Απριλίου 23rd, 2013

402302_180

3. Από το Τα μελένια λεμόνια (2005)

(Από το 29ο Βιβλίο)

3

(Το κορίτσι με το λεμόνι -
κι όχι πια Madonna Sixtina)

Ήταν εκείνο το ξημέρωμα
στην ακροθαλασσιά,
εκεί όπου έσκαζε το μελανό κύμα,
εκεί όπου έσκαζε το αίμα της Λερναίας Ύδρας,
εκεί όπου έσκουζε ο ρόγχος του Αίαντα.
Κόκκινος και γκρίζος ο κόσμος,
ναι, ήταν εκείνο το ξημέρωμα
στην ακροθαλασσιά μου.

Ένα κορίτσι φάνηκε μέσα από τα νερά,
γυμνό κι απελπισμένο -
θέριζε, θέριζε η απελπισιά
τις βλεφαρίδες της.

Κι είχε στα χέρια της
μια λησμονιά
μια μελανιά
ένα λεμόνι

Κι είχε στα μάτια της
ένα μελένι
ένα λεμόνι
ένα αμόνι

Κι είχε στο στήθος της
ένα λεμόνι
ένα σπουργίτι
ένα δρολάπι

Μίλησε τότε το σπουργίτι
με τη ματωμένη τραχιά φωνή του.

Από αιώνες μάς μιλούν
για τη λανθασμένη ακροθαλασσιά,
για τη λανθασμένη αγάπη,
για τα λανθασμένα τρέμουλα του πιγουνιού μας·
από αιώνες μάς μιλούν
για τις τρομερές Σειρήνες,
το πλανερό τραγούδι τους, το φριχτό τους πρόσωπο,
την αμαρτία που σκουληκιάζει την ψυχή του ανθρώπου,
μα πώς σερμπέτιασαν έτσι τα κίτρα,
πώς ζαχάρωσαν έτσι τα πικραμύγδαλα,
κι οι λεμονιές καρπίζουν μελένια λεμόνια.

Ανάποδα, ανάποδα να γυρίσει ο κόσμος
κι η Ιστορία να τρέχει να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα,
να φωνάζει αρχαγγέλους και φλογοβολιστές για βοήθειά της.

Μην ανησυχείτε, λοχαγοί και στρατιώτες,
παπάδες, θεολόγοι, ψυχολόγοι και ποιητές,
πάντοτε στο τέλος είστε οι νικητές,
οι άνθρωποι πλάστηκαν για να σφάζουν βρέφη,
να καίνε σάρκες και να πυροβολούν μέσα στο μουνί των γυναικών,
οι άνθρωποι πλάστηκαν για να φοβούνται,
έτσι δεν είναι;
Ω, μην ανησυχείτε,
μπορείτε να βρείτε τους αντίχριστους που σας χρειάζονται,
μπορείτε να βρείτε τους απαραίτητους απίστους,
τους απαραίτητους εχθρούς και τα απαραίτητα πρόβατα
που χάθηκαν στο μαύρο δάσος.

Αυτά είπε το σπουργίτι
με την τραχιά ματωμένη του φωνή
κι έπειτα πέταξε αδύναμα,
χάθηκε στον γκρίζο αγέρα.
Κι ευθύς μια βοή ακούστηκε,
ερχότανε από μακριά, ώσπου μας τύλιξε·
ήτανε το δρολάπι που απαντούσε:

Αα και βου και θου και ου –
στο στήθος των ονείρων μας βρίσκεται
το κλαδάκι της μυγδαλιάς που σου πήρε ο άνεμος
η τρελλή ροδιά, τον άλλο χρόνο μπορεί να ανθίσει
με τρία ρο και τέσσερα λάμδα.
Στο στήθος των ονείρων μας βρίσκεται
το μενταγιόν με το παλιό αίνιγμα
ποιος είναι αυτός που πατάει το κουμπί
και πέφτει η βόμβα;

Αα και βου και θου και ου –
στο στήθος των ονείρων μας βρίσκονται
οι τυφλοί Βούλγαροι που ανεβαίνουν το ποτάμι,
οι πυραμίδες του Τιμούρ Λενκ,
το μανιτάρι της Χιροσίμα –
εσύ το ονειρεύτηκες,
εσύ πάτησες το κουμπί.

Αα και βου και θου και ου –
στο στήθος των ονείρων μας βρίσκεται
και ο δενδρόκηπος που είναι γιομάτος με γυμνόστηθες κόρες,
σειρήνες, μέδουσες και ερινύες,
σερμπέτικες αμαρτίες και λιγωμένα φίδια,
με λιγωμένη βλάστηση και λιγωμένους καρπούς.

Αα και βου και θου και ου – να ανησυχείτε,
ω, να ανησυχείτε, λοχαγοί και στρατιώτες,
παπάδες, θεολόγοι, ψυχολόγοι και ποιητές,
ποτέ δεν θα σας υπακούσω,
ποτέ δεν θα υπακούσω στους Παντοκράτορές σας,
είμαστε άνθρωποι και θα γεννάμε ανθρώπους,
είμαστε τέρατα και θα γεννάμε τέρατα,
είμαστε σάρκα και θα γεννάμε σάρκα,
είμαστε άνεμος και θα γεννάμε άνεμο·
έστω – είμαστε φόβος και θα γεννούμε φόβο,
μα διαλέξαμε να πεθαίνουμε,
να μείνουμε μάταιοι και αμαρτωλοί,
να μείνουμε αμαρτωλοί μέχρι το τέλος.

Έτσι φύσηξε το δρολάπι –
κι έτσι έσβησε.
Και τότε το κορίτσι με τη λησμονιά,
το κορίτσι με τη μελανιά,
το κορίτσι με τις βλεφαρίδες
που θέριζαν, θέριζαν την απελπισιά,
έφερε το χέρι στο στόμα
και δάγκωσε κατάστηθα το λεμόνι της
εκεί, στην ακροθαλασσιά,
στην ακροθαλασσιά μου.