Ιουλίου 4th, 2011

Ποιός φταίει τώρα γι’ αυτή την κατάσταση και τι μπορεί να γίνει στο εξής ;

Το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης το έχουν φυσικά οι πρώτοι διδάξαντες. Αυτοί θα προβάλουν για δικαιολογία τους (αν χρειάζεται να δικαιολογηθούν) πως ένα πείραμα έκαμαν και στο κάτω κάτω είχαν να πουν κάτι, λίγο ή πολύ. Μα εκείνοι που τους δέχτηκαν σα μετέωρα ποιητικά και τους άνοιξαν στάλες και ξοδεύτηκαν για να τούς επιβάλουν ; Πρέπει να είναι αμετανόητοι, αν δεν ομολογήσουν πως έγιναν πρόξενοι κακού. Ορισμένοι κριτικοί που τους υποστήριξαν, όχι και τόσο κατά συνείδηση, άρχισαν πια ν’ αναβλέπουν και το μισολέν πως δεν έπραξαν καλά. Μα είναι κάπως αργά πια : οι λεγάμενοι σταθεροποιήθηκαν στις θέσεις τους, σχημάτισαν γύρω τους ακολουθίες, απόχτησαν ως ένα σημείο ανεξαρτησία και επηρεάζουν απευθείας το κοινό. Αν δε μπόρεσαν ν’ αποχτήσουν την εύνοιά του, τουλάχιστο του θολώνουν την κρίση και το αποσπούν από τους εκλεχτούς.

Ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Καζαντζάκης, ο Μελαχρινός, ο Καρθαίος, ο Ρώτας, ο Ουράνης, οι επιζώντες ιεροφάντες της ποιητικής ορθοδοξίας, στέκουν παραμερισμένοι και σχεδόν αδιάβαστοι. Μνημονεύονται από συνήθεια, επειδή είναι ακόμα ζωντανοί. Μόλις όμως κλείσουν τα μάτια τους, έχουν σκοπό να τους καταχωνιάσουν κι αυτούς στη λειψανοθήκη της λήθης. Οι νέοι μας δεν τους παίρνουν σαν πρότυπα ούτε προσπαθούν να τους συνεχίσουν, γιατί ετούτοι απαρνήθηκαν την καταγωγή τους κι εκδηλώνουν τάσεις εωσφορικές. Θέλουν να κυριαρχήσουν μονομιάς, να γίνουν μεγάλοι ποιητές, και μάλιστα με τον πιο εύκολο τρόπο : κόβοντας κάθε δεσμό με το παρελθόν, αρχίζοντας από τον εαυτό τους. Και η αλαζονεία τους μένει ατιμώρητη ακόμα, εφόσον δεν τους έγινε δημόσια αναίρεση με τις νόμιμες κυρώσεις.

Αλλά ως πότε θα τους επιτρέπεται ν’ ασχημονούν, να παραβιάζουν τις αμετάθετες αρχές της λογικής και της αισθητικής ; Αυτοί που τους λέμε αναγνωστικό κοινό μας έχουν εκδώσει κιόλας την απόφαση τους. Καταδίκασαν ανέκκλητα τις ποιητικές τούτες παρωδίες. Μένει να κάμουν το χρέος τους και οι υπεύθυνοι άνθρωποι των γραμμάτων μας, αυτοί πού έδωσαν ένα έργο και δε θέλουν να τους το γκρεμίσουν (ας μην έχουν, αλήθεια, καμιά εμπιστοσύνη σε γενεά καταλυτών), καθώς και οι εν μέρει υπόλογοι της ανωμαλίας κριτικοί, ακόμα και οι φιλότεχνοι πού εκδηλώνονται προφορικά. Στη θρασύτατη αυτή επιδρομή, σ’ αυτή την οργανωμένη επίθεση (που ο Θεός να μας συχωρέσει, αλλά σ’ εμάς θυμίζει τάγματα εφόδου !) πρέπει και η απάντηση και η άμυνα, χωρίς αναβολή, να είναι ραγδαία. Δε χωρούν άλλο ημίμετρα και υπεκφυγές. Οσοι νιώθουν πως γίνεται μια προσβολή στην ιδέα της τέχνης πρέπει να λάβουν μέρος με ζήλο στη σταυροφορία. Με τους περισπασμούς και τις καθυστερήσεις μας αυτοί κέρδισαν έδαφος. Τα ζιζάνια πλήθυναν στον αγρό της παραβολής και κοντεύουν να πνίξουν το σπόρο τον αγαθό. Η ανοχή μας τα στοίχιωσε, η σιωπή μας τα θράσεψε.

Είναι καιρός να μπουν στη θέση τους οι κοσμικές κυρίες με τα τόσο ελληνόπρεπα βαφτιστικά τους Μάτση, Τίγκη κλπ.) που βρήκαν την ποίηση για να της αποθέσουν την ξενομανία τους, καθώς και οι διάφοροι Δικταίοι, που από δακτυλοδεικτούμενοι της τέχνης (εξαιτίας των παρεκτροπών τους) πέτυχαν την περίσταση για να μας παριστάνουν το νομοθέτη και τον τιμητή. Αρκετά κακοπάθησε ή ποίηση και η τεχνοκριτική απ’ όλους αυτούς. Ήρθε πια η σειρά των άλλων να το δείξουν, των γνήσιων κληρονόμων της εθνικής μας παράδοσης, που είχαν αιφνιδιαστεί για μια στιγμή απ’ αυτές τις βαρβαροφωνίες, σεμνοί λειτουργοί καθώς έλαχαν της τέχνης. Ας μην εμπιστεύονται μοιρολατρικά στον κριτή χρόνο. Μόνος του εκείνος, χωρίς την ενεργητική συμπαράσταση του ανθρώπινου παράγοντα, δεν κάνει θαύματα. Τέτιες πρωτοχριστιανικές αντιλήψεις δε συμβιβάζονται με τη σημερινή αποδοχή της ευθύνης, σαν υποχρεωτικής συμβολής του καθενός μας στη λειτουργία του κοινωνικού οργανισμού.

Γράψαμε τα παραπάνω με πόνο ψυχής, από διάθεση ανένδοτη να φάνουμε χρήσιμοι και στο σαστισμένο κοινό και στους παρασυρμένους ποιητές, προπάντων στους αρχάριους που δεν έχουν κυλήσει ακόμα για καλά στον κατήφορο της ευκολίας, στον κυκεώνα της προσποίησης, στην ξεσκεπασμένη ταχυδακτυλουργία. Κανέναν δεν πρόκειται να ξεγελάσουν σ’ αυτόν τον τόπο των έξυπνων ανθρώπων. Διψάμε στ’ αλήθεια για το καινούργιο, μα πιο πολύ για το γνήσιο, το αληθινό. Καμιά σχολή και τεχνοτροπία δε μπορεί να κατασκευάσει ποιητές. Ό καθένας ανακαλύπτει μονάχος του την έκφραση που του ταιριάζει και που βρίσκει ανταπόκριση, τότε, απ’ τον πνευματικό του κύκλο. Ποιητής που δεν αξιώνεται να τον παρακολουθούν δεν αξίζει. Ας μην υποτιμούμε την καλαισθησία και τη σχετική κρίση των απλών ανθρώπων. Αυτοί καταλαβαίνουν πολύ περισσότερο απ’ όσο φαντάζονται οι περιφρονητές τους. Καλά θα κάμουν οι νέοι μας ν’ απαλλαγούν από την ψώρα που τους κόλλησαν ξιπασμένοι οδηγοί και καταδικάζοντας τα ολέθρια διδάγματα της ξενομανίας να ξαναγυρίσουν στις εθνικές μας πηγές, στην αστείρευτη παράδοσή μας, που έχει για όλους αυτή και κανέναν δεν αδικεί. Από έναν αμφίβολο πειραματισμό, από ένα κυνήγημα πρωτοτυπίας είναι προτιμότερη η τίμια δουλιά, η διακριτική δημοσιότητα.

Η μοντέρνα ποίηση δεν ωφελεί κανέναν, μονάχα συσκοτίζει και παραπλανά μερικούς. Κι αν δεν ήταν απ’ την αρχή τέτια, έγινε σιγά σιγά όργανο εκείνων που θέλουν να κρατήσουν την τέχνη μακριά απ’ το λαό ή ακόμα να την κάμουν στα μάτια του ύποπτη, ώστε να μην πλησιάζει βιβλία ποιητικά. Οι αντιλαϊκοί αυτοί παράγοντες, οι πράκτορες του σκοταδισμού, μη μπορώντας πια ν’ αποκλείσουν απ’ τα κείμενα του λόγου την ομιλούμενη γλώσσα, όπως παακίζανε να κάνουν οι προγονοί τους οι καθαρευουσιάνοι, ανεξάντλητοι κι ετούτοι σε τερτίπια, βρήκαν άλλο μέσο για να εμποδίζουν τήν επικοινωνία των πολλών με την ακτινοβολία του στίχου. Γέννημα αυτής της νοοτροπίας είναι η τεχνητή ερμητικότητα κι ο εθελημένος παραλογισμός της δήθεν νέας ποίησης. Αλλά έτσι μονάχα η αντίδραση εξυπηρετείται. Θα ήταν πολύ ανόητοι εκείνοι που θα πίστευαν στα σοβαρά πως μπορούν με τέτια κακόμορφα κατασκευάσματα, με τέτιες στρεβλώσεις της λογικής και παρωδίες της ποίησης, πως μπορούν να επηρεάσουν κανέναν ιδεολογικά ή έστω και να τον ψυχαγωγήσουν, να του μορφώσουν το γούστο. Οι Ελληνες που συγκινούνται απ’ τον ποιητικό λόγο περνούν με αηδία, και κάνουν καλά, μπροστά σ’ αυτές τις αναιδείς απόπειρες διασυρμού της τέχνης. Αλλά τα συμπεράσματα που βγάζουν για την ολότητα των τεχνιτών δεν είναι καθόλου ευνοϊκά για τους δεύτερους.

Είναι καιρός ν’ αποκηρύξουν οι νέοι μας αυτά τα κακά παραδείγματα, ν’ απομονώσουν σαν κασιδιάρηδες αυτούς τους κλασικούς καφενόβιους που παριστάνουν τους δαιμονιακούς ή τους άλλους, τ’ αρχοντόπουλα, που κοιτάν με μονύελο τη φτωχή μας πατρίδα. Αν οι ίδιοι βαρέθηκαν να περπατούν κανονικά και θέλουν να βαδίσουν με τα τέσσερα, αν προτιμούν τα τραυλίσματα και τις κραυγές του ζώου από το αρμονικό ταίριασμα του λόγου, ας τους αφήσουμε χάρισμα παρόμοιους νεωτερισμούς. Η σήψη που άρχισε από ορισμένα στρώματα, που εκδηλώθηκε σε κάτι άρρωστα μυαλά, δεν υπάρχει λόγος ν’ απλωθεί προς τα κάτω, να προσβάλει και τις ρίζες (το καρκίνωμα έφτασε ως τη Θεσσαλονίκη, ίσαμε την ώρα). Ας αφήσουμε αυτές τις ενδείξεις του αριστοκρατισμού σε όσους παθαίνονται για μεγαλεία. Οι αγνοί νέοι μας, όσοι δε φοβούνται μην τους πουν επαρχιώτες επειδή τιμούν τα πατρογονικά τους, αυτοί έχουν ανοιχτό μπροστά τους ολόκληρο στάδιο για να διακριθούν. Μπορούν ν’ αντλήσουν από τη νεώτερη μυθολογία μας, από τη σύγχρονη ζωή μας, πλούσια θέματα, μεταλλεία αισθημάτων, που με κατάλληλο δούλεμα, με επένδυση προσωπική, έχουν τη δυνατότητα να γίνουν ακόμα και μεγαλουργήματα. Ας γλυτώσουν μονάχα απ’ τη μοντέρνα τέχνη, αυτήν τη λώβα του λόγου, την εκμαυλίστρια προαγωγό,  που ατιμάζει την εθνική μας παράδοση, που πλαστογραφεί και το αίτημα της προόδου.

Αυτά είχαμε να πούμε σε γνωστούς και αγνώστους, δεξιά κι αριστερά, με την πικρή γλώσσα της αλήθειας. Αν τυχόν προβληθούν αντιρήσεις, αν μάλιστα ακολουθήσει και πολεμική, θα βρεθούμε έτοιμοι ξανά στη θέση μας ύστερ’ απ’ αυτή την πρώτη κρούση.

Μάης 1950.

One Response to “ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος ΣΤ – τελευταίο”

  1. Ο/Η Avenida λέει:

    ΄ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ
    Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΤΡΑΒΑΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ .