Ιανουαρίου 20th, 2010


Η αγάπη των ποιητών προς τις εικαστικές τέχνες (αλλά και το αντίστροφο) είναι συχνή. Μερικοί μάλιστα μεγάλοι ποιητές μας υπήρξαν και σπουδαίοι ζωγράφοι, με κυριότερο τον Νίκο Εγγονόπουλο. Ο Οδυσσέας Ελύτης έφτιαχνε κολλάζ. Ο Γιώργος Σεφέρης σκιτσάριζε και ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επίσης έχει αναγνωριστεί και ως πολύ καλός φωτογράφος. Ο Νίκος Καββαδίας αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική και στα ταξίδια του ανά τον κόσμο δεν παρέλειπε να επισκεφτεί μουσεία και εκθέσεις.

Αλλά ας δώσουμε το βήμα στους ίδιους τους ποιητές, ώστε να δούμε πως υποδέχονταν με τους στίχους τους τα έργα των μεγάλων ζωγράφων.

Ξεκινάμε με έναν ποιητή του οποίου το ποιητικό έργο είναι σήμερα μάλλον λησμονημένο, αλλά το όνομά του μας είναι γνωστό με την ιδιότητα του κριτικού της ποίησης, τον Ανδρέα Καραντώνη. Στη συλλογή «Δεκατετράστιχα» (εκδόσεις Καστανιώτη 1992) ο Καραντώνης γράφει:

Πρωινά στα πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία
κι είναι σα να ‘χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!

Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ‘ναι ο τόπος.
Από τον Νίκο Καββαδία δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις: πλήθος οι αναφορές στους ζωγράφους στα ποιήματά του. Ας δούμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

(Θεσσαλονίκη)

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
- Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

(Μαρέα)

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat

(Καραντί)

Παντιέρα κίτρινη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

(Federico Garcia Lorca)

Του ταύρου ο Πίκασο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Ας δούμε όμως και τις αναφορές στους στίχους του  Διονύση Καψάλη (Μέρες αργίας, εκδόσεις Άγρα):

Άχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.

Να ‘ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.

και του Γιώργου Κοροπούλη (Ελλειπτική, εκδόσεις Ύψιλον 1998)

Θα ήταν Κυριακή ή κάποια αργία
και κράταγε Εκείνος το μωρό
(Duchamp, Μ’ ένα μουστάκι η Παναγία)
και μάζεψε Εκείνη το καρώ


πουκάμισο σαν άμφιο να το πλύνει
και είδε μες την τσέπη επιστολή
(Miro, κοιτά σκυλάκι τη σελήνη):
«Μου λείπεις κάθε μέρα πιο πολύ…»

Αλλά εκτός από τους ζωγράφους που κατονομάζονται, οι ανώνυμοι ζωγράφοι έχουν επίσης την τιμητική τους στους στίχους των ποιητών μας, όπως του Νάσου Βαγενά (Σκοτεινές Μπαλάντες, εκδόσεις Κέδρος)

Ήσουν πορτραίτο από χέρι Φλαμανδού
ζωγράφου, με φόντο συντριβάνια
στα κράσπεδα μιας Ιεράς Οδού
(εδώ ταιριάζει η λέξη ουράνια
και εικόνες ερωδιών που κελαηδούν).

και του Δημήτρη Ε. Σολδάτου (εφημερίδα τα Νέα της Λευκάδας, ποίημα της εβδομάδας: Πορτραίτο)

Ένα πορτραίτο μου παλιό βρήκα στην αποθήκη.
Με κοίταξε με λύπηση, το κοίταξα με φρίκη
καθώς τα χρόνια σκέφτηκα πως πέρασαν. Ω, Θεέ μου,
νομίζω είκοσι χρονών δεν ήμουνα ποτέ μου.

Ολοκληρώνουμε το σημερινό μας ταξίδι πάνω σ’ ένα ξένο στίχο, που μελετάει τη σχέση ποιητών και ζωγράφων, με την αξεπέραστη ειρωνική ματιά του Νίκου Γκάτσου, στο τραγούδι:

Το παιδί με τα κόμικς

Δεν είδα τον Νταλί
δεν ξέρω τον Πικάσσο
συγχίστηκα πολύ
και μου ‘ρχεται να σκάσω.

Δεν είδα τον Μανέ
δε σπούδασα τον Γκόγια
με λένε κουνενέ
κι από τα δυο μου σόγια
.

———————–

Είμ’ ένα παιδί κουτό κι αμόρφωτο
όλοι με φωνάζουν αδιόρθωτο
μα ‘χω για κανόνα μου απαράβατο
κόμικς να διαβάζω κάθε Σάββατο.

Εσύ αναγνώστη μου, βγαίνεις μεθυσμένος από τα μουσεία ή προτιμάς να διαβάζεις κόμικς κάθε Σάββατο; Γιατί εγώ –κι ας μείνει αυτό μεταξύ μας- τα εφαρμόζω και τα δύο, διαδοχικά ή ταυτόχρονα. Αλλά, ακόμα περισσότερο, αγαπώ να ταξιδεύω στις εικόνες μέσα από το δρόμο των λέξεων.

Βλέπε και το κείμενο: Προμετωπίδα (μνήμη Γιάννη Μόραλη) εδώ:

http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/301