Ιανουαρίου 13th, 2010

Η σχέση της Μαρίας Πολυδούρη με τον Κώστα Καρυωτάκη είναι γνωστή σε όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία – και όχι μόνον, καθώς πέρσι γυρίστηκε μέχρι και τηλεοπτική σειρά που αναφέρεται στη ζωή του Καρυωτάκη και στη σχέση του με την Πολυδούρη, μεταξύ άλλων.

Πρόκειται όμως για μια σχέση που πιθανότατα έχει υπερεκτιμηθεί στη συνείδηση των μεταγενέστερων, ίσως και λόγω της πρώιμης αυτοκτονίας του ποιητή. Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα, φαίνεται πως το ειδύλλιό τους κράτησε λίγους μόνο μήνες, από κοντά τουλάχιστον (γιατί η αλληλογραφία τους συνεχίστηκε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του Καρυωτάκη, καθώς έγραφε γράμματα και από την Πρέβεζα στην Πολυδούρη).  Φαίνεται μάλιστα ότι αυτό το ειδύλλιο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ σωματικά, καθώς τους πρόλαβε η ασθένεια του Καρυωτάκη από τη σύφιλη.

Από το ημερολόγιο της Μαρίας Πολυδούρη δεν προκύπτει κάποια αναφορά στη σωματική ολοκλήρωση του ειδυλλίου με τον Καρυωτάκη, ενώ αντιθέτως γίνεται αναφορά σε αρκετούς άλλους άνδρες που την είχαν συγκινήσει ερωτικά, κάτι που το αντιλαμβανόμαστε και από την ποίησή της.

Εξάλλου η ποιήτρια ήταν τότε πολύ νέα (πέθανε μόλις στα 28 της χρόνια) και, μέσα στην ατυχία της να χάσει και τους δύο γονείς της σε πολύ νεαρή ηλικία, είχε συνάμα την τύχη να είναι νέα φοιτήτρια και εργαζόμενη στην Αθήνα του Μεσοπολέμου (δεκαετία του 1920) και άρα να είναι ανεξάρτητη και χωρίς τον έλεγχο που είχαν οι συνομήλικές της από τους γονείς τους.

Αυτή η ανεξαρτησία, συναισθηματική και οικονομική, μαζί με τη δυνατότητά της να γνωρίζει γλώσσες (Γαλλικά) και να σπουδάζει στη Νομική σχολή και να μείνει για ένα διάστημα και στο Παρίσι, την οδήγησαν ασφαλώς σε μια πρώιμη χειραφέτηση, που δεν συνέβαινε εύκολα σε γυναίκες που ζούσαν στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Έτσι, η Μαρία Πολυδούρη ήταν ελεύθερη όχι μόνο να συνάψει ερωτικές σχέσεις με άνδρες, αλλά και να γράψει ποιήματα γι’ αυτούς, ποιήματα με ξεκάθαρες ερωτικές αναφορές, που δύσκολα θα συναντήσουμε σε άλλες ποιήτριες της ίδιας εποχής.

Ένα από τα πιο γνωστά της ποιήματα είναι το Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε, για το οποίο οι περισσότεροι φιλόλογοι και μελετητές της λογοτεχνίας συμφωνούν ότι γράφτηκε για τον Κώστα Καρυωτάκη. Είναι όμως έτσι; Το ποίημα ξεκινάει ως εξής:

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσό μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δεν μάς την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Όλα καλά ως εδώ; Φαίνεται πολύ πιθανόν να περιγράφεται ο Καρυωτάκης στους παραπάνω στίχους. Όμως, υπάρχει μια φράση που εμφανώς δεν ταιριάζει: Βίαιος στον έρωτά του, λέει η Πολυδούρη, ενώ οι βιογράφοι της συμφωνούν πως δεν συνευρέθηκε ερωτικά με τον Καρυωτάκη, λόγω της σύφιλης. Ίσως κάποιοι να αντιλέξουν, λέγοντας πως σίγουρα κάποια ερωτικά χάδια και φιλιά είχαν ανταλλάξει οι δύο ποιητές (κάτι που προκύπτει και από το ποίημα:


Είμαι τρελλή να σ’ αγαπώ,
αφού πια έχεις πεθάνει,
να λυώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νοιώθω τώρα πως αυτό
που μού δωσες, δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

το οποίο λογικά γράφτηκε για τον Καρυωτάκη μετά την αυτοκτονία του).

Όμως, τα παθιασμένα έστω φιλιά κατ’ εμέ δεν δικαιολογούν τη φράση: Βίαιος στον έρωτά του. Ας δούμε πως συνεχίζει και τελειώνει το ποίημα για τον νέο που αυτοκτόνησε:

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη
.

Τον βρήκαμε νεκρό, λέει, μ’ ένα σημάδι στον κρόταφο, όμως είναι γνωστό σήμερα ότι ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά. Άρα; Ο αντίλογος εδώ θα μπορούσε να είναι ότι δεν είχε πληροφορηθεί καλά τα νέα η Πολυδούρη, να της μετέφεραν λανθασμένα ότι η σφαίρα έπληξε τον κρόταφο και όχι την καρδιά του Καρυωτάκη. Και πάλι όμως, κάτι δεν ταιριάζει. Τον βρήκαμε, λέει, τον είδαμε και ήταν μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη. Όμως, η Πολυδούρη το 1928 ήταν στην Αθήνα, άρρωστη ήδη από το 1926, πιθανότατα ήταν ήδη στη Σωτηρία και πάντως σίγουρα δεν ήταν στην Πρέβεζα για να δει τις τελευταίες στιγμές του ποιητή.

Φυσικά, οι ποιητές με τη φαντασία τους συμπληρώνουν κι επεκτείνουν την πραγματικότητα, ενίοτε δε γράφουν και για πράγματα εντελώς φανταστικά. Ωστόσο, μου φαίνεται απίθανο – αν το ήξερε η Πολυδούρη – να μην είχε τονίσει ότι η σφαίρα πέρασε από την καρδιά του ποιητή, από την πλέον σημασιολογικά φορτισμένη θέση του σώματός του, δηλαδή.

Το ποίημα αυτό εντάσσεται στη συλλογή Ηχώ στο Χάος, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1929. Χρονικά ταιριάζει, καθώς εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατο του ποιητή. Ήταν όμως τότε τόσο εύκολο να τυπωθεί κάτι μέσα στους λίγους μήνες που μεσολάβησαν από την αυτοκτονία του Καρυωτάκη; Τα τυπογραφεία της εποχής ασφαλώς και δεν λειτουργούσαν με τις σημερινές ταχύτητες, ούτε ήταν εύκολο για την άρρωστη ποιήτρια να ελέγχει την πρόοδο της εκτύπωσης.

Το βέβαιο είναι ότι η Μαρία Πολυδούρη συνδέθηκε με πολλούς άντρες της εποχής της, είτε με ολοκληρωμένες σχέσεις είτε σε πλατωνικό-ποιητικό επίπεδο. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι αρραβωνιάστηκε μία φορά, όπως και ότι γνωρίστηκε με τον ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλο, στη μνήμη του οποίου αφιέρωσε ένα υπέροχο ποίημα στο οποίο λέει:

Μα τώρα σιώπησε η καρδιά του
Και μόνον ο έρωτάς του μένει
και περπατεί.

Επίσης, κάποιο είδος δεσμού υπήρξε με τον ποιητή Γιάννη Χονδρογιάννη, όταν πια ήταν στη Σωτηρία, και σύμφωνα με την Έλλη Αλεξίου αυτός υπήρξε ο τελευταίος και ο πιο θερμός ερωτικός δεσμός που έδωσε χαρά και συγκίνηση στη Μ.Π. (όπως μας πληροφορεί στον πρόλογο του βιβλίου: Μαρία Πολυδούρη, Ποιήματα, 1981. )

Φυσικά, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σε πόσες και ποιες περιπτώσεις οι έρωτες αυτοί παρέμειναν πλατωνικοί-φαντασιακοί και πότε ολοκληρώθηκαν και σωματικά. Κι ούτε έχει σημασία μια τέτοια γνώση, παρά μόνο για βιογραφικούς λόγους.

Η δική μου αίσθηση (και κοινή ομολογία και άλλων, επίσης)  είναι πως η Πολυδούρη υπήρξε μια γυναίκα εξαιρετικά ελεύθερη για τα ήθη της χώρας της και της εποχής της. Είναι βέβαιο πως ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη και τον πένθησε πολύ αργότερα, μα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλα τα μεταγενέστερα τραγούδια της ήταν “μόνο για κείνον” όπως προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμα να μας πείσουν οι μελετητές.

Σήμερα, μια νέα γυναίκα που ερωτεύεται πολλούς άντρες και έχει σχέσεις μαζί τους είναι περισσότερο αποδεκτή (αν και πάλι, ασφαλώς όχι τόσο αποδεκτή όσο ένας νέος άντρας που πράττει το αντίστοιχο) από τα κοινωνικά ήθη της χώρας μας. Όμως, το 1930 που πέθανε η Πολυδούρη, η συμπεριφορά της αναμφίβολα προκαλούσε. Ετσι, το πιθανότερο είναι ότι οι μετέπειτα μελετητές και βιογράφοι της εστίασαν και, τρόπον τινά, καθαγίασαν έναν πιθανότατα ανολοκλήρωτο σωματικά ερωτά της με τον Καρυωτάκη, ακριβώς για να εντάξουν μεταθανάτια και την ίδια την Πολυδούρη στα ήθη της εποχής. Μια μεταθανάτια συμμόρφωση με τα χρηστά ήθη, μια απόκρυψη του γεγονότος ότι μια νέα γυναίκα προσπάθησε – όσο της επέτρεψε η φυματίωση και οι συνθήκες της εποχής – να χαρεί τη ζωή και τον έρωτα, να υπερβεί τα φυλετικά και κοινωνικά όρια της εποχής, να ανταλλάξει ποιήματα με τους γνωστότερους ποιητές της γενιάς της, να τους γνωρίσει και από κοντά, ακόμα και έγκλειστη στη Σωτηρία, και να υμνήσει ακόμα και τον ανώνυμο ολόδροσο βαρκάρη ενός παράλιου χωριού, που την πήγε βαρκάδα και έκτοτε δεν μπορούσε να τον ξεχάσει, όπως έγραψε και στο ποίημα:

Τι νάχης γίνει ολόδροσε βαρκάρη
του παράλιου χωριού, που με είχαν φέρει
ένα πένθος βαρύ να διασκεδάσω;
Τι νάχης γίνει ωραίο παληκάρι
με τα στριφτά ξανθά σου δαχτυλίδια,
πως έχει γίνει να μη σε ξεχάσω;

Μια γυναίκα λοιπόν που τολμά να γράφει κάτι τέτοιο και να το εκδίδει το 1929, (Ηχώ στο χάος), πιθανότατα αναφερόμενη στο βαρύ πένθος για τον Καρυωτάκη, είναι εξίσου πιθανό, κατά την άποψή μου να θρηνεί όχι τον Καρυωτάκη στο άλλο της ποίημα, αλλά κάποιον άλλο, ανώνυμο σήμερα, νέο που αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά και που ήταν –αποδεδειγμένα- βίαιος στον έρωτά του. Εξάλλου, το ποίημα που όντως αφιέρωσε στον Καρυωτάκη, με τίτλο: Του Καρυωτάκη, είναι ένα αρκετά αποστασιοποιημένο συναισθηματικά ποίημα – απάντηση στο δικό του: Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ.

Του Καρυωτάκη

«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ’ ηύραν εσύ να λείπης.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

Οπωσδήποτε, η απάντηση στο ποιος ήταν ο νέος που αυτοκτόνησε και βρέθηκε νεκρός με ένα σημάδι στον κρόταφο είναι κρυμμένη στον τάφο της Μαρίας Πολυδούρη και στα έγκατα της λογοτεχνίας μας συνάμα, και δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε με βεβαιότητα.

Αλλά το σημερινό μας λογοτεχνικό ταξίδι ας απελευθερώσει τη μνήμη της ποιήτριας από τη συμμόρφωση με τα χρηστά ήθη του Μεσοπολέμου και ας τη φέρει  κοντά μας, στον 21ο αιώνα, με τον τρόπο που μόνο η ποίηση γνωρίζει.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 8 του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο, Ιανουάριος 2010

Βλέπε και ποίημα: Καρυωτάκης – Πολυδούρη 2009, εδώ:

http://sofiakolotourou.gr/poems/6/44