Απριλίου 1st, 2010

Αυτές τις μέρες διαβάζω επίσης Έντγκαρ Άλλαν Πόε, αν και – σε πρώτη ανάγνωση – ουδεμία σχέση έχει με την Πασχαλινή κατάνυξη η ποίησή του. Όμως, ο Πόε πλησίασε όσο κανείς άλλος στο όριο της μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο και την ελπίδα της νεκρανάστασης – κι αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα της εορτής του Πάσχα. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα ποίημα που γράφτηκε το Μεγάλο Σάββατο του 2003 από τον φίλο ποιητή Δημήτρη Σολδάτο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα της Λευκάδας, ακροβατεί με παραπλήσιο τρόπο στη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο. Το παραθέτω ολόκληρο στη συνέχεια, αν και μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ: http://dimsol.blogspot.com/ (στήλη: το ποίημα της εβδομάδας).

 

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ

Βγήκε το φεγγάρι, γέμισαν οι τάφοι
μαρμαρογυαλάδα κι ασημοχρυσάφι!
Η δροσιά της νύχτας άχνα δάκρυου κρύου.
Έτριξε η πόρτα του κοιμητηρίου…

Κάποιος προχωράει μες στα κυπαρίσσια,
σ’ ένα ξεχασμένο μνήμα τράβηξε ίσια.
Στέκει πάνωθέ του, τώρα γονατίζει,
σκύβει, κάτι λέει, κάτι ψιθυρίζει…

Ένα αυγό στο χέρι κόκκινο κρατάει,
απαλά στο χώμα πάνω τ’ ακουμπάει.
Βγάζει άλλο ένα απ’ την τσέπη ακόμα
και τσουγκρίζει εκείνο π’ άφησε στο χώμα.

Πάλι κάτι λέει, κάτι ψιθυρίζει,
κι όπως τα βαμμένα τα αυγά τσουγκρίζει
– το ένα μένει ακέριο, τ’ άλλο είναι σπασμένο –
«Κέρδισες, Βασίλη!» λέει στον πεθαμένο.

Στο χωριό, μακριάθε, σήμαντρα αντηχούνε
κι οι φωτοβολίδες το σκοτάδι σκιούνε.
Ο Χριστός ανέστη, ο νεκρός κοιμάται…
Κι ο παλιός του φίλος, δίπλα του, θυμάται

κάποιο τέτοιο Πάσχα, χρόνια πριν, που οι δυο τους
τις φωτοβολίδες ρίχναν στο χωριό τους.
Λάμπαν τα κορίτσια, στ’ άσπρα τους ντυμένα,
κι από όλα μέσα εξεχώριζε ένα.

Ήταν η Ελένη, που κι οι δυο οι φίλοι
αγαπούσαν τότε… «Ξύπνησε, Βασίλη,
πέρασε η ώρα, η εκκλησιά τελειώνει,
γέρασ’ η Ελένη κι είν’ ακόμα μόνη!

Ξύπνησε, Βασίλη, εσέναν αγαπούσε,
“Θα τον παντρευόμουν, μου ’πε, ακόμα αν ζούσε!”
Σ’ άναψε κεράκι χθες στον Επιτάφιο…
Τρέξε! Κι ώσπου νά ’ρθεις, μπαίνω εγώ στον τάφο!»

Έτριξε το χώμα, σάλεψε σαν κύμα,
κι άνοιξε σαν στόμα το κλεισμένο μνήμα.
Ο νεκρός σηκώθη, μέσα ο άλλος μπαίνει…
(Στο χωριό απόψε… πέθανε η Ελένη!)

Πετεινός λαλάει κι ο νεκρός γυρίζει.
«Ξύπνα, λέει του φίλου, η αυγή ροδίζει!
Ξύπνα, κι η Ελένη στη ζωή δεν είναι…»
«Στον απάνω κόσμο, λέει ο άλλος, μείνε!

Αύριο θα την θάψουν πλάι μου, κι εκείνη
λιώνοντας, μαζί μου ένα πια θα γίνει!
Ζωντανή σ’ εσένα ήτανε δοσμένη.
Άσε να την έχω έστω πεθαμένη!»

Κρύψαν το φεγγάρι σύννεφα, κι οι τάφοι
σκοτεινοί καθρέφτες με θαμπό χρυσάφι!
Η ψιλή βροχούλα, στάλα δάκρυου κρύου,
λάσπωσε το χώμα του κοιμητηρίου…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ 

(Μέγα Σάββατο 2003.
Με τον κρότο των φωτοβολίδων και τον χτύπο της καμπάνας
του Αγίου Χριστοφόρου στ’ αυτιά μου…)

 

One Response to “Ο Χριστός ανέστη, ο νεκρός κοιμάται…”

  1. Ο/Η Frezia λέει:

    XΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
    Διαβάζω όλες τις αναρτήσεις σου, με απέραντη αγαλλίαση,
    πλην όμως το πνεύμα μου ειναι φτωχό, και αδυνατεί να σχολιάσει κατάλληλα αυτά που νιώθω…
    Σίγουρα με καταλαβαίνεις.