Ιουνίου 7th, 2017

Θνησιγενείς – όποιος μας σπούδασε το ξέρει.
Δυο αιώνες, σαν σεπτό προτεκτοράτο.
Δυο αιώνες, μες της άβυσσος τον πάτο,
σαν μαριονέτα, που κινεί αλλότριο χέρι.

Θνησιγενείς – κι εμείς με τη γραφή μας.
Ματαίως ανακυκλώνουμε τους στίχους,
ματαίως – αντικρίζουμε όλο τοίχους,
αιμάτινη κι ας είν’ η υπογραφή μας.

Θνησιγενείς – ιθαγενείς και πρόσφυγες και ξένοι.
Της Ιστορίας ειρωνικό το χωνευτήρι.
Της Ιστορίας τα υλικά, στο εργαστήρι,
σε μίγμα εκρηκτικό, που μας προσμένει.

Θνησιγενείς. Θνησιγενείς μες τους θανάτους,
που κάθε μέρα κάποιος λίγο θα πεθάνει.
Που κάθε μέρα είν’ ακάνθινο στεφάνι
κι ένας Σταυρός, ψηλά στο Γολγοθά τους.

Θνησιγενείς, θνησιγενείς, θνησιγενείς σαν ίσκιοι.
Κι εγώ ακούω τους θορύβους των βημάτων.
Κι εγώ ακούω τα ίχνη των θανάτων.
Της Ιστορίας το βέλος, που με βρίσκει.

31/5/2017