Ιανουαρίου 1st, 2012

Σκέφτηκα πολύ ποιό να βάλω ως πρώτο ποίημα του 2012. Τελικά αποφάσισα να επανέρθω σε μια παλιά στιχομυθία, σε ένα ποιητικό παιχνίδι που ανταλλάξαμε πριν από 3 χρόνια με τον φίλο μου τον Στιχάκια (γνωστό και ως Καραμπουζουκλή πλέον). Ετσι για να θυμηθούμε την εποχή που μόλις άρχιζε η κρίση και είχαμε ακόμα όρεξη να κάνουμε αστειάκια τύπου Ποπολάρος – Πασιονάρια (αυτά τα δυο νομίζω τυπώθηκαν κιόλας κάπου). Τώρα να δούμε φίλοι τι πλακίτσες θα κάνουμε φέτος… ή θα μας κάνουν…     Καλή Χρονιά !


Ποπολάρος (Stixakias)

Ιανουάριος 9, 2009 in τα σατιρικά


Με κώλο που αγαπάει τον καναπέ
τηλε- κι εγώ -απ’ το σαλόνι επαναστάτης
με ύφος προπαντός και με τουπέ
(να μοιάζει η φάτσα μου μιας άλλης πιο φευγάτης)


κάνω αποτίμηση στα πρόσφατα συμβάντα.
High Definition οι μολότοφ στην οθόνη
ταιριάζουν μούρλια με τα φώτα στη βεράντα
κι ο ήχος τους –Dolby Surround- μ’ απογειώνει…


Κάνω αναλύσεις. Οι απόψεις μου σταράτες!
Μπάτσοι, Γουρούνια –στα Εξάρχεια Δολοφόνοι
Μετά, αλήτες μασκοφόροι τρομοκράτες!
Και δίπλα μου, όλη η οικογένεια καμαρώνει…


Χρηματιστήριο, Εφρέμ, παπαδοπαίδια
Πώς καταντήσαμε οι γελοίοι αυτό τον τόπο
Άλλα είχα φτιάξει στο μυαλό -για φέτος- σχέδια
Ζωή εν τάφω τα Χριστούγεννα γαμώτο!


Αλλάζει ο Χρόνος! Σβήσε αγάπη μου τα φώτα
Κρύψου καλά να μη μας δει αυτός που μπαίνει
Κόψε την πίτα. Το Σταυρό να κάνεις πρώτα
να ΄ναι και φέτος η χρονιά μας σταυρωμένη…


Έχε τα μάτια σου κλειστά μη δεις εκπλήξεις
Πότε είχαμε καλή χρονιά; Δεν το θυμάμαι…
Πώς θα ΄ν η επόμενη; Ξανά ήξεις αφήξεις…
Κι εμείς τι κάνουμε; Αχ! αγάπη μου. Γερνάμε…
………………………………………………………………..


Εποστρακίστηκε ο φελλός απ’ τη σαμπάνια
κι έγινε χάλια το χαλί και το Armani
και ειλικρινά, προσπάθεια Τιτάνια
έκανα –να- μην κάποιος άξαφνα πεθάνει…

———————————————————————————-

ΠΑΣΙΟΝΑΡΙΑ (Kολοτούρου)


Αχ, η Επανάσταση! Στη Μόσχα, αδερφές μου
- μια η Ρόζα, κόκκινη, κι εγώ εδώ αλλημιά –
Από το πάθος μου, στενάζει ο καναπές μου
και το κοντρόλ θα σπάσω, πάλι, τελικά.


Ξέρετε πόσα -σε στιγμές μ’ εσχάτη ανία-
με κάρτα πλήρωσα, να πάω κι εγώ στο σπα,
που ‘χει στα υπόγεια η Μεγάλη Βρεττανία
(και αναφέρομαι στ’ Oτέλ μας, φυσικά).


Κι έρχονται τώρα τα κωλόπαιδα και σπάνε,
- πράξεις στα όρια του εσχάτου ξεπεσμού-
κι οι γιορτινές οι μέρες άσκοπα περνάνε,
χωρίς τα ψώνια μου –όπως πάντα- στην Ερμού!


Και κάνουν πάλι και στο Σύνταγμα πορεία
- θα πάω, πέστε μου, μετά στο ρεβεγιόν
χωρίς μασάζ και κάποια λουτροθεραπεία;
Με έχουνε όλα τούτα κάνει έξω φρενών.


Και νιώθω πάλι, όπως η Αννίτα, το ίδιο μίσος
για όλους: μπάτσους και μαζί και μαθητές.
Κι αν κλείσουνε τους δρόμους, λέω ξανά πως ίσως
στην Ελβετία θα χρειαστώ διακοπές…


…ή στις Μαλδίβες…Πλέον δεν μπορώ, χρυσοί μου
την Ελλαδίτσα μας, την τριτοκοσμική.
Η σκέψη μου πονάει, μαζί κι η θύμησή μου
- έχω περάσει και καλά, στην τελική.


Μα όσο το σκέφτομαι, πια δεν σηκώνει άλλο:
θα φύγω – ιδού μια πράξη επαναστατική –
για ονειρεμένο ένα ταξίδι, και μεγάλο,
κάπου προς τη Λατινική Αμερική


(…μπας και πετύχω έναν Λατίνο εραστή! )