Απριλίου 18th, 2013

safe_image.php

Πρόβα Θανάτου

Οι ποιητές περίτεχνα στοιβάζουν
τις λέξεις, και ψηλούς ορθώνουν τοίχους,
την τέχνη τους να σώσουν από ήχους
ατάκτους, ενός όχλου που χλευάζουν.

Στις συναθροίσεις δε, και στις παρέες,
καχύποπτα κοιτάνε τους αγνώστους
που ζητιανεύουν κάτι απ΄ το φως τους
- νέοι συνήθως μ΄ επικίνδυνες ιδέες.

Για λίγο μόνο αποσπά την προσοχή τους
κάποιο σημάδι απ΄ την κίνηση στον δρόμο,
κλεφτά η μούσα ερωτεύεται τον χρόνο
και το παρόν γεννά την έμπνευσή τους.

Κι ύστερα πάλι βιαστικά πως επιστρέφουν
στα σκοτεινά, τα μυστικά και τα σπουδαία
-πρόβα θανάτου η λέξη κάνει  τελευταία-
στους μέσα στίχους δαίμονες εκτρέφουν.

Καταραμένοι κάποιοι θέλουν να πεθάνουν
και τον χαμό τους γράφουν σε μπαλάντα
- αίφνης θα παίζει εμβατήρια μια μπάντα -
σημάδι βάζουν την ζωή τους να ξεκάνουν.

—————————————————

Στο ραντεβού τους έχει αργήσει η Ιστορία
και όλοι μαζί γυρεύουν μούσα αφηγητή
το ποίημα πρέπει να γραφτεί πριν το πρωί
εδώ και τώρα που συνθέτει η φαντασία.

Κι έτσι ο Μπωντλαίρ διαβάζει Καρυωτάκη
Γώγου απαγγέλει ο Μαγιακόφσκι δυνατά
κι ο Ηλίας με στίχους του Ρεμπώ χειροκροτά
μια βραδιά στης Σύλβιας Πλάθ το σαλονάκι.


Γεωργόπουλος Νίκος
Απρίλης 2013