Απριλίου 11th, 2016

1

Τὸ ἔργο τῆς Σοφίας Κολοτούρου ἀναδύεται ἐμφατικά, ἀποφασιστικὰ καὶ προγραμματικὰ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ γνωρίσματα τῆς νεωτερικῆς ποιητικῆς παραγωγῆς ποὺ κατέστησαν τὴν ποίησι στὰ χρόνια μας ἐν πολλοῖς προνομιακὴ ὑπόθεσι μιᾶς ναρκισσευόμενης ἐλίτ, στὴν αὐτάρεσκη ἔπαρσι τῆς ὁποίας οἱ ἀμύητες μᾶζες ἀπαντοῦν μὲ τὴν ἀφοπλιστικὰ εἰλικρινῆ καὶ ἀνησυχητικὰ δικαιολογημένη ἀδιαφορία τους, κάτι ποὺ ὅμως μᾶλλον φαίνεται νὰ ἐπιτείνῃ τούτη τὴν περιχαράκωσι τοῦ κλειστοῦ σιναφιοῦ τῶν ποιητῶν ἀπέναντι στὸ profanum vulgus. Γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Epstein «ἡ μοντέρνα ποίησι, μὲ τὴν προέλασι τοῦ μοντερνισμοῦ εἶχε γίνει πλέον μιὰ τέχνη γιὰ τοὺς εὐτυχεῖς λίγους, καὶ οἱ εὐτυχεῖς λίγοι, πρέπει νὰ εἰπωθῇ, σπανίως εἶναι πιὸ εὐτυχεῖς ἀπὸ ὅσο ὅταν γίνωνται ἀκόμη πιὸ λίγοι».

Ἄν ἐπιχειρούσαμε μέσῳ τῶν ἀναγκαίων γιὰ μιὰ τέτοια κατηγοριοποίησι ἀφαιρέσεων καὶ τυποποιήσεων, νὰ ἀνιχνεύσουμε καὶ νὰ προσδιορίσουμε τὰ γενικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ ποιητικοῦ μοντερνισμοῦ -τοὐλάχιστον τὰ προφανέστερα κι ἐξωτερικώτερα- χωρὶς νὰ ἰσχυριζώμαστε ὅτι διέπουν στὸν ἴδιο βαθμὸ καὶ στὴν ἴδια ἔντασι τὴν μοντέρνα ποιητικὴ παραγωγή –ποὺ μὲ τὴν σειρά της διακρίνεται κι αὐτὴ ἀπὸ μιὰ ποικιλία ἐπιμέρους τάσεων καὶ ῥευμάτων- θὰ καταλήγαμε λίγο πολὺ σὲ μιὰ λίστα σὰν τὴν ἀκόλουθη:

Κατάργησι τῆς φόρμας, δηλαδὴ τοῦ μέτρου καὶ τῆς ὁμοιοκαταληξίας καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγκατάλειψι τῶν προκαθωρισμένων στρφικῶν μορφῶν (μπαλλάντα, σονέττο, τερτσίνα, κτλ). Παρὰ τὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου διάχυτη ἐντύπωσι πὼς ὁ ἔμμετρος καὶ ὁμοιοκατάληκτος στίχος ἔχει -ἤ ἔστω εἶχε- ἐγκαταλειφθῆ ὁριστικά, ἡ πραγματικότητα εἶναι ἀρκετὰ διαφορετική. Πράγματι, ἂν καὶ ἡ ἐπικράτησι τοῦ ἐλεύθερου στίχου ὑπῆρξε καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι τὶς ἡμέρες μας νὰ εἶναι συντριπτικὴ ἐν τούτοις ποτὲ δὲν ἐξέλιπαν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς παραδοσιακῆς φόρμας, ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσουμε περιπτώσεις ὅπως αὐτὲς τῶν τόσο διαφορετικῶν μεταξύ τους Βάρναλη καὶ Καββαδία, (γιὰ νὰ ἀρκεστοῦμε στὶς πιὸ ἀναγνωρίσιμες μορφὲς) ποὺ ἂν καὶ ἀνῆκαν στὴν προπολεμικὴ γενιά τὸ πέρας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τους μᾶς συναντᾷ αἰσίως στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’70, λίγα μόλις χρόνια πρὶν νὰ ἐμφανισθῇ στὸ προσκήνιο, ὡς προγραμματικὰ συνειδητοποιημένο καὶ συστηματικὰ ὑπηρετούμενο, τὸ κίνημα τοῦ νεοφορμαλισμοῦ μὲ τοὺς πρωτοπόρους Λάγιο-Καψάλη-Κοροπούλη.

Ἡ Σοφία Κολοτούρου, ποιήτρια τῆς δεύτερης γενιᾶς τοῦ νεοφορμαλισμοῦ, ἐπιλέγει στὸ τελευταῖο της πόνημα νὰ προτάξῃ ἐμφατικὰ μία μπαλλάντα, στὴν πιὸ αὐστηρὴ καὶ τυπικὴ μορφή της, ὑπὸ τὸν τίτλο τῆς ὁποίας συστεγάζονται τελικὰ ὡς συλλογὴ καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ποιήματα τοῦ φερωνύμου βιβλίου. Ἡ Τρίτη Γενιά, εἶναι κι αὐτὴ ἕνα βιβλίο ἔμμετρης ποιήσεως. Στοὺς στίχους τῶν ποιημάτων τῆς συλλογῆς κυριαρχεῖ ὁ ἴαμβος, συνήθως στὴν ἐνδεκασύλλαβη ἢ δεκατρισύλλαβὴ παραλλαγή του. Μέτρο ποὺ χρησιμοποιήθηκε καὶ ἀξιοποιήθηκε κατὰ κόρον ἀπὸ τοὺς σονεττογράφους, ζωντανεύει καὶ ἀνανεώνεται μέσα ἀπὸ τοὺς στίχους τῆς ποιήτριας, μὲ γόμωσι μιὰ γλῶσσα πιὸ οἰκεία στὸν μέσο ἀναγνώστη, ἐγγύτερη στὸ καθημερινὸ λεξιλόγιο, πόρρω ἀπέχουσα ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ ποιητικὴ γλωσσικὴ ὑψηγορία, ἐνίοτε δέ, ὅπου ἡ ἔντασι τὸ ἐπιτρέπει, ἐνοφθαλμισμένη καὶ μὲ τὸ ἀντιποιητικὸ λεξιλόγιο τῆς ἀργκό, κι αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ μόνη συνειδητὴ παραχώρησι ἔναντι τοῦ μοντερνισμοῦ ποὺ ἐπιτρέπει ἡ Κολοτούρου στὴν ποίησί της. Μιὰ παραχώρησι ποὺ ὡστόσο τίθεται στὴν ὑπηρεσία σκοπῶν μᾶλλον ἀντιμοντερνιστικῶν. Πράγματι, ἂν οἱ σύγχρονοι ποιητές (ὁ ὅρος ἂς ἐκληφθῇ ὡς terminus technicus, ὡς περιγραφικὸς τῆς μοντερνιστικῆς τεχνοτροπιας περισσότερο παρὰ μὲ τὴν περιοδολογική του σημασία), ἂν λοιπὸν οἱ σύγχρονοι ποιητὲς φιλοδόξησαν νὰ ἀπευθυνθοῦν ἀπὸ τὴν καθέδρα τῆς καλλιτεχνικῆς τους δοκησισοφίας στὸν ἀναγνώστη ποὺ συνήθως ἀποκαλεῖται ὑποψιασμένος, ἡ Σοφία Κολοτούρου, ἀντίθετα, ἀνήκει στοὺς ποιητὲς ποὺ διακονοῦν τὸ εἶδος ἐκεῖνο τοῦ ποιητικοῦ λόγου τὸ ἱκανὸ νὰ συγκινήσῃ, τὰ τέρψῃ ἢ καὶ νὰ κινήσῃ ἁπλῶς τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀνυποψίαστου ἀναγνώστη, τοῦ θεωρητικὰ ἀπαράσκευου, καὶ γι’αὐτὸ άπαλλαγμένου ἀπὸ τὴν ἐπιτηδευμένη ἐκείνη ἐκλέπτυνσι ποὺ στὴν πιὸ ἀκραία της ἐκδοχὴ καταλήγει νὰ διαστρέφῃ παρὰ νὰ γυμνάζῃ τὸ καλλιτεχνικὸ αἰσθητήριο. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησι ἐρχόμαστε σ’ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικὸ ποὺ κατατρύχει τὸν μαζικὰ σήμερα παραγόμενο ποιητικὸ λόγο: τὴν ἀποθέωσι τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμοῦ. Ἡ λεπτομερὴς ἐξέτασι τοῦ φαινόμενου καὶ ἡ διερεύνησι τῶν βαθύτερων ἰδεολογικῶν, πολιτιστικῶν, οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν μετατοπίσεων τῆς ἐποχῆς μας, οἱ ὁποῖες στάθηκαν τὰ αἴτια γιὰ τὴν κυριαρχία αὐτὴ τοῦ ὑποκειμενισμοῦ, ὄχι βέβαια μόνο στὴν ποίησι, ἐκφεύγει τὸν στόχο τῆς σύντομης αὐτῆς παρουσιάσεως καὶ συνέχεται μὲ ἀνἀλογα φαινόμενα σὲ ὅλους τοῦς τομεῖς τῆς καλλιτεχνικῆς καὶ ἐν γένει πνευματικῆς ζωῆς, τὰ ἀποτέλεσματά της ὅμως, εἰδικὰ γιὰ τὴν ποίησι, μποροῦμε νὰ τὰ συνοψίσουμε στὴν ἐπιδεικτικὴ ἐκζήτησι, στὴν ἐξαΰλωσι τῆς δημόσιας ταυτότητας τοῦ λυρικοῦ ἐγώ καὶ στὸν κατακερματισμὸ τῆς ποιητικῆς γλώσσας, ἢ καλύτερα στὴν τάσι ἐξυψώσεως τῶν ἑκάστοτε προσωπικῶν ποιητικῶν ἰδιωμάτων σὲ ξένες μεταξύ τους αὐτοτελεῖς γλῶσσες, χρήσιμες μόνο γιὰ τὴν ἐκφορὰ παραλλήλων μονολόγων. Ὅμως ἡ ποίησι τῆς Σοφίας Κολοτούρου δὲν μοιάζει καθόλου μὲ προϊὸν κάποιου ἄμβυκα ἑνὸς ἀποστειρωμένου ποιητικοῦ ἀποστακτηρίου∙ ὁ λόγος της τολμᾷ καὶ «μολύνεται» ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ πραγματικότητα. Τὸ ποιητικὸ ἐγώ, ἡ persona loquens, ἀκόμη κι ὅταν ἀφορμᾶται ἀπὸ βιώματα κατάφωρα προσωπικά, ἐπιδιώκει τὴν ἐξαντικειμενίκευσι τῆς ἀτομικῆς ἐμπειρίας, τὴν ἀναγωγὴ τοῦ ἰδιωτικοῦ στὸ δημόσιο, κάτι ποὺ μοιραῖα ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τὴν χρῆσι μιᾶς γλώσσας  ποὺ ἀποτιμᾶται μὲ κριτήριο τὴν ἀναφορά της στὴν ἐμπειρικὰ ἐπαλήθεύσιμη, ψηλαφητὴ πραγματικότητα. Ποιήματα ὅπως «Ὁ ἀνθρωπᾶκος», ἡ «Τριλογία στὶς Γειτονιὲς τοῦ Κόσμου», «Τὸ Κοριτσάκι μὲ τὰ Σπίρτα στὰ Ἐξάρχεια», «Κωνσταντίνα Κούνεβα», «Ῥέμα Χαλανδρίου», «Θέατρο Σκιῶν» μᾶς μεταφέρουν ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο τους τὰ περισσότερα, σὲ τόπους οἰκείους καὶ ἄμεσα ἀναγνωρίσιμους, σὲ πρόσωπα ποὺ σημάδεψαν ἢ σημαδεύτηκαν ἀπὸ τὴν πρόσφατη κοινωνική, πολιτικὴ ἢ καλλιτεχνικὴ ἐγχώρια καὶ διεθνῆ πραγματικότητα καὶ σὲ γεγονότα τῶν ὁποίων ἡ ποιητικὴ ἐξεργασία δὲν ὀλισθαίνει μέσῳ  ἀλλεπάλληλων καὶ -κυρίως- ἀνέλεγκτων  διηθήσεων πρὸς τὴν ἀποτύπωσι τῆς στιγμιαίας καὶ ἀτομικῆς προσλήψεώς τους, ὡς ἐκδηλώματος μιᾶς τάχα ἀνώτερης καλλιτεχνικῆς ἰδιορρυθμίας, ἀλλὰ ἐκφράζει καὶ διαλέγεται μὲ ὑπαρκτὲς κοινωνικὰ καὶ ἰδεολογικὰ μεθερμηνεῖες τους. Τοῦτο ὀφείλουμε νὰ τὸ ἀναγνωρίσουμε στὴν ποιήτρια, ἀνεξαρτήτως τῆς ἔναντι τῶν γεγονότων δικῆς μας τοποθετήσεως. Ὁμοίως καὶ σὲ ποιήματα προδήλως αὐτοβιογραφικά, ὅπως τὸ «Sweet Sixteen», τὸ «Μικρὰ Ἐγκλήματα Μεταξὺ Φίλων»τὸ «Παράκλησι γιὰ μιὰ Μικρὴ Κουφή», ποίημα στὸ ὁποῖο ἡ persona loquens ταυτίζεται ἀναφανδὸν μὲ τὸ ἱστορικὸ πρόσωπο τῆς ποιήτριας, (κάτι ποὺ συμβαίνει καὶ στὸ «Κοινωνικὸς καὶ Ἀναπηρικὸς Ἀποκλεισμός»), ὁ πυρῆνας τοῦ προσωπικοῦ βιώματος ἐκδιπλοῦται στὴν σφαῖρα τοῦ δημόσιου ἢ τοῦ διαπροσωπικοῦ κοινωνικοῦ βίου, τὸ ὑποκειμενικὸ ἐξαντικειμενικεύεται, ἀκριβῶς ὅπως στὴν ἔμμετρη ποίησι ὁ ἀτομικὸς λόγος ὑποτάσσεται στοὺς ἐξωτερικοὺς κανόνες τῆς φόρμας. Ἀσφαλῶς καὶ εἶναι αὐτονόητο πὼς κάτι τέτοιο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ παρὰ μόνο μὲ τὴν χρῆσι τῆς γλώσσας ὡς ὠργανωμένου φορέα ὠργανωμένου νοήματος, ὅπου ἡ ἀλληλουχία τῶν λέξεων ὑπακούει στὶς καθιερωμένες συμβάσεις τῆς γλωσσικῆς κανονικότητας. Τοῦτο φυσικὰ διόλου δὲν σημαίνει ὅτι λείπει τὸ προσωπικὸ ὕφος, σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ἡ γλῶσσα ἐπιστρατεύεται ὡς ὄχημα τοῦ νοήματος καὶ δὲν θεματοποιεῖται ἡ ἴδια. Διότι ἕνα ἀκόμη μοντερνιστικὸ χαρακτηριστικό, ἀπὸν ἀπὸ τὸ ἔργο τῆς Σοφίας Κολοτούρου, εἶναι αὐτὴ ἡ περίφημη σκοτεινότητα τοῦ νοήματος ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν διάρρηξι τῆς ἔλλογης ἀλληλουχίας τῶν λέξεων. Κατ’οὐσίαν στὸ μοντερνιστικὸ μοντέλο τὸ θέμα τῆς ποιήσεως καταλήγει νὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ γλῶσσα, χωρὶς ἀναφορὲς σὲ κάποια ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα, στὶς δὲ ἀκραῖες ἀπολήξεις τῆς τάσεως τούτης χωρὶς ἀναφορὲς σὲ ὁποιαδήποτε πραγματικότητα, οὔτε κὰν ὑποκειμενική (π.χ. τὰ λεττριστικὰ ποιήματα). Στὰ ποιήματα τῆς Τρίτης Γενιᾶς, ὅπως καὶ σὲ ὅλο τὸ ἔργο τῆς Κολοτούρου, ἡ ὑποταγὴ τῆς ἐκφράσεως στὴν κλειστὴ μορφὴ ποὺ προϋποθέτει τὸ μέτρο καὶ ἡ ὁμοιοκαταληξία συνιστᾷ τὸ δομικὸ σύστοιχο στὴν ἐξ ἀπόψεως περιεχομένου τιθάσευσι τῆς ῥοῆς τοῦ λόγου ἐντὸς τῆς κοίτης τοῦ ἔλλογου νοήματος. Τὸ ποίημα ἀκεραιώνεται ὡς μιὰ ὡλοκληρωμένη σύνθεσι καταληπτὴ στὸν ἀναγνώστη, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ποιήτρια ἀποκαθιστᾷ τὴν ἐπαφὴ καὶ τὴν συνεννόησι, δὲν προτείνεται αὐτοαναφορικὰ ὡς μιὰ πιθανὴ ἑρμηνεία τοῦ ἑαυτοῦ του.

Ἡ ποίησι τῆς Σοφίας Κολοτούρου εἶναι μιὰ ποίησι γήινη, ἀλλὰ ὄχι καὶ λιγότερο ποίησι γι’αὐτὸν τὸν λόγο. Τὸ εὖρος τῆς θεματολογίας της καλύπτει ἕνα μεγάλο φάσμα προβληματικῶν, ἀπὸ τὴν ὑπαρξιακὴ διερώτησι, τὴν κοινωνικὴ καταγγελία, τὴν ὀνειρικὴ ἀναπόλησι ἕως τὴν λογοτεχνικὴ κριτικὴ καὶ αὐτοκριτικὴ καὶ τὴν ἐρωτικὴ ἐπιθυμία, ὅ,τι δηλαδὴ λίγο-πολὺ ἀπασχολοῦσε διαχρονικὰ καὶ ἀπασχολεῖ τὴν ποίησι καὶ τὴν λογοτεχνία, ὅ,τι τελικὰ ἀπασχολεῖ τὸ ἐν γένει ἀνθρώπινο πνεῦμα.

Ὡστόσο οἱαδήποτε παρουσίασι τοῦ ἔργου τῆς Σοφίας Κολοτούρου θὰ ἀπέβαινε δραματικὰ ἐλλιπὴς καὶ θὰ παρέμενε κολοβή ἂν δὲν συνωδευόταν ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη ὑπόμνησι τῆς πιὸ χαρακτηριστικῆς, μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τῆς ποιήτριας, ἰδιότητάς της, αὐτὴν τῆς ἀκτιβίστριας στὸ πεδίο τῶν δικαιωμάτων τῶν κωφῶν καὶ ἰδιαιτέρως τῶν μεταγλωσσικῶν κωφῶν. Μεταγλωσσικὴ κωφὴ καὶ ἡ ἴδια, ἄτομο δηλαδὴ ποὺ ἀπώλεσε ὁλοκληρωτικὰ τὴν ἀκοή του μετὰ τὴν κατάκτησι τῆς γλώσσας, καὶ συνεπῶς ὁμιλοῦσα κωφή, ἀναγκασμένη νὰ ζῇ συνεχῶς στὴν φαιὰ ζώνη μεταξὺ τῆς ἐπικράτειας τῶν ὁμιλούντων ἀκουόντων καὶ αὐτῆς τῶν μὴ ὁμιλούντων κωφῶν, φορέας τούτης τῆς ἰδιότυπης διπλῆς ἰθαγένειας, ποὺ συνήθως ἀντιστρέφεται κατοπτρικὰ σὲ ἀνιθαγένεια, ἀντιμέτωπη μὲ τὴν ἑκατέρωθεν καχυποψία, ἡ ὁποία ἀπὸ μεριᾶς τῶν μὴ ὁμιλούντων νοηματιζόντων κωφῶν λαμβάνει ὄχι σπάνια τὶς διαστάσεις ἀνοιχτῆς συγκρούσεως, πιεσμένη ἀνάμεσα στὴν ἄγνοια τοῦ πλήθους τῶν ἀκουόντων καὶ στὶς –πρέπει νὰ τὸ ποῦμε- ἰδιοτελεῖς προκαταλήψεις τῆς κλειστῆς κοινωνίας τῶν νοηματιζόντων, «γιὰ τοὺς κωφοὺς παράμερη, γι’ἀκούοντες παρίας» ὅπως αὐτοσυστήνεται ἡ ἴδια μέσα στὸ ποίημά της «Κοινωνικὸς καὶ Ἀναπηρικὸς Ἀποκλεισμὸς» παραλλάσσοντας ἕνα περίφημο στίχο τοῦ Διονύση Καψάλη, ἡ Σοφία Κολοτούρου, ποὺ δὲν φοβᾶται νὰ ἀρθρώσῃ μὲ γενναιότητα τὴν λέξι-ταμποὺ «Ἀνάπηρος» χωρὶς τὰ ἐπιβαλλόμενα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ὀρθότητα νενομισμένα καρυκεύματα καὶ τὰ συνήθη στὴν κοινωνία εὐφημιστικά, ἀλλὰ καὶ παραπλανητικὰ ψιμμύθια, ἀνατρέπει μέσῳ τῆς λελογισμένης πίστεώς της στὴν πρόοδο, τὸ ἀρχετυπικὸ ἡσιόδειο μοτῖβο τῆς προϊούσης φθορᾶς τῶν ἀνθρώπινων γενῶν καὶ τῆς νοσταλγίας γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ πρώτου, χρυσοῦ γένους, μὲ τὸ σπαρακτικό, ἀλλ’ἐν τέλει συγκρατημένα αἰσιόδοξο ἐναρκτήριο καὶ φερώνυμο τῆς συλλογῆς ποιήμά της, τὀ μόνο ἴσως ποίημα ποὺ προϋποθέτει τὴν στοιχειώδη ἐνημέρωσι τοῦ ἀναγνώστη πάνω στὶς ἐσωτερικὲς διαμάχες τῆς κοινότητας τῶν κωφῶν. Γιὰ περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω στὸ μὴ ποιητικό της, ἀλλὰ ἀρκούντως διαφωτιστικὸ ἔργο της «Τὰ Ἑπτὰ Πρόσωπα τῆς Κώφωσης», ὅπου μὲ τρόπο μυθιστορηματικὸ ἐκτίθενται πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ ἀνύποπτου καὶ ἔπληκτου ἀναγνώστη τὸ δρᾶμα, τὰ διλήμματα καὶ οἱ ὀδυνηρὲς ὡς πρὸς τὶς συνέπειές τους γιὰ τὴν ζωὴ τῶν πασχόντων ἀπὸ κώφωσι ἀνθρώπων, μελῶν τῆς κοινότητας τῶν κωφῶν, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ προστατεύῃ καταλήγει κάποτε κάποτε νὰ δυναστεύῃ τὰ μέλη της. Ἡ Τρίτη Γενιὰ τῶν ἀκουστικὰ ἀναπήρων, εἶναι ἡ γενιὰ ποὺ κατὰ τὰ λόγια τῆς ποιήτριας «στὸ φῶς ἀναβαπτίζεται τῆς γνώσης» καὶ ἀπαλλάσσεται τελικὰ ἀπὸ τὰ δεσμὰ ποὺ τῆς κληροδότησαν οἱ προκάτοχοί της.

Ὅπως καὶ νἄχῃ, θαυμάζω τὴν Σοφία Κολοτούρου, γιατί, ἂν καὶ στερημένη ἀπὸ τὸ τόσο αὐτονόητο γιὰ μᾶς δῶρο τῆς ἀκοῆς, δὲν ἔπαψε, νὰ ἐνωτίζεται τὰ ἠχηρὰ μηνύματα τῆς ἀντιφατικῆς ἐποχῆς μας, μετουσιώνοντας τὸν ἄμορφο θόρυβό τους σὲ ἔμμετρο λόγο, δηλαδὴ σὲ ποίησι μὲ μουσικότητα καὶ ῥυθμό. Εὐαίσθητη δέκτρια τοῦ ποιητικοῦ λόγου καὶ ἡ ἴδια, ἐπέλεξε ἔτσι νὰ ἀναπληρώσῃ μὲ τὴν τέχνη της αὐτὸ ποὺ ἡ φύσι τῆς στέρησε. Γι’αὐτὸ καὶ τὴν εὐχαριστῶ.