Ιανουαρίου 3rd, 2014

sofnik3

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Είν’ ένα καφενείο, σε ακροθαλάσσι,
λιγάκι ερημικό. Γέροι ξωμάχοι
μαζεύονται, που απόμειναν μονάχοι,
να βλέπουν τη ζωή που έχει περάσει.

Αλλά το χούι, απ’ όλους τελευταίο
θα φύγει: μερικοί παίζουνε τάβλι,
και στα χαρτιά το ρίχνουν οι πιο φαύλοι
που με τους πλέον εκφύλους τους συγχέω:

αυτούς που ‘χουν το νου τους στο γαμήσι
- μπορούνε δεν μπορούν, αδιάφορό τους.
Σαν μάστορα έχουν βρει και διάβολό τους
μία γιαγιά, που πάει να τους τσιγκλήσει.

Μα την προσέχει πάντα ένας παππούλης,
σαράντα χρόνια τώρα σύντροφός της,
άγρυπνος παραστάτης και φρουρός της,
αν και υπήρξε επίσης τσαχπινούλης.

“…Που είσαι;” όλο φωνάζει, “βρε γυναίκα”,
- δήθεν αδιάφορος, μες στα χαρτιά του,
μέσα του βράζει, τρέμει η καρδιά του –
“άργησες ήδη…περασμένες δέκα…”

“…Άντρα μου, μια στιγμούλα έλειψα μόνο,
κρασάκι απ’ το υπόγειο να πάρω…
Νομίζεις, τάχα πήγα να φλερτάρω;
- Τώρα μόνο θα φλέρταρα τo Χρόνο…”


Περιοδικό Τεφλόν, τχ.2, Νοέμβρης 2009