Οκτωβρίου 22nd, 2013

ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ

Aπό την αγαπημένη φίλη, την υπέροχη κυρία Αγαθή Δημητρούκα (που ούτε στον ύπνο μου ότι μια μέρα θα της μιλούσα, θα τη γνώριζα και θα είχα το θάρρος να την προσφωνήσω φίλη), από αυτή τη γυναίκα που έχει περπατήσει βήμα βήμα με την ιστορία του τόπου μας και που, όπως λέει σε ένα τραγούδι της:  «ήρωες και θύματα πάμε χέρι χέρι» , έλαβα και αναδημοσιεύω την παρακάτω αλληγορική ιστορία για τον Κουφό Ελέφαντα.

Για να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε, πόσο ακόμα μπορούμε να κάνουμε ότι δεν βλέπουμε τον Ελέφαντα (της κώφωσης) στο δωμάτιο; Και μήπως… μπορούμε να κάνουμε τελικά κάτι για τους κωφούς φίλους και γνωστούς μας, έστω κι αν έχουν χάσει πια τον βηματισμό τους κι οι υπόλοιποι ζορίζονται στο πλάι τους; Εστω κι αν μιλάνε τόσο δυνατά που τους ακούνε όλοι και οι φίλοι τους ντρέπονται; Κι όπως λέει κι εκείνη, πάλι στο ίδιο τραγούδι: «σάλπιγγα ψυχή μου βγάλε ήχους»… ίσως, με τη βοήθεια των φίλων που μας δίνουν το χέρι τους, μπορεί να γίνει κι αυτό.

Ο κουφός ελέφαντας

Η φίλη μου η Ζωή πηγαίνει συχνά στην Αφρική. Στήνει τη σκηνή της εκεί που τελειώνει η σαβάνα και αρχίζει η πυκνή βλάστηση της ζούγκλας. Δεν τρομάζει από τα άγρια ζώα που κυκλοφορούν γύρω της. Δεν τρέμει από φόβο. Το αντίθετο. Κάθεται όλη μέρα ακίνητη και παρατηρεί πώς συμπεριφέρονται όταν παίζουν μεταξύ τους και πώς κινούνται για να βρουν τροφή. Έπειτα μ’ ένα μολύβι, μονοκοντυλιά που λένε, σχεδιάζει τις σιλουέτες τους στο ημερολόγιό της και από κάτω βάζει μια λεζάντα του τύπου: «Αυτό το λιοντάρι οσμίζεται τον αέρα κοιτάζοντας πάντα προς τα δυτικά».

Πολύ τη θαυμάζω τη Ζωή. Γι’ αυτό κι εκείνη, όταν γυρίζει στην Αθήνα, σ’ εμένα πρωτοδείχνει το ημερολόγιό της. Και τότε εγώ διαβάζω: «Πρώτη μέρα: Μια αγέλη ελεφάντων βγαίνει από τη ζούγκλα έξω στη σαβάνα με ορμή και φασαρία, όπως κάνουν τα παιδιά, βγαίνοντας από την τάξη στο προαύλιο, μόλις χτυπάει κουδούνι». «Δεύτερη μέρα: Οι ελέφαντες αντιλαμβάνονται την παρουσία μου και περικυκλώνουν τη σκηνή μου. Φαίνονται φιλικοί, αλλά με κοιτάνε με περιέργεια στο βλέμμα τους, σαν τα παιδιά που επισκέπτονται κάποιο ζωολογικό κήπο. Κοντεύω να πουντιάσω με τόσες προβοσκίδες να με φυσάνε ολόγυρα». «Τρίτη μέρα: Ένας ελέφαντας έχει ξεμείνει πίσω, μόνος του. Μασάει με θόρυβο και φυσάει την προβοσκίδα του τόσο δυνατά, που όλοι οι άλλοι έχουν φύγει μακριά του. Τους ακολουθεί αργά αργά, παρ’ όλο που δεν είναι ο γεροντότερος. Περπατάει βαριά βαριά, παρ’ όλο που δε μοιάζει πιο βαρύς και πιο χοντρός από τους υπόλοιπους. Τι του συνέβη ξαφνικά;».

Ζωή, πρέπει να έχασε απότομα την ακοή του… Όπως ο Γιώργος, ο συμμαθητής μου. Περπατάει βαριά κι αργά και, όταν λέει μάθημα ή κουβεντιάζουμε μεταξύ μας, μιλάει τόσο δυνατά σαν να είναι στη μια μπασκέτα αυτός κι εγώ στην άλλη. Και είμαι εκεί, δίπλα του, γιατί είναι ο κολλητός μου.

Αγαθή Δημητρούκα, 7/5/2007