Ιανουαρίου 5th, 2010

 

 

Αναδημοσίευση από την Κυριακάτικη Αυγή, 27/9/2009 – ολόκληρο το άρθρο και εδώ:

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=493029

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ

Έπειτ’ απ’ το δίδαγμα του Καβάφη -πρώτου «πεζολόγου» ποιητή μας-, έπειτ’ απ’ το κήρυγμα του Βάρναλη -πιο ξεκάθαρου ρεαλιστή- μας ερχόταν τώρα μια χαμηλόφωνη, αλλά διαπεραστική εκμυστήρευση, προσιτή σε όλους σχεδόν, γιατ’ ήταν καμωμένη από τα υλικά της καθημερινής ομιλίας, περασμένα όμως με τη στίλβη του λυρισμού. Αυτόν λοιπόν τον ποιητή, που συμπλήρωνε τους δυο τρανούς προκατόχους του, μικρότερός τους αυτός στο ανάστημα, αλλά άρτιος, αυτάρκης, με το δικό του ύφος, με τη νοοτροπία και την καλαισθησία του, πιο τολμηρός από μια άποψη από κείνους, πιο άμεσος στις εμπνεύσεις του, γιατί δε χρησιμοποιούσε σύμβολα ιστορικά, περιβλήματα κλασικισμού, παρά είχε το λυρικό θάρρος να μιλάει κατ’ ευθείαν γι’ αγχόνη του Παγκάλου, για βιβλιοπωλείο του Βασιλείου, για Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, αυτόν τον περιώδυνο και τραγικά ειλικρινή ποιητή βρεθήκαμε έτοιμοι να τον αγκαλιάσουμε δίχως δισταγμό, να επηρεαστούμε ίσως και τεχνικά απ’ αυτόν, αλλά πιο πολύ να νιώσουμε το κλίμα του, γιατί ταίριαζε με τη μοναξιά της ψυχής μας, με τον κοινωνικό μας παραγκωνισμό, με την αισθηματική μας απομόνωση, και πάλι δεν τον ανυψώσαμε αυτόν αποκλειστικά σε φλάμπουρό μας, αλλά τον είχαμε ξαναλέω σαν έναν από τους δασκάλους μας, από τους ποιητικούς οδηγούς μας, και κάνοντας αυτό βαφτιστήκαμε άξαφνα Καρυωτακικοί. Και πλάστηκε έτσι ο μύθος της σχολής Καρυωτάκη. Τάχα ο ποιητής έγινε μόδα (δοξάστηκε με την αυτοκτονία του!) κι εμείς τρέξαμε κοντά του να πάρουμε αξία.

Αυτά κοπανάν δέκα, είκοσι χρόνια τώρα μερικοί καλοπροαίρετοι κύριοι και γνωστοί συνάδελφοί μας [...] λοιδορούν τους θρηνωδούς της σχολής του απαισιόδοξου, του θανατόφιλου Καρυωτάκη, τους οικτείρουν αφ’ υψηλού για τη φτωχή τους, την άχαρη προτίμηση, ενώ κλείνουν με πείσμα οι ίδιοι τα μάτια τους μπρος στο σατιρικό ποιητή, μπρος στα κοινωνικά, έστω και ξεστρατισμένα, τα κάποτε προδρομικά στοιχεία του έργου του [...] Εμείς λέμε πως δεν πρέπει να προσέχουμε και να πολεμάμε τα συμπτώματα, παρά τις βαθύτερες αιτίες. Καρυωτάκης και οι Καρυωτακικοί είναι ένα σύμπτωμα της ελληνικής ζωής, της ασφυκτικά δέσμιας, της στερημένης ανέκαθεν ευπορία και ελευθερία. Αλλ’ αυτό δε σας ενδιαφέρει, παραβλέπετε την ουσία. Και ορίστε η απόδειξη. Μόλις ιδείτε πως οι μιμητές (ας δεχτούμε τη ρετσινιά σας) του Καρυωτάκη, συνεχίζοντας τις αναζητήσεις τους, ψηλαφώντας στο σκοτάδι, βρίσκουν άλλους δρόμους, ανοιχτούς τώρα, προς τη ζωντάνια και τη λύτρωσή τους, προς την αρρενωπή ενατένιση της ζωής, βλέπουμε τότε πως δε σας αρέσει ούτ’ αυτό, πως ξαναβάνετε κιόλα τις φωνές χειρότερα από πρώτα. Οι ολοφυρώμενοι, με την περίεργη διαλεκτική σας, με τους ταχυδακτυλουργικούς υπολογισμούς σας, έγιναν απ’ τη μια μέρα στην άλλη αρνησιπάτριδες1. Πιάστε τους λοιπόν! Τι πρέπει τελοσπάντων να κάνουμε για να μη σας ενοχλούμε με την παρουσία μας, για να μη σας δίνουμε στα νεύρα με τα γραφόμενά μας!

 

1. Π.χ., εν μέσω του εμφυλίου, ο Ανδρέας Καραντώνης επέπληττε τους «καρυωτακικούς» ποιητές του Μεσοπολέμου, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Κοτζιούλας, γιατί ήταν αυτοί που, τώρα, ακολουθούσαν την αριστερά: «Βάψανε κόκκινα τα γκρίζα ρομαντικά μαλλιά τους, μεταμορφώσανε σε απειλητικές επαναστατικές γκριμάτσες τις ρυτίδες του Καρυωτακικού κλαυσίγελου…», Ανδρέας Καραντώνης, Πνευματική ελευθερία, τέχνη και πολιτική [1947].

 

Απόσπασμα από κείμενο του Γιώργου Κοτζιούλα στον Νέο Νουμά, τεύχος 6, Ιανουάριος 1952.