Μαρτίου 7th, 2017

Εκεί μπροστά πάνω στο χείλος του γκρεμού
μια ορχήστρα δίπλα απαλά να με σιμώνει
από τα βάθη μου να βγαίνει του σεισμού
το βουητό και το κοινό να με κυκλώνει.

Κι εγώ φιγούρα μέσ’ τα χάη τ’ ουρανού
μ’ ένα μαχαίρι στα πλευρά μου να ματώνει
να πνίγω μέσα μου τους κόμπους του λυγμού
να ξεκινώ ένα χορό που δεν τελειώνει.

Από τ’ ανοίγματα να βγαίνω τ΄ ουρλιαχτού
και η ψυχή με την ψυχή να γεφυρώνει
σαν το κουβάρι να μαζεύω του κορμιού
και πιο ψηλά να το πετώ όσο ψηλώνει.

Κι απ’ τα κελιά τα σφαλισμένα του μυαλού
μια μνήμη από τις μνήμες ξεκλειδώνει
τα βήματά μου οδηγεί μέσ’ του κενού
το κέντρο, με τραβά και με λυτρώνει.