Ιουλίου 3rd, 2011

Ζητούμε άραγε ν’ αποκλείσουμε τους πνευματικούς μας εργάτες και τους ανήσυχους νέους μας από τις ευρωπαϊκές επιδράσεις, από τη μελέτη υποδειγμάτων ανώτερου ποιού; Οχι, δεν κηρύττουμε καθυστερημένα καμιά ανεδαφική απομόνωση, καμιά ουτοπική αυτοτέλεια. Τα πνευματικά σύνορα είναι ανοιχτά και με τη βοήθεια των γλωσσών, με τη διάδοση των μεταφράσεων, με την παρακολούθηση του ξένου τύπου, μπορεί κανένας, και επιβάλλεται μάλιστα, να ενημερώνεται ως προς την εξέλιξη και ιην πρόοδο της λογοτεχνίας σε άλλες χώρες πιο αναπτυγμένες, πιο απερίσπαστες απ’ τη δική μας. Στο κεφάλαιο της τεχνικής προπάντων, ακόμα και της θέσης των προβλημάτων, έχουμε πολλά να διδαχτούμε από τους Ευρωπαίους —και τους Αμερικανούς, φυσικά— , που προηγήθηκαν από μας στον πολιτισμό, στην καλλιέργεια των τεχνών και του λόγου. Αλλ’ αυτές οι εξερευνήσεις πρέπει να γίνονται με απαρασάλευτο προσανατολισμό στην ελληνική πραγματικότητα, στις γύρω μας ανάγκες και στις ατομικές μας δυνατότητες. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να θυσιάσουμε την ιθαγένεια και την ιδιοτυπία μας στο βωμό της μόδας, εν ονόματι του συγχρονισμού. Θα εκμεταλλευτούμε τους ξένους, αλλά δε θ’ αποροφηθούμε απ’ αυτούς. Ετσι έκαμαν ο Κοραής και ο Ψυχάρης, που πέρασαν όλη τη ζωή τους στο πιο λαμπρό κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού κι όμως διατήρησαν εκεί ατόφια την ελληνικότητά τους. Με το ίδιο πνεύμα αγλάισαν τη λογοτεχνία μας —για ν’ αναφέρουμε δυό ακόμα παραδείγματα—- ο βαθυσπούδαχτος Βιζυηνός κι ο πολυδιαβασμένος Παπαδιαμάντης. Μελέτησαν άραγε κα φωτίστηκαν βαθύτερα από κείνους οι φραγκότροποι λο-γοτέχνες μας, οι ανερμάτιστοι κοσμοπολίτες ;

Ας δούμε όμως από κοντύτερα τι ζητούν οι οπαδοί της καινούργιας ποίησης και, το κυριώτερο, με τί μέσα θέλουν να επιβάλουν τις απόψεις τους. Η έκθεση θα είναι κατ’ ανάγκην κάπως σχηματική, αφού δε χρησιμοποιούμε αυτούσια κείμενα, ίσως όμως πιο ξεκάθαρη απ’ όσο θα μπορούσαν να το κάμουν οι θεωρητικοί απολογητές τους.

Ο καθιερωμένος στίχος, λεν, είχε αποτελματωθεί. Επρεπε να πέσει μια πέτρα στα στεκούμενα νερά του, για ν’ αναταραχτούν. Οι αναγνώστες βαρέθηκαν τη ρίμα τη κουδουνιστή, τη μελωδία που ξαναγυρνούσε με στερεότυπη κανονικότητα. Χρειαζόταν μια προσπάθεια για να υποκατασταθεί αυτή η παμπάλαια τυμπανοκρουσία μ’ έναν εσώτερο ρυθμό. Αλλά, το κυριώτερο, έπρεπε να εξουδετερωθεί η δυναστεία της λογικής, που φυλάκιζε, στέγνωνε την έμπνευση. Η αποδέσμευση των ενστίκτων, το μεγάλο κατόρθωμα του Φρόυντ και των συνεχιστών του, ήταν καιρός να πραγματοποιηθεί και στην περιοχή της τέχνης. Αρκετά μας απασχόλησαν τα θέματα και οι περιγραφές, οι εξωτερικότητες και οι αισθηματολογίες, ια ευκολοσύλληπτα και χιλιοειπωμένα. Ό,τι σχετίζεται με την πεζολογία, ότι αποτελεί συνάρτηση έμμετρη της ηθογραφίας, πρέπει να δώσει τη θέση του σε μια χαλαρώτερη έστω διάρθρωση των νοημάτων, αλλά με βαθύτερο συνειρμό, με απόκρυφη αλληλουχία, στην ανάγκη και με παράτολμους διασκελισμούς, για να διασωθεί το σπουδαίο, να αποδοθεί το καίριο : η καθαρή ουσία του λυρισμού, η καθαυτό υφή του, που τη συνιστούν οι ονειρικές καταστάσεις, τα σκιρτήματα του υποσυνείδητου. Προκειμένου να βγουν στην επιφάνεια αυτά τα κρυμμένα κοιτάσματα, οι ψυχικοί θησαυροί, μπροστά στις εικόνες και στα οράματα που ζητάει η σύγχρονη αισθητική, ας θυσιαστούν τα θέματα κι οι Ιδέες με τους δεκαπεντασύλλαβους και τις ομοιοκαταληξίες τους. Το νέο υλικό θέλει και νέα έκφραση. Η άβαρη ουσία απαιτεί ανάλαφρο χειρισμό. Η ενδοσκόπηση και η βυθομέτρηση θα γίνουν από θαρραλέους δύτες, με όργανα αμεταχείριστα ως τώρα. Αξίζει να δοκιμαστεί μια αλλαγή μεθόδων για να καταχτηθεί ένας άγνωστος χώρος, η νέα γη του λυρισμού.

Αυτά ισχυρίζονταν, μέσες άκρες, όσοι γύρευαν ανανέωση της ποίησης ριζική, επανάσταση στο στίχο, που κατά βάθος όμως ήταν μόνο φραστική, δεν προχωρούσε πέρα από το άλλαγμα της μορφής. Ολα τ’ άλλα που επικαλούνταν ήταν προφασιστικά, για να σκεπαστεί η κενότητα του εγχειρήματος, όπως αποδείχτηκε από την εφαρμογή. Κάτω απ’ τις μεγαλεπήβολες επαγγελίες κρύβονταν ένα συνηθισμένο τέχνασμα, μια επίφαση ανατροπής, μια φενάκη του λόγου, θα μεταβάλλονταν τάχα, θα μπερδεύονταν όλα, μα η μετατόπιση θάμενε επιφανειακή, εφόσον η ουσία δε θα θίγονταν καθόλου.

Ώστε —θα ρωτήσει κανείς— σ’ αυτή την πρωτοποριακή τάση δεν υπήρχαν προθέσεις ανάλογες, ιδέες ριζοσπαστικές, που επόμενο ήταν να θέλουν και περίβλημα καινούργιο; Το παράδειγμα του Μαγιακόφσκι, που συνδύασε τον επαναστατικό του οίστρο με μια έκφραση ανατρεπτική των καθιερωμένων, το υπερπόντιο σάλπισμα του Πάμπλο Νερούντα, η καθαγιασμένη μαρτυρία του Φεντερίκο Λόρκα, ακόμα και ο γείτονάς μας ο Ναζίμ Χικμέτ, άλλοι Βαλκάνιοι και Ισπανοί που δεν τους καλοξέρουμε εδωπέρα, δείχνουν πως στην αρχή του ποιητικού τούτου κινήματος, στις προδρομικές έστω μορφές του, επικρατούσαν στοιχεία στ’ αλήθεια προοδευτικά, τεχνίτες που προσπαθούσαν να εκδηλώσουν τις ιδεολογικές ανησυχίες τους με τρόπο ενάντιο στη φθαρμένη παράδοση, χωρίς ποιητικά μπιχλιμπίδια και περίτεχνα καμώματα, με μια αμεσότητα και τραχύτητα αντίστοιχη των γεγονότων. Αλλά οι συνεχιστές τους οι αλλόδοξοι νόθεψαν τις τάσεις του κινήματος, αλλοίωσαν τους αρχικούς σκοπούς του και από φύσει πρωτοπόρο, ευνουχίζοντάς το με τον καιρό, δεν άργησαν να τα μεταβάλουν στις ημέρες μας —και σε πλατύτερη κλίμακα κοντεύει κανείς να πιστέψει— σ’ ένα κούφιο σχήμα, σ’ ένα σύνθημα χωρίς περιεχόμενο, που αν δεν χρησιμεύει για παραπλάνηση, για παροχέτευση νεανικών ενθουσιασμών, πάντως εξυπηρετεί κατά βάθος την πνευματική αντίδραση μονάχα, τη μια και αδιαίρετη παρ’ όλα της τα προσωπεία.

Αυτή την αυστηρή κι ενάντια στάση μας, μπροστά στην ελληνόγλωσση τουλάχιστο μοντέρνα ποίηση, μας την επιβάλλουν οι ίδιες της οι εκδηλώσεις με τα βαριά συμπτώματά τους, που χειροτερεύουν από χρόνο σε χρόνο με την απουσία του αντίπαλου δέους. Και είναι αυτά τα σημάδια τα εξής :

1) Αγνοούν τη γλώσσα ή και την κακοποιούν εσκεμμένα. Οι πιο πολλοί απ’ τους νέους που γράφουν, δείχνουν σα να μην ξέρουν το τυπικό και τους κανόνες της δημοτικής όπως διαμορφώθηκε από την ομιλία και τη γραφτή χρήση. Τόσοι αγώνες από τον Ψυχάρη και δώθε φαίνεται σα να πήγαν χαμένοι γι’ αυτούς. Θάταν υπερβολή να πει κανείς πως δεν είναι άξιοι της γλωσσικής ελευθερίας τους ! Οπωσδήποτε δε σέβονται τη θαυμάσια γλωσσική μας παράδοση ούτε πειθαρχούν σ’ αυτήν, αλλά εισάγουν καθαρευουσιάνικα στοιχεία, λαθεμένους ή νόθους τύπους, απαράδεχτους νεολογισμούς.   Περιορίζονται στο άψυχο, το ανεπαρκές λεξιλόγιο των αστικών κέντρων και αποφεύγουν ν’ αντλήσουν απ’ τον πλούτο των ιδιωμάτων, μπολιάζοντας έτσι γενναία το γλωσσικό μας όργανο, από τον ανόητο φόβο μήπως οι ελλανοδίκες τους χαρακτηρίσουν ηθογράφους της ποίησης !  Και δεν ακολουθούν το τυπικό είτε από ασυχώρετη άγνοια είτε γιατί το θεωρούν δέσμευση που θα στένευε δήθεν την άπλα της έμπνευσής τους, θ’ αδυνάτιζε τη χάρη της έκφρασής τους.

2) Μαζί με τις ρίμες και το μέτρο έχουν εξοβελίσει σχεδόν κάθε ρυθμό. Θέλησαν να καταργήσουν την ομοιοκαταληξία, τις ισοσύλλαβες στροφές· πάει καλά. Αυτό είχε γίνει από καιρό και θεωρούνταν νόμιμο. Για να μην αναφέρουμε τους αρχαίους ( Ομηρο, ΙΙίνδαρο, χορικά των δραμάτων), που εκτός απ’ το φράγκικο στολίδι της ρίμας δεν έχουν ούτε στροφικά συμπλέγματα με την κανονικότητα των δικών μας τετραστίχων, ανάλογες τεχνικές καινοτομίες είχαν δοκιμαστεί και στη νεώτερη ποίησή μας, από επίσημους μάλιστα αντιπροσώπους της, όπως ο Κάλβος και ο Σολωμός και ο Παλαμάς (έλλειψη ρίμας και κανονικού μέτρου σε πολύστιχα ποιήματά του), ακόμα και απ’ το χτεσινό, συντηρητικό κατά τα άλλα, Αγρα (σε τελευταίες δοκιμές του). Αλλά οι νέοι μας θέλησαν να υποκαταστήσουν, λέει, τη μουσική του στίχου, τις ανιαρές επαναλήψεις της, με μια εσωτερική τάχα αρμονία, που δεν την απαντούμε όμως πουθενά. Απεναντίας σκοντάφτουμε κάθε τόσο στην απαγγελία, με αποτέλεσμα όχι μονάχα να μη μαθαίνουμε απέξω τα κείμενα (που αυτό πρέπει νάναι η απώτερη φιλοδοξία τους), αλλά να δυσφορούμε κιόλας νομίζοντας πως έχουμε μπροστά μας κακογραμμένα πεζοτράγουδα.