Ιουλίου 4th, 2011

3) Διαστρεβλώνονται επίτηδες τα νοήματα και οι εκφράσεις. Κάποιος δαίμονας τους σφύριξε στ’ αυτί, κι αυτοί το έδεσαν κόμπο από τότε, πως το απλό είναι και εύκολο και πως γι’ αυτόν το λόγο δεν έχει αξία. Γιατί να γράψω φυσικά και στρωτά ; σού λέει κάθε ποετάστρος. Ετσι κινδυνεύω να γίνω Πολέμης και Δάφνης, να ξεπέσω στο επίπεδο των στίχων του ημεροδείκτη. Αν όμως σφίξω το μυαλό μου ή αφήσω το χέρι μου ν’ αραδιάσει ασάφειες, μπερδεμένες έννοιες, τότε μπορεί να περάσω για σπουδαίος. Γιατί απ’ τους κλασικούς μνημονεύουν τόσο τον Ηράκλειτο ; Επειδή βέβαια ήταν σκοτεινός. Γιατί φημίζεται ο Ισπανός Γκόγκορα ; Μας το εξηγεί το επώνυμό του : «άγγελος της σκοτεινιάς». Γιατί σκύβουν όλοι απάνω στο Μαλλαρμέ ; Τους αλάλιασε με τον ερμητισμό του, με την εφτασφράγιστη σολωμονική του. Εμπρός λοιπόν να τους μοιάσουμε. Κάτι που μου έρχεται στην αντίληψή μου απλό, τετρακάθαρο, θα το κάμω είδος αλγεβρική εξίσωση, για να βάλει σε σκέψη τους αφελείς και να τους κάμει να υποθέσουν χίλια δυό. Μ’ αυτήν τη μέθοδο η μετριότητα κι η κοινοτοπία, φορώντας λεοντή, σκέφτηκαν να περάσουν για βαθύνοια αδιαπέραστη. Και για να δοκιμαστεί αυτή η υψηλή πανουργία, ο αναγνώστης μπαίνει σε μια πρόσθετη ταλαιπωρία. Ανθρωποι που σε κανονικές περιστάσεις θ’ αξιώνονταν την τιμή μονάχα του καλάθου των αχρήστων, παριστάνουν τώρα τους ανεξιχνίαστους βαθυρήμονες και μόνο που δε ζητάν ερμηνευτικά υπομνήματα για τα γραφτά τους.

4) Η πεμπτουσία της ψνχής γίνεται κατακάθι του λόγου. Κήρυξαν αμείλιχτο πόλεμο της λογικής, που της φόρτωσαν όλη τη φτώχια της ποίησης. Οι πιο διαβασμένοι στηρίχτηκαν και σε κάποιο χωρίο του Πλάτωνα, που θέλει τον ποιητή μαινόμενο απάνω στη δημιουργική του ώρα. Σύμφωνοι κατ’ αρχήν,  λίγη τρέλα δε θα πείραζε το στιχουργό.

Ξεκινώντας όμως από κει, πως η νηφαλιότητα δεν αναδείχνει το λυρισμό, φτάσαμε σε συνέπειες εξωφρενικές. Με το πρόσχημα πως πρέπει ν’ απαλλαγούμε από την κυριαρχία του λογικού, ν’ αφήσουμε ελεύθερη διέξοδο στον ψυχικό μας πλούτο, σια πάθη μας τα φυλακισμένα απ’ τις λογής απαγορεύσεις, με την αποδέσμευση τάχα του υποσυνείδητου και την αυτόματη γραφή, καταλήξαμε να εκφραζόμαστε σαν τους ακαλλιέργητους η τούς ανισορόπους. Πολλά γραφτά μαρτυρούν αμουσία και άλλα παραλογισμό. Οχι μονάχα δεν προσθέτουν τίποτε στις πνευματικές μας επιδόσεις, αλλά κατεβάζουν τη στάθμη του λόγου στο επίπεδο των αγραμμάτων. Κι ενώ μοιάζουν με προϊόντα ψυχοπαθών, δεν έχουν ούτε αυτή τη δικαίωση, γιατί οι συγγραφείς των, γνωστοί κατεργαραίοι, δεν είναι πραγματικοί φοιβόληπτοι, αλλά κάνουν — σε ποιους ;—την παλαβή.

5) Καταλύσαν τα γνώριμα θέμαια και πλανιόνται στο κενό. Κήρυξαν σε κατάσταση αποκλεισμού τις υποκειμενικές εμπνεύσεις, τον κύκλο των οικείων μας αισθημάτων, γιατί το ατομικό είναι γι’ αυτούς ασφυκτικό, και με το πρόσχημα της αναζήτησης οικουμενικών, πανανθρώπινων συγκινήσεων απογύμνωσαν την ποίησή τους από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο. Το αίτημα της φυγής έγινε το πρώτο άρθρο της ποιητικής τους. Όλο φεύγουν, τραβούν γι’ αλλού και πουθενά δεν καταλήγουν, όντας ανερμάτιστοι. Πάντως απομακρύνονται ολοένα απ’ την Ελλάδα και τον άνθρωπο. Με την κουφότητα που έχουν ν’ απευθυνθούν σε όλο τον κόσμο, να γίνουν ίσως διεθνείς φυσιογνωμίες, με τη γενικότητα των προθέσεών τους που τους παρασέρνει στην αοριστολογία, είναι φυσικό να μην κινούν το ενδιαφέρον ούτε των ομοεθνών τους, που τους πληρώνουν την ακαταδεξία με ανάλογη στάση.

Πραγματικά, όταν διαβάζει κανείς σημερινούς στίχους, απ’ αυτούς που περικλείνουν δήθεν την αγωνία και το δράμα της εποχής μας, αναρωτιέται γιατί αυτά τα ποιήματα να γράφονται στη γλώσσα μας, αφού δεν έχουν τίποτε το ελληνικό. Μα κι οι ξένοι λαοί θα τα περιφρονούσαν, σαν είδος απάτριδα ή έκθετα.

6) Γελοιοποιούν κιόλας την ιερή μας παράδοση. Ενώ περιφρονούν τόσο βαθιά τη γλωσσική ορθοδοξία και την ποιητική κληρονομιά μας, ενώ δεν κοιτάνε να μοιάσουν σε τίποτε με τους φιλολογικούς των προγόνους, θυμούνται ωστόσο μέσα στα μπαστάρδικα γραψίματά τους (απ’ όπου κατάργησαν ακόμα και τη στίξη και τα κεφαλαία, για να μοιάσουν ίσως έτσι του στρατηγού Μακρυγιάννη ή των αγράμματων ανθρώπων, αλλά το βεβαιότερο είναι από ευρωπαϊκή μόδα), θυμούνται ωστόσο κάπου κάπου αυτοί οι υπόδουλοι της επιτήδευσης πως υπάρχει πίσω τους δημοτικό τραγούδι και ρίχνουν κανένα στίχο του ή απομίμηση δημοτική, έτσι σαν τσαλίμι άξιου χορευτή, μέσα στα χωρίς εθνικότητα γραφόμενά τους. Αναφέρουν και ηρωικές μορφές, ιστορικά γεγονότα μας, για επίδειξη ίσως πρωτοτυπίας, για δημιουργία αντιθέσεων. Μα αυτός ο αχρείαστος πατριωτισμός τους και αυτή η συγκατάβαση προς τα λαϊκά τονίζει πιο πολύ το χαρακτήρα της όλης ασέβειάς τους.

7) Mε τη διάλυση του ύφους, δεν ξεχωρίζουν πια ο ένας απ’ τον άλλον. Αλλοτε κάθε ποιητής με την επιμέλεια του λεκτικού του, με το διάλεγμα των μέτρων, ακόμα και με τις ομοιοκαταληξίες, που τούς έδινε κάτι απ’ την επινόηση και την ευφυία του, προσπαθούσε και φιλοτιμιόταν να βάλει παντού την προσωπική του σφραγίδα. Ετσι ο αναγνώστης πολλές φορές δε δυσκολευόταν ν’ αναγνωρίσει σε ποιόν ανήκαν οι στίχοι και χωρίς τη βοήθεια της υπογραφής. Σήμερα, με την αναστολή όλων των τεχνικών επιτεύξεων και προϋποθέσεων, που θεωρήθηκαν μικρόχαρες για τα υψηλά πετάγματά τους, οι ανατροπείς αυτοί των φιλολογικών θεσμίων, όχι μονάχα αποκλείουν κάθε έλεγχο και σύγκριση των γραφτών τους με βάση και γνώμονα τις γνωστές μας μεθόδους και απαιτήσεις, αλλά επεκτείνοντας τις παραβιάσεις τους ως το χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας ιδιοποιούνται ασύστολα ο ένας τα σχήματα και τις εκφράσεις του άλλου. Ετσι τα περίφημα ευρήματα π.χ. των ποιητών του Αίγαίου έγιναν με την αντιγραφή κοινό κτήμα. Οι πρωτεργάτες του κινήματος τιμωρήθηκαν για τις ανόσιες εμπνεύσεις τους με το να μη διαφέρουν ούτε μορφικά (αφού η ουσία έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει) από το πλήθος των ζηλωτών και μιμητών τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο πραγματοποιήθηκε στον τομέα της τέχνης μια συγχώνευση, ομαδοποίηση και προσωποκατάργηση από τις πιο απίθανες και αποτρόπαιες στην ιστορία των γραμμάτων.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε απαριθμώντας σε παραγράφους όλα τα γνωρίσματα και τα ελαττώματα αυτών των στίχων που δεν είναι στίχοι- αλλά τί ωφελεί; Το αποτέλεσμα είναι θλιβερό και για τούς ίδιους και γενικά για ταν τέχνη μας. Η ποίησή μας όχι μονάχα δεν πλουτίζεται με τέτια, αλλά ξεπέφτει σε μια κατάντια που ίσως δεν ξαναγνώρισαν τα γράμματά μας. Οι συλλογές κυκλοφορούν μεταξύ των κριτικών και των ομότεχνων του ποιητή —όχι όλων, των σχισματικών εννοείται,— χωρίς ν’ αγοράζονται από κανέναν, χωρίς να σημειώνουν απήχηση στο κοινό. Οι φιλότεχνοι αηδιάζουν μπροστά τους ή το πολύ κάνουν κέφι. Αν εξαιρέσει κανείς μια μικρή ομάδα, ένα στενό κύκλο μυημένων, δηλαδή κατά συνθήκην πιστών, οι υπόλοιποι έχουν φράξει  τ’ αυτιά τους σε τέτιες κακοφωνίες. Και ποιος αμερόληπτος κριτής μπορεί να τους κατηγορήσει ; Μονάχα κλούβια μυαλά επιδοκιμάζουν τέτια εξαμβλώματα. Ανθρωποι με σωστό, άβλαβο γούστο δεν υπάρχιι τρόπος να συγκινηθούν ποτέ, να ευχαριστηθούν καν, από παρόμοιες ασχημίες. Ετσι οι μεγαλοπιανούμενοι ελευθεροστιχίτες μας δεν έχουν ούτε τους αναγνώστες του Αχιλλέως Νέη και του Σπύρου Ματσούκα, εφόσον εκείνοι, μέτριοι βέβαια στιχοπλόκοι, διαθέταν όμως τον κοινό νου και απευθύνονταν πάλι στον κοινό νου, που απ’ αυτόν αρχίζει το ανέβασμα στην κλίμακα την ποιητική.