δείχνει σημάδι, ώρα του θανάτου.
Λουφάζει ως κι ο λύκος στη φωλιά του –
οι κάκτοι όλο φαντάζονται ένα ψέμα.

Κι αν τ’ αγαπάς παράφορα – τι πόζα!
Σε μια κορδέλα τύλιξε, Κλεάνθη,
ετούτο τον κορμό, τα κίτρινα άνθη –
απόψε θα πεθάνει κι η μιμόζα!


Για τον Τάσο Παππά διαβάστε και την παρουσίαση εδώ:

http://www.sofiakolotourou.gr/articles/8/45

Για όσους έχουν facebook, το άρθρο του Κλεάνθη Παππά (με τίτλο «ένας απροσδόκητος θάνατος» ) εδώ


0

Φρανσουά Βιγιόν, Σκιά μου φίλη

Δευτέρα, Ιουνίου 7th, 2010

Κι εγώ υποτακτικός τους θα λογιέμαι
σε λόγια κι έργα. Δεν θα σταματήσει
να τους τιμά η καρδιά μου, ούτε θ’ αρνιέμαι
ό,τι κι αν λένε. Τρέλλα έχει χτυπήσει
όποιον βρεθεί να τους κακολογήσει,
γιατί στο κήρυγμα, ή εδώ κι εκεί
- να πω που; Τίποτα δεν θα ωφελήσει -,
τούτοι οι ανθρώποι είναι εκδικητικοί.

Ας ξεκινήσω με μια προσωπική παραδοχή: παρά τη μεγάλη αγάπη που τρέφω στη Γαλλική ποίηση, το γλωσσικό μου επίπεδο στα γαλλικά είναι ανεπαρκές και καταφεύγω κι εγώ στις μεταφράσεις, αν και κατά τον Φροστ: «Ποίηση είναι αυτό που χάνεται κατά τη μετάφραση». Ωστόσο, ορισμένες μεταφράσεις κατορθώνουν να σταθούν επάξια στην ελληνική γλώσσα και αξίζουν την προσοχή μας. Σε αυτές ανήκει και η μετάφραση που θα δούμε στη συνέχεια και αφορά τα ποιήματα του Φρανσουά Βιγιόν.

Ο Φρανσουά Βιγιόν είναι ένας από τους πιο γνωστούς ποιητές της Γαλλίας. Γεννήθηκε στο Παρίσι κατά τον Μεσαίωνα (1431).
Μια από τις πιο γνωστές του μπαλάντες, η Μπαλάντα Των Κυριών Του Παλιού Καιρού μεταφράστηκε στη γλώσσα μας από τον Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος μετέφρασε και το ποίημα οι Σκιές της Comtesse Mathieu de Noailles, όπου η ποιήτρια προσφωνεί τον Βιγιόν ως  «σκιά μου φίλη».

Με την ποίηση του Βιγιόν ασχολήθηκε στο παρελθόν και ο Βάρναλης. Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων του Βιγιόν όμως μετέφρασε ο Σπύρος Σκιαδαρέσης για λογαριασμό του Γαλλικού Ινστιτούτου το 1947 (η μετάφραση αυτή επανεκδόθηκε προ δεκαετίας από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη).

Πριν από λίγο καιρό, η μεταφράστρια Μαρία Υψηλάντη αποφάσισε να αναμετρηθεί εκ νέου με το ανάστημα του Βιγιόν, αλλά και των Ελλήνων μεταφραστών του, παραδίδοντάς μας μια δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Στιγμή, με τον τίτλο: Φρανσουά Βιγιόν, Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα. Η μετάφραση έχει διατηρήσει την ομοιοκαταληξία και τη μορφή (πχ μπαλάντα, οκτάστιχο) του πρωτοτύπου, έχει δε επιτύχει να αποδώσει ακόμα και τις ακροστιχίδες με το όνομα του ποιητή, τις οποίες ο ίδιος συνήθιζε να βάζει στα ποιήματά του.

Ο Φρανσουά Βιγιόν θεωρείται ως ο πρώτος στον οποίο δόθηκε το προσωνύμιο «καταραμένος ποιητής», καθώς έζησε κυνηγημένος για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με σοβαρά μπλεξίματα με τον νόμο. Μπλέχτηκε σε ληστεία και φόνο, ενώ κάποια στιγμή συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά τελικά η ποινή του μετατράπηκε σε 10 ετή εξορία και στη συνέχεια τα ίχνη του χάνονται από το ιστορικό προσκήνιο. Μετά το 1463 δεν έχουμε πλέον καμία πληροφορία για τη ζωή και την τύχη του. Ενδιαμέσως όμως έζησε και ένα χρονικό διάστημα υπό την προστασία του Καρόλου, Δούκα της Ορλεάνης, που ήταν ποιητής και ο ίδιος και εκτίμησε το ποιητικό του ταλέντο. Μάλιστα, στο βιβλίο περιλαμβάνονται και μεταφρασμένα ποιήματα του Δούκα της Ορλεάνης.

Όπως ήταν φυσικό, οι αντιθέσεις της ζωής του Βιγιόν του προσέφεραν άφθονο πρωτογενές υλικό για να συνθέσει ποίηση. Στην εποχή του κυριαρχούσε η ποιητική παράδοση των τροβαδούρων του Μεσαίωνα, την οποία ακολουθεί με ένα δικό του τρόπο. Αν και στιχουργικά πατάει γερά στη φόρμα (κυρίως των οκταστίχων και της μπαλάντας), εν τούτοις η ποίησή του είναι απροσδόκητα ωμή, ειρωνική και σαρκαστική και όχι κυρίως αισθαντική και λυρική όπως συνηθίζονταν ως τότε. Οι αντιφάσεις του ψυχισμού του, που αναζητεί το ωραίο και το ιδεώδες σε έναν ουτοπικό λυρικό κόσμο και της σκληρής, κατατρεγμένης ζωής του βρίσκουν διέξοδο στο χαρτί, ακριβώς όπως συνέβη και με τον Καρυωτάκη.

Αγγίζουν όμως όλα ετούτα τον σύγχρονο άνθρωπο; Ασφαλώς! Γιατί, ακριβώς όπως ο Βιγιόν και ο Καρυωτάκης, έτσι και μερικοί από εμάς που ζούμε στην Ελλάδα το έτος 2010, βιώνουμε την ίδια αντίφαση ψυχισμού που βίωσαν και οι άνθρωποι του Μεσαίωνα και του Μεσοπολέμου. Από τη μια έχουμε στο μυαλό μας το ιδεώδες ενός κόσμου στον οποίο θα θέλαμε να ζήσουμε, ενός ιδανικού κόσμου των γραμμάτων, των τεχνών, της ειρήνης και της ευημερίας, μιας πολιτείας ισονομίας και δημιουργίας και από την άλλη πλευρά αντικρύζουμε τη ζοφερή καθημερινότητά μας, την Ελλάδα που εξακολουθεί να μας πληγώνει. Σε ένα τέτοιο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό, ο Βιγιόν παραμένει πεισματικά επίκαιρος μέσα στους αιώνες.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς το Σάββατο 29/5/2010 και μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ

1
Posted in Αρθρα |