Ιανουαρίου 29th, 2013

map_compass_400

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου για το έργο του φίλου συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη θα παρουσιάσουμε σε 10 συνέχειες χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του, τα οποία επέλεξε ο ίδιος ως τα πιο αντιπροσωπευτικά. Σήμερα θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε στην Σταυρούλα Σκαλίδη και τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν αποσπάσματα από τα βιβλία του, όπως βλέπετε και παρακάτω. Ετσι θα πάρουν και οι φίλοι της σελίδας μας μια μικρή αλλά αντιπροσωπευτική ιδέα για το σύνολο του έργου του!

Θανάσης Τριαρίδης

Μικρή αυτοανθολόγηση

Αντί προλόγου: Από συνέντευξη με την Σταυρούλα Σκαλίδη (2012)

1. Από το  μυθιστόρημα Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα (2000, 2009)

2. Από το  Τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε (2002)

3. Από το Τα μελένια λεμόνια (2005)

4. Από το Ich bebe  (2007)

5. Από το Πρώτο βιβλίο των Χλωρών διαμαντιών

6. Από το θεατρικό έργο La ultima noche ή οι καρχαρίες (2010)

7. Από το θεατρικό έργο Μένγκελε (2012)

8. Από την μαρτυρία Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα (2009)

9. Από το παραμύθι Το αγόρι πίσω απ’ το τζάμι (2011)

10. Από το δοκίμιο Η επερχόμενη πείνα ή όταν οι άνθρωποι ρίχνουμε τον κλήρο (2009)

Αντί προλόγου:
Από συνέντευξη με την Σταυρούλα Σκαλίδη (2012)
http://www.triaridis.gr/keimena/keimE042.htm

[…]

Η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι τα έργα σου εκείνα που δεν φέρουν έντονα τα ίχνη της διακειμενικότητας -ή τουλάχιστον αυτά δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμα ή ορατά- διαθέτουν μια ισχυρή δυναμική και μια πηγαία, όχι απλώς δυνατότητα, αλλά βεβαιότητα σύνδεσης με τον αναγνώστη και τα ψυχικά του υποστρώματα. Καταφεύγεις όμως όλο και πιο σπάνια σ’ αυτήν την ευθεία, κατά μέτωπον επικοινωνία με τον αναγνώστη. Γιατί; Είναι συνειδητή επιλογή; Πού αποσκοπεί;

Αν καταλαβαίνω σωστά την ερώτηση, κάνεις ένα διαχωρισμό: Από τη μια πλευρά βάζεις εκείνα τα βιβλία μου των οποίων η αναγνωστική πρόσληψη δεν προαπαιτεί την προηγούμενη ανάγνωση άλλων έργων ή τη γνώση πολιτισμικών παραμέτρων, ευρύτερων ή εξειδικευμένων – δηλαδή (φαντάζομαι πως) μιλάς για την Κουπέλα, τον Πέτρο Μπόλε, το Ιch bebe, το Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα, το Αγόρι πίσω απ’ το τζάμι, τα θεατρικά έργα κ.ά. Κι από την άλλη πλευρά νιώθω πως βάζεις τα μελένια λεμόνια, τα χλωρά διαμάντια (ή ακόμη και το Κόψε-κόψε ή τα Ειδύλλια): δηλαδή βιβλία που μοιάζουν με παλίμψηστα αναφορών (εσωτερικών και εξωτερικών), έχουν χαοτική δομή και παρουσιάζουν αυτονόητες αναγνωστικές δυσκολίες – ενδεχομένως και αξεπέραστες.

Ο διαχωρισμός αυτός δείχνει λογικός – και μπορώ να κατανοήσω την ανάγκη που τον προκαλεί. Αλλά στο μυαλό μου και στις προθέσεις μου δεν στρέχει. Κι ούτε μπορώ να κάνω κάτι για να αναιρέσω αυτήν την αίσθηση. Όταν γράφω, παλεύω να εκφράσω ένα σύνολο – και δεν έχω διόλου στο μυαλό μου αν το συγκεκριμένο κείμενο θα απολήξει σε μια αφήγηση πιο αναγνώσιμη ή πιο κρυπτική. Το σύνολο είναι που με ενδιαφέρει και όχι τα επιμέρους βιβλία. Και αυτό δεν είναι συνειδητή επιλογή – είμαι καμωμένος για να γυρεύω αυτό το σύνολο, είναι η φύση μου.

Επιπλέον υπάρχει μια πραγματικότητα που περιπλέκει τα πράγματα: ο αναγνώστης που θα θελήσει να διαθέσει χρόνο και ψυχή για να μπει στα γραπτά μου (και χρησιμοποιώ συνειδητά το ρήμα μπει), μπορεί να δει μονάχα την κορυφή του παγόβουνου αυτής της φύσης – δηλαδή μόνο τα βιβλία που ολοκληρώνονται και δημοσιεύονται είτε έντυπα είτε ηλεκτρονικά. Όπως γνωρίζεις, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια γράφω πολλά βιβλία ταυτόχρονα – ελάχιστα από αυτά (ούτε το 1/30) ολοκληρώνονται. Στα αρχεία των υπολογιστών μου συσσωρεύω εκατοντάδες βιβλία και κείμενα κάθε είδους (συχνά εκατοντάδων σελίδων) που απομένουν να χάσκουν – και συχνά μελαγχολώ όταν σκέφτομαι πως πολλά από αυτά τα αρχεία δεν θα τα ξανανοίξω ποτέ. Για μένα, αυτό που διυλίζεται και απολήγει στη δημοσίευση είναι οργανικά συνδεδεμένο με αυτό που απομένει ημιτελές – και αυτό το σύμπλοκο είναι η αγωνία (και ο αγώνας) για το σύνολο. Εδώ και χρόνια αντιλαμβάνομαι ετούτο το σύνολο ως δεύτερο σώμα (σωστότερα: ως ένα άλλο σώμα) που ζει και τρέφεται επί του σώματός μου. Κάτι σαν παράσιτο ή σαν μόσχευμα.

Κι επειδή η παραπάνω περιγραφή είναι ελαφρώς τρομακτική, θέλω να σου δώσω δυο παραδείγματα για να γίνει πιο κατανοητό αυτό. Τα μελένια λεμόνια γράφονταν επί δεκαεφτά χρόνια (από το 1988 μέχρι το 2005) μέχρι να ολοκληρωθεί η δημοσιευμένη δομή: εν τω μεταξύ ενηλικιωνόμουν, ερωτευόμουν, γεννούσα παιδιά, άλλαζα επαγγέλματα, άρχιζα και τέλειωνα καινούρια βιβλία, χρεοκοπούσα, απελπιζόμουν, κατέρρεα και αναθαρρούσα – αλλά τα λεμόνια ήταν διαρκώς μπροστά μου, ζούσα μαζί τους. Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα με τα χλωρά διαμάντια: ξεκίνησαν το 2002 και μια δεκαετία αργότερα εκδόθηκε μόλις το Πρώτο Βιβλίο – που είναι το 1/3 του αρχικά εικαζόμενου συνόλου. Οπότε γίνεται αντιληπτό πως ο αναγνώστης διαβάζει βιβλία (ή κείμενα), αλλά για μένα είναι κάτι σαν χρόνιες αρρώστιες – διανοητικές πληγές που ζουν μαζί μου, μεγαλώνουν μαζί μου, ενδεχομένως σε βάρος μου.

Τώρα σκέψου πως και τα δύο αυτά βιβλία (project ίσως είναι η σωστή λέξη) είναι με τη σειρά τους μονάχα δύο μέλη του συνόλου – δύο, ελπίζω οργανικά, κομμάτια του. Οπότε καταλαβαίνεις το χάος το οποίο προσπαθώ να αποδιοργανώσω και να ξαναστήσω. Σκέφτομαι πως είμαι (ή έστω: έχω γίνει) ένα πλάσμα–ξενιστής που ανέλαβε (ή: του έτυχε) να θρέψει ένα παράσιτο-τέρας – και κάποτε διαπιστώνω πως το εγώ μου βρίσκεται περισσότερο στο παράσιτο και όχι στον ξενιστή.

Εσύ που θες να μιλάς για τον άνθρωπο, για τις βαθύτερες αγωνίες του, που σε νοιάζει -ενεργά και αδιάλειπτα- η προάσπιση των δικαιωμάτων του, γιατί ρέπεις κάποτε προς μια τάση λογοτεχνικού ελιτισμού; Είναι επιδίωξή σου να δυσκολεύεις τη σχέση με τον αναγνώστη; Είναι μια σχέση που πιστεύεις ότι πρέπει να κατακτάται, να κερδίζεται δύσκολα και από τις δυο πλευρές;

Η ερώτησή σου απηχεί ένα κομμάτι της καλοπροαίρετης και ουσιαστικής κριτικής που μου γίνεται – συχνά και από κοντινούς αγαπημένους ανθρώπους: «Γιατί επιλέγεις να γράψεις τόσο δύσκολα, τόσο πολυαναφορικά, τόσο ακραία, τόσο αινιγματικά;» Απαντάω: γράφω (όπως, φαντάζομαι, οι περισσότεροι) για αυτό το κάτι που με μαγεύει και με τυραννάει – και προφανώς, σε ό,τι με αφορά, αυτό το κάτι είναι και δύσκολο και πολυαναφορικό και ακραίο και αινιγματικό. Όπως σου περιέγραψα αναλυτικά στην προηγούμενη απάντηση, υπάρχει ένα σύνολο που τρέφω – σε αυτό λογοδοτώ. Κατανοώ τις δυσκολίες των ανθρώπων – μα αυτό είμαι και αυτό μπορώ να δώσω. Και εν τέλει με αυτό ερεθίζομαι, με αυτό γκαβλώνω (και πιστεύω πολύ στην άγρια ζωή αυτής της λέξης) – οτιδήποτε άλλο θα μου φαινόταν πληκτικό.

Είναι επίσης προφανές και κάτι ακόμη: διεκδικώ μια άλλου τύπου συνάντηση με τον αναγνώστη, πολύ πιο ολοκληρωτική – και συνάμα, τις συντριπτικά περισσότερες φορές, καταδικασμένη στην αποτυχία. Τα βιβλία μου είναι ψηφίδες μιας αισθητικής πρότασης που γυρεύει αναγνωστικό χρόνο, μανιασμένη ενασχόληση και βαθιά επιθυμία: η μεμονωμένη ανάγνωσή τους δεν με καλύπτει (και γι’ αυτό εδώ και μια δεκαετία έχω δημοσιεύσει το σύνολο των βιβλίων και των κειμένων μου στο Διαδίκτυο, όπου βρίσκονται ελεύθερα από κάθε πνευματικό δικαίωμα – ώστε να μπορεί κανείς, εφόσον το θελήσει, να συγκεντρώσει τις ψηφίδες της πρότασης). Τούτη η αναγνωστική σχέση γίνεται μέσα μου κατανοητή ως συμπλήρωμα του αιματωμένου σπαράγματος, της αιματοχυσίας του κειμένου. Χωρίς αυτό το σπάραγμα, η ανάγνωση μού φαίνεται κάτι πολύ βαρετό και αδειανό – σαν αδειανή κατσαρόλα. Κάποιος που θα διαβάσει τα βιβλία μου «για να περάσει καλά» ή, ακόμη χειρότερα, για να «του κάνουν συντροφιά στον ελεύθερο χρόνο του», μου προκαλεί απελπισία – και θα κάνω τα αδύνατα δυνατά για να μην με ζυγώσει. Με ενδιαφέρει η συνάντηση (: η αναγέννηση) στο σύνολο των νέων (δηλαδή: καινούριων, πρωτόφαντων) αισθήσεων που θα μπορούν με τη σειρά τους να σχηματίσουν έναν καινούριο κόσμο. Η δεδομένη (επί της ουσίας: προγραμματισμένη) αποτυχία του εγχειρήματος νιώθω πως είναι οργανικό κομμάτι του συνόλου. Φαντάσου ένα μισοτελειωμένο πορτρέτο που εικονίζει έναν άνθρωπο να ονειρεύεται. Κάποτε αναρωτιέσαι τι ονειρεύεται: ότι τρώει, λόγου χάρη, ένα υπέροχο γεύμα ή ότι ρεμβάζει βλέποντας ένα ειδυλλιακό τοπίο ή ότι κάνει έρωτα… Και τότε σε κυριεύει μια τρομερή υποψία: ο μισοτελειωμένος άνθρωπος του πορτρέτου μας ονειρεύεται πως κάπου εκεί έξω, πέρα από τα όρια της εικόνας, πέρα από τα όρια του ονείρου του, υπάρχει εντελής, ολόκληρος, έτοιμος για τον ξύπνο…

Εφόσον στρέχουν όλα αυτά, εύκολα καταλαβαίνεις πως ο δυνητικός αναγνώστης των βιβλίων μου έχει να κάνει πολλά και διόλου εύκολα. Έχει να γυρέψει όνειρα και εφιάλτες σε ένα ανοικονόμητο αφηγηματικό σύνολο χιλιάδων σελίδων, γύρω από το οποίο απλώνονται (ως πλέγμα) και τα (περισσότερα από είκοσι) δοκιμιακά βιβλία μου: αισθητικά δοκίμια και συλλογές πολιτικών κειμένων, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους εκδίδονται μόνο στο Διαδίκτυο. Και κοντά σε αυτά προστίθενται και τα περίπου διακόσια πενήντα άρθρα μου που έχω συγκεντρώσει στην ιστοσελίδα μου και οι πάνω από τριακόσιες ώρες ηχογραφημένων σεμιναρίων δυτικού πολιτισμού που κάνω κάθε βδομάδα από το 2007. Όλο αυτό το θεωρητικό πλέγμα (στο οποίο, για να καταλάβεις, εντάσσω και αυτήν τη συνέντευξη) έχει σχέση ομφαλίου λώρου με το αφηγηματικό σύνολο. Ας πούμε, για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, η ακολουθία των βιβλίων Τα ανθισμένα συρματοπλέγματα της καρδιάς μας (δώδεκα επάλληλα αισθητικά δοκίμια για την πορεία της ζωγραφικής στους αιώνες της Δύσης) έσπειρε την εικονοποιία των μελένιων λεμονιών που γράφονταν ταυτόχρονα – ουσιαστικά, τα δύο κείμενα διαμόρφωσαν (ή και: γεννούσαν) το ένα το άλλο.

Καταλαβαίνω πως ετούτο το σύμπλοκο αφηγηματικού συνόλου και θεωρητικού πλέγματος δημιουργεί την εικόνα του χάους – ή και ενός ξιπασμένου κειμενικού τέρατος που τρομοκρατεί τον αναγνώστη. Δεν το βρίσκω διόλου κακό αυτό. Ίσως να ακουστεί παράξενο, αλλά αυτό το κειμενικό τέρας το θέλησα και το επιδίωξα, ήταν επιθυμία και στόχος. Όποιος θέλει οικονομημένα κείμενα, έχει πραγματικά χιλιάδες επιλογές που αρκούν για χίλιες αναγνωστικές ζωές. Ας μην ασχοληθεί με μένα – ας με προσπεράσει (δεν θα δυσκολευτεί καθόλου για κάτι τέτοιο…)

Με όλα τα παραπάνω σου απαντώ όσο πιο ειλικρινά μπορώ, καταγράφοντας την πραγματικότητά μου, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι τώρα – και, δυστυχώς, δίχως να ξεφεύγω από την έπαρση και την αλαζονεία. Όπως είναι φυσικό, με έχει απασχολήσει το θέμα και αναμφίβολα πέρασα από πολλά άλλα στάδια – και ίσως, την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε, να έχω αλλάξει άποψη. Μα τώρα ο απλός αναγνώστης μού είναι απολύτως αδιάφορος. Με ενδιαφέρει μόνον κάποιος που μπορεί να μπει μέσα στο σύνολο – ως συναυτουργός και συνάμα ως νεογέννητος… Δηλαδή κάποιος που θα ονειρευτεί τον εαυτό του ξυπνητό.

[…]

Ολόκληρη η συνέντευξη για όποιον θέλει να τη διαβάσει βρίσκεται εδώ

(συνεχίζεται τις επόμενες μέρες)