Ιανουαρίου 18th, 2013

homo universalis

Σήμερα που γιορτάζει ο αγαπημένος φίλος συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης εγκαινιάζω αυτή τη στήλη που σκεφτόμουν εδώ και πολύ καιρό να γράψω. Είναι μια στήλη αφιερωμένη στους φίλους μου και το έργο τους (λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό).

Ο Θανάσης δικαιωματικά μπαίνει πρώτος στη σειρά, μια και σε εκείνον χρωστώ την έκδοση της πρώτης μου ποιητικής συλλογής το 2007. Θέλησα σε αυτά τα σημειώματα να μιλώ για τους φίλους μου και τον τρόπο με τον οποίον σχετιστήκαμε και γνώρισα και προσέλαβα το έργο τους. Στο πρώτο μέρος θα γράφω εγώ και στη συνέχεια θα δίνω τη σκυτάλη στους ίδιους να μιλήσουν για το έργο τους αλλά και τη μεταξύ μας γνωριμία. Αυτά τα σημειώματα δεν είναι συνεντεύξεις, δεν φιλοδοξώ εξάλλου να υποκαταστήσω τους δημοσιογράφους. Δεν είναι ούτε λογοτεχνικές παρουσιάσεις ή κρτικές έργου.

Είναι κάτι βαθύτερο, είναι πνευματικές σχέσεις ζωής. Είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπων και των καλλιτεχνών, σε μια εποχή που η κρίση γύρω μας μας καλεί να επανεξετάσουμε και το έργο αλλά και τις σχέσεις της ζωής μας.

Είναι οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες, οι επιστήμονες, κάποιοι που αφοσιώνονται στο έργο τους και ως τέτοιοι πρέπει να κρίνονται; Με έχει βασανίσει πολύ το ερώτημα. Καταλήγω πως δεν είναι.

Ο Σικελιανός έλεγε πως «κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του». Και σε αυτή τη γενιά, τώρα που μας έλαχε μια πρωτοφανής κρίση με άγνωστες ακόμα συνέπειες, είναι καιρός να συσφίξουμε τους ανθρώπινους δεσμούς γύρω μας.

Μα επιτέλους «σκασμός οι ρήτορες, πολύ μιλήσαμε», ας μιλήσουμε λοιπόν για τον Θανάση Τριαρίδη..

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ  – ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ


Συνάντησα τον Θανάση Τριαρίδη, σωστότερα το πρώτο του βιβλίο,  για πρώτη φορά τον Μάρτη του 2001 στο βιβλιοπωλείο του Πατάκη στην οδό Ακαδημίας. «Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα» , ένας παράξενος τίτλος βιβλίου που κίνησε την προσοχή μου. Τότε διάβαζα πολλή λογοτεχνία και κάθε εβδομάδα προμηθευόμουν ένα τουλάχιστον μυθιστόρημα.

Αγόρασα το βιβλίο κυρίως επειδή μου άρεσε ο τίτλος. Το όνομα του συγγραφέα δεν μου ήταν γνωστό. Θυμάμαι, πέρασα τρεις παγωμένες και βροχερές μέρες γύρω στα τέλη Μάρτη αγκαλιά με την «Κουπέλα». Το βιβλίο με συντάραξε και «έγραψε» μέσα μου. Παρόλο που, όπως είπα, διάβαζα πολλή λογοτεχνία, το συγκεκριμένο βιβλίο ξεχώριζε από τα άλλα. Είχε έναν αέρα μεταφυσικής, μια ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού τέτοια που σε συνέπαιρνε βαθιά σε έναν άγνωστο μυστηριώδη κόσμο. Εχω χρόνια να (ξανα)διαβάσω το βιβλίο κι όμως ακόμα θυμάμαι την εντύπωση που μου έκανε.

Εκείνη την εποχή το διαδίκτυο έκανε τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα. Εγώ ήδη είχα ανακαλύψει από τα τέλη του 97, αρχές 98 τον θαυμαστό καινούριο κόσμο του και είχα δική μου ιστοσελίδα από το 1998. Καθώς δεν μπορούσα να επικοινωνήσω μέσω τηλεφώνου, έστελνα e-mail σε όλο τον κόσμο με τον οποίο προσπαθούσα να επικοινωνήσω. Δεν μου απαντούσαν πάντα, καθώς το διαδίκτυο ήταν ακόμα κάτι άγνωστο και ξένο στους περισσότερους.

Ο Θανάσης όμως είχε δημοσιεύσει το e-mail του, κάτι που δεν το συνήθιζαν ακόμα οι συγγραφείς κι έτσι αποφάσισα να του στείλω ένα μήνυμα – καθώς δεν έχει σωθεί στο αρχείο μου δεν θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία, θα ήταν ωστόσο μέσα στο 2001. Του έγραψα πόσο με συγκλόνισε το βιβλίο και πόσο ξεχωριστό συγγραφέα τον θεωρώ. Δεν πολυπερίμενα να έχω μια απάντηση. Ωστόσο εκείνος όχι μόνο απάντησε, αλλά έκτοτε ξεκινήσαμε μια μακροχρόνια αλληλογραφία.

Το Δεκέμβρη του 2004 ανεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη με τον άντρα μου τον Νίκο για να δούμε φίλους, κάτι που συνηθίζουμε κυρίως τους Δεκέμβρηδες. Ηταν ο πρώτος Δεκέμβρης που γνωρίσαμε τον Θανάση από κοντά και έκτοτε μας συνδέει μια βαθιά – σχεδόν δεκαετής πλέον! – φιλία.

Σε εκείνον χρωστάω ολοκληρωτικά την έκδοση του πρώτου μου ποιητικού βιβλίου το 2007 , καθώς εκείνος εισηγήθηκε με πάθος στον εκδοτικό οίκο την έκδοση αυτού του βιβλίου, σε μια εποχή που κανείς (εκτός από τον χώρο του διαδικτύου) δεν ήξερε ότι γράφω. Και ήταν γενικά δύσκολο για μένα να έχω επαφές στους εκδοτικούς οίκους και στις λογοτεχνικές παρέες, λόγω ακριβώς του προβλήματος ακοής και λόγω του ότι δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί αρκετά το ίντερνετ.


Σε αυτά τα οκτώ-εννέα χρόνια, συναντώντας τον Θανάση από κοντά σχεδόν κάθε Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη και κάποιες φορές και στην Αθήνα, παρακολούθησα το έργο του και τον ίδιον να αλλάζουν και να μεταμορφώνονται, παρακολούθησα το λογοτεχνικό αλλά και το κοινωνικό του όραμα για τον κόσμο να ξεδιπλώνονται και να ανθίζουν.

Ο Θανάσης είναι πολύπλευρη προσωπικότητα, είναι από τους ανθρώπους που οι Αγγλοι τους ονομάζουν larger than life. Κάθε φορά που νόμιζα πως τον γνωρίζω και τον καταλαβαίνω, συγγραφικά και πνευματικά, κάθε φορά μου ξεγλυστρούσε και μεταμορφωνόταν. Από Δεκέμβρη σε Δεκέμβρη έβλεπα και συναντούσα έναν άλλο Θανάση – έναν Θανάση που μεταμορφώνονταν κάθε χρονιά στην προσωπικότητα «Θανάσης Τριαρίδης».

Τον έναν Δεκέμβρη μας χάριζε αλληγορικά βιβλία, σαν παραμύθια: Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε, η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων, η μουγγή καμπάνα. Τον επόμενο Δεκέμβρη μας έφερνε σε αμηχανία, αποδομώντας τις σεξουαλικές και θρησκευτικές συμβάσεις μέσα από τα Μελένια λεμόνια. Ενδιαμέσως παρακολουθούσαμε την κοινωνική και ακτιβιστική του δράση, μέσα από τα άρθρα του στην εφημερίδα «Μακεδονία» (από την οποία και αποχώρησε όταν ένα άρθρο του για τη Μακεδονική γλώσσα λογοκρίθηκε).

Τον άλλο χρόνο μαθαίναμε για τη σειρά των «Αντιρρήσεων» την οποία και διεύθυνε στις εκδόσεις Τυπωθήτω: όπως γράφει και ο ίδιος θέλησε: «να τοποθετηθώ καθαρά, με το όνομα και το επίθετό μου, απέναντι στις τρεις φενάκες που, κατά τη γνώμη μου, διαχρονικά σκλάβωσαν και σκλαβώνουν, χούγιασαν και χουγιάζουν, αιματοκύλισαν και αιματοκυλίζουν τον κόσμο: στις θρησκείες (σε όλες τις θρησκείες), στα έθνη (σε όλα τα έθνη) και στον κοσμοδιορθωτισμό (σε κάθε κοσμοδιορθωτισμό, ηθικό, πολιτικό ή όποιον άλλον…) και για τις «Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα» που εξέδωσε σε αυτές.

Και πάνω εκεί που νομίζαμε πως γνωρίζουμε τον Θανάση σαν συγγραφέα και σαν κοινωνικό ακτιβιστή και σαν στοχαστή-διανοούμενο με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, πάλι μας ξεγλυστρούσε διολισθαίνοντας σε άλλο πεδίο: Αίφνης, διοργάνωνε (από το 2007 και μέχρι σήμερα) σεμινάρια για τον δυτικό πολιτισμό. Παίρναμε τα ενημερωτικά μηνύματα για τα σεμινάρια: «Κύκλος σεμιναρίων για την Ιταλική αναγέννηση, 2007», «Κύκλος σεμιναρίων για την ενοποιητική αφήγηση της δύσης, 2008», «Κύκλος σεμιναρίων για την ελληνική ποίηση στον 20αιώνα, 2008», «Κύκλος σεμιναρίων για την αρχαία τραγωδία, 2009», «Κύκλος σεμιναρίων για την πορνογραφική αφήγηση της Δύσης, 2009»,, «Αναζητώντας το τρεμάμενο σώμα, σχεδίασμα για την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, 2011» ,  «Σμιλεύοντας τον ματαιωμένο χρόνο – σκηνές από την ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, 2012 » και άλλα ενδεχομένως που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Πάνω που πήγαμε να αφομοιώσουμε και την ιδέα του Θανάση σαν ομιλητή και διοργανωτή σεμιναρίων, εκείνος πάλι κατόρθωσε να μεταμορφωθεί και να μας εκπλήξει! Το επόμενο βήμα του, η ενασχόληση με το θέατρο και τα θεατρικά κείμενα: «La ultima noche ή οι καρχαρίες» (2010), Ηistoria de un Amor ή τα μυρμήγκια (2011).

Δεν έγραψα τίποτα για τον Θανάση μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια. Δεν έγραψα, αφενός γιατί δεν είχα και κάποιο δημόσιο βήμα – εκτός από αυτή εδώ τη σελίδα μου (κατά καιρούς έχω γράψει σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά αλλά μόνο για ποίηση) και αφετέρου – και το κυριότερο, γιατί δεν καταλάβαινα. Δεν καταλάβαινα ποιος είναι ο φίλος μου, τι σκέφτεται, που το πάει, ποια σύνδεση έχουν όλα αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους.

Ο Θανάσης, σαν συγγραφέας, δοκιμιογράφος, πολιτικός στοχαστής, διανοούμενος, κοινωνικός ακτιβιστής, διοργανωτής σεναρίων, θεατρικός συγγραφέας, μας καλούσε και μας καλεί επί δέκα χρόνια να κάνουμε κι εμείς το μέσα μας άλμα, να συγκεράσουμε τις αντιθέσεις του, να μοιραστούμε μαζί του το όραμά του για τον κόσμο. Δεν είναι εύκολο για μας. Εγώ χρειάστηκα κάπου 10 χρόνια για να αρχίσω να καταλαβαίνω, παρακολουθώντας το έργο του να διαμορφώνεται, βιβλίο το βιβλίο, πράξη την πράξη, άρθρο το άρθρο, σεμινάριο το σεμινάριο. Να αρχίσω να καταλαβαίνω τι θέλει να μας πει. Πως όλα του τα βιβλία, οι πράξεις, τα σεμινάρια, τα δοκίμια, τελικά κινούνται γύρω από έναν άξονα: τον άξονα του Αναγεννησιακού ανθρώπου.

Ο Θανάσης είναι ο Homo Universalis της χώρας μας, είναι ίσως ο μόνος από τους φίλους μου συγγραφείς στον οποίο θα μπορούσα να αποδώσω αυτήν την περιγραφή και αυτόν τον τίτλο. Αντιγράφω από την Βικυπαίδεια τον ορισμό: Homo Universalis είναι ο χαρακτηρισμός του ιδανικού ανθρώπου της Αναγέννησης (15ος-16ος αιώνας). Η ονομασία είναι λατινική και σημαίνει «καθολικός, συνολικός άνθρωπος».Homo Universalis είναι ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου που συμπύκνωνε όλα τα ιδανικά της εποχής της Αναγέννησης: ερευνητικό και κριτικό πνεύμα, φιλοπεριέργεια, και κυρίως μία τάση για ενασχόληση με κάθε αντικείμενο της τέχνης και της επιστήμης. Ο όρος αναφέρεται στο εύρος ή την επιθυμητή «καθολικότητα» της πολυμάθειας που μπορούσε να αποκτήσει κανείς.

Ο πιο χαρακτηριστικός και ίσως ο μόνος πραγματικός Homo Universalis είναι ο διάσημος Λεονάρντο ντα Βίντσι, που όπως μαρτυρούν οι πηγές, ασχολούνταν —εκτός από τη ζωγραφική, τη γλυπτική και γενικώς την τέχνη— με τη μηχανική, την ανατομία, την αρχιτεκτονική, ήταν φυσιοδίφης, αρχαιοδίφης και ιστοριοδίφης, συγγραφέας, χημικός και κατείχε πολλές άλλες ιδιότητες.

Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να βρω άλλη περιγραφή πιο ταιριαστή για τον Θανάση. Γνωρίζοντάς τον σαν Θανάση, σαν τον συγγραφέα που έβγαλε την Κουπέλα, είχα το προνόμιο να εμβαθύνω πρώτα στην κρυφή του πλευρά – τη μυστικιστική – πριν τον γνωρίσω, όπως ο περισσότερος κόσμος, σαν τον κοινωνικό ακτιβιστή και τον αντιρρησία διανοούμενο. Μέσα του νομίζω πως παλεύουν ακόμα οι δυνάμεις ενός εσώτερου Μεσαίωνα – που τον προβάλλει στις Μεσαιωνικές δομές του κράτους και της εποχής μας – και μιας ανίκητης επιθυμίας για την Αναγέννηση, την εσωτερική του, αλλά και την κοινωνική αναγέννηση που θέλει να δει να συμβαίνει στη χώρα μας .

Μια αναγέννηση που δεν ζήσαμε ποτέ στη νεώτερη ιστορία μας. Συμμερίζομαι την αγωνία του, καθώς ζει σε αυτή τη χώρα, συμμερίζομαι τον αγώνα του για κοινωνική και εσωτερική βελτίωση, μέσα από τα γράμματα, τις τέχνες, τον κοινωνικό ακτιβισμό. Τα σεμινάριά του θυμίζουν ακόμα «κρυφό σχολειό», τα θεατρικά του έργα (που τα έχω διαβάσει πριν ακόμα παιχτούν) , θυμίζουν μυσταγωγικές πράξεις μετάβασης , εσωτερικού μετασχηματισμού προς ένα κόσμο απαλλαγμένο από αυτά που τον παιδεύουν: τα έθνη, τις θρησκείες και τον κοσμοδιορθωτισμό.


Ο Θανάσης αυτή τη δεκαετία-δεκαπενταετία που μας πέρασε κατόρθωσε να χαράξει, να χαρτογραφήσει και να πορευτεί με συνέπεια στον δρόμο του και στον κόσμο που εκείνος οραματίστηκε. Δεν ξέρω εάν του χρόνου κατορθώσει να μας ξαφνιάσει με ένα νέο εγχείρημα, με κάποια εντελώς αλλοπρόσαλη δραστηριότητα. Υποψιάζομαι όμως πως έχει ήδη ολοκληρώσει το εσωτερικό του, αναγεννησιακό όραμα και πλέον αναρωτιέται για πόσο ακόμα θα είμαστε τυφλοί για να το δούμε και κουφοί για να το ακούσουμε…

————————————————————————————————-
Μέχρι τώρα μίλησα για το πώς προσλαμβάνω εγώ το έργο του Θανάση. Στη συνέχεια θα ήθελα να δώσω τον λόγο στον ίδιο τον Θανάση για να μας μιλήσει για το έργο του. Εξάλλου  κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα πώς να αποκαλύπτει αλλά και πώς να αποκρύβει το έργο του από τον ίδιο τον συγγραφέα. (συνεχίζεται τις επόμενες μέρες στο μέρος Β και Γ)


One Response to “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ (μέρος Ι)”