Ιανουαρίου 11th, 2010

Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ
 

Γεννήθηκε και ζούσε σ’ έναν τόπο
όχι και τόσο –αλήθεια- μακρινό.
Κι αν πάλευε, δεν ήξερε τον τρόπο,
μα πήγαινε, κρατώντας το σταυρό

στο χέρι, κι όλο ‘λεγαν οι αγγέλοι:
“Κλάψε ανθρωπάκο, θα γελάς στον ουρανό”

Πρώτη φορά, μικρός στη γειτονιά του
να μην τον παίζουν, μόνος! Τι πικρό…
Να μην ταιριάζει ή μοιάζει στη γενιά του
-άπειρες ώρες, σ’ ένα βίο μοναχικό-

να τραγουδά η ουράνια κυψέλη:
“Κλάψε ανθρωπάκι, θα χαρείς στον ουρανό”

Δεύτερη πράξη: όσο μεγαλώνει
γύρω του υπάρχει κάτι διαφορετικό:
Μια αναπηρία, μι’ αρρώστια τον κυκλώνει
ή ξένος είναι και δεν έχει θέση εδώ.

Στη Γη είν’ ένα ανθρώπινο κουρέλι:
 πρέπει να κλάψει για να βρει τον ουρανό.

Η τρίτη πράξη: μες την κοινωνία,
στο τμήμα της το παραγωγικό,
του λένε να ενταχθεί, στην εργασία-
κι ας είν’ αδύναμος στο σώμα, στο μυαλό,

γιατί αλλιώς, κανένας δεν τον θέλει
- πριν κλάψει, ας ρωτάει τον ουρανό
.

Τέταρτο δράμα, όταν πρέπει ο ανθρωπάκος
- σαν βρίσκει μια δουλειά, με το στανιό -
τα ένσημα και τα χαρτιά του όλα κάπως
να φτιάξει, δίχως συνδικαλισμό.

Ρεπό και μπόνους του μετρούν με το τσιγκέλι-
κι αν κλάψει, θα τα βρει στον ουρανό.

 
Το πέμπτο δράμα είν’ η ίδια η ζωή του,
που κύκλους κάνει, κι όλο τρύπες στο νερό.
Βασανισμένος ο ανθρωπάκος: η ύπαρξή του
έχει τσακίσει, κι έτσι μοιάζει, από καιρό

σαν να τον σφίγγουν μ’ ένα αόρατο κρικέλλι,
να κλάψει τώρα, πριν βρεθεί  στον ουρανό.

Σήκω ανθρωπάκο, αγωνίσου, πάρε θέση.
Κοίταξε γύρω: να, κι εγώ που σου μιλώ
είμ’ ανθρωπάκος σαν κι εσένα, έχω απωλέσει
στήριξη απ’ τον κοινωνικό μου τον ιστό.

Και μην νομίζεις πως κι εμένα δεν με μέλλει:
κλαίω από τώρα – δεν θα βρω τον ουρανό.

 

 

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ

Την ώρα που φλεγόντουσαν οι βάτοι
τους είδα, στη φρικτή φωτογραφία:
το πρόσωπο, μια μάσκα ήτανε πόνου.
Εγκαύματα στα χέρια και στην πλάτη,
παράπονο στο βλέμμα κι απορία.
Με κοίταγε, απ’ τα πέρατα του χρόνου

το πετρωμένο προσωπείο του εργάτη.

Την ώρα που κατέρρευσαν οι Πύργοι
τους είδα καθαρά στην τηλεόραση:
το πρόσωπο καλύπτονταν με στάχτες.
Εγκαύματα γεμάτοι ανθρώποι μύριοι -
παράπονο στη σκέψη, σαν ενόραση.
Με κοίταγαν, ανάμεσ’ απ’ τους φράχτες

σαν πετρωμένοι υπάλληλοι, μυστήριοι.

Όταν πια πέσαν τα χρηματιστήρια
τους είδα, μέσα στην απελπισία:
το πρόσωπο, γεμάτο από τον τρόμο.
Καμένο το μυαλό, εκατομμύρια
παράπονα και φόβος κι αηδία.
Με κοίταγαν, οι άστεγοι στο δρόμο

σαν πετρωμένα θάνατου αγγελτήρια.

 

Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 8 του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο, Ιανουάριος 2010

 

One Response to “Κλάψε ανθρωπάκο, θα γελάς στον ουρανό”

  1. Ο/Η Chara λέει:

    Σοφούλα μου είναι πολύ όμορφα. Να’σαι καλά!