Ιουλίου 3rd, 2011

Ετσι το πεδίο έμεινε ελεύθερο στους ενδιαφερόμενους και μπορούσαν πια ν’ αλωνίζουν ανενόχλητοι, εφόσον άλλοι από τους φυσικούς θεματοφύλακες δεν ήθελαν, άλλοι δε μπορούσαν και άλλοι βαριόνταν να έρθουν σε σύγκρουση με τους άφοβους τώρα ταραχοποιούς, που ήξεραν να κάνουν τη δουλιά τους τόσο με την επιδοκιμασία όσο και με την απλή ανοχή. Αρχισαν λοιπόν να ποδοπατούν την παράδοση, να χλευάζουν τους οπαδούς της και να οργανώνουν μεθοδικά πια την επιβολή και την κυριαρχία τους, έχοντας συμμάχους των και ορισμένους πεζογράφους της γενιάς του 30, που κατακεραύνωναν κάθε προηγούμενη τους επίδοση κι επιτυχία αποκαλώντας τους δημιουργούς εκείνους, αυτοί οι κακοί μιμητές, ηθογράφους και επαρχιώτες. Μέσα σε μιά τέτια σύγχυση πνευμάτων, που σκόπιμα την προκαλούσαν οι ίδιοι, τι να σου κάμει ένας Μιχαήλ Ροδάς, που διαμαρτύρονταν με την υπόκρουση του ποιητή Λαπαθιώτη χωρίς να τους ακούει κανένας !

Τα δίσεχτα λοιπόν χρόνια πού ακολούθησαν την 4η Αυγούστου, μαζί με τις άλλες βαθειές αλλαγές που έφεραν στα ήθη μας, πάντα προς το χειρότερο, με την απουσία έλεγχου και αυτοκριτικής, με την εξαφάνιση του σεβασμού προς τις πραγματικές αξίες, με τον απροσχημάτιστο παραγκωνισμό των τίμιων στοιχείων, με την τάση για τη βιαστική και ακοπίαστη ανάδειξη, μ’ εκείνο το στυγνό πνεύμα που εκθειάστηκε στην περίοδο της Κατοχής ως μαυραγοριτισμός και ανθρωποφαγία, όλο αυτό το διάστημα με τα νοσηρά του συμπτώματα, της αναστάτωσης και του ξεπεσμού, δε μπορούσαν παρά ν’ αφήσουν τα στίγματά τους και στον ευαίσθητον οργανισμό που λέγεται: λογοτεχνία, στην πεμπτουσία της, την ποίηση.

Τί βλέπουμε σήμερα γύρω μας : Σ’ ένα συναγωνισμό εικονοκλασίας, σ’ έναν οίστρο αλλοφροσύνης, σε μια κατάσταση αληθινής βακχείας του πνεύματος, οι παραζαλισμένοι νέοι μας, θύματα της ξενομανίας, εχθροί των πατροπαράδοτων, ενεργούμενα τού λεβαντινισμού, χωρίς να βρίσκουν αντίσταση από άκριτους ή άβουλους μεγαλύτερους των, βάλθηκαν να γκρεμίζουν με πάταγο τους σκουριασμένους ανδριάντες, τα παλιωμένα είδωλα, δηλαδή τα σεπτά κονιάματα των μικρών αγίων μας, των πονεμένων και πονετικών, του Βιζυηνού, του Κρυστάλλη, του Μαβίλη, του Πορφύρα, του Γρυπάρη, του Μαλακάση, του Φιλύρα, του Αγρα, όλων αυτών που μας έφερναν δάκρυα στα μάτια κι έκσταση στην ψυχή. Πόσοι άραγε από τους σημερινούς νέους καταδέχονται να τούς διαβάσουν; Οι περισσότεροι τους περιφρονούν, τους θεωρούν ξεπερασμένους, μονόχορδους, στατικούς και ό,τι άλλο τούς υποβάλλουν οι ξιπασμένοι κριτικοί τους. Αντί να μελετήσουν τους προγόνους των, αντί να διδαχτούν από τους πατέρες των, αόμματοι και ασεβείς, εκστασιάζονται και παραληρούν μπρος στήν Ερημη Χώρα, ακατανόητο κείμενο αγγλοαμερικάνου ποιητή, που τη θεωρούν ένα είδος ποιητική Αποκάλυψη, επειδή ίσα ίσα δεν καταλαβαίνουν ούτε μια παράγραφό της. Είναι οι ίδιοι δηλαδή, του ίδιου κύκλου, που προχτές παρίσταναν τους αποκρυπτογράφους του Βαλερύ και παραπροχτές συγ-κινούνταν με τις σφιγγώδεις εμπνεύσεις του Μαλλαρμέ σα νάταν ομογάλακτοι αδελφοί του. Πάντα στους μαιάνδρους και στις καταχνιές, μακριά απ’ την ξαστεριά και την ισιάδα !

Κι επειδή παραμερίστηκε η λογική σαν αντιποιητικό στοιχείο, επειδή αφέθηκε να ενεργεί το αγελαίο ένστικτο της μίμησης, τρέχουν όλοι τους να βαφτιστούν στα νάματα της κολυμβήθρας αυτής του Σιλωάμ ή κάνουν μεταμοσχεύσεις ελεύθερου στίχου κατά τη μέθοδο του Βορονώφ, άνθρωποι μεσόκοποι ή ηλικιωμένοι που σταδιοδρόμησαν ή δεν τα κατάφεραν ως παραδοσιακοί και νόμισαν πως βρέθηκε πια το φάρμακο της ποιητικής ανανέωσης και του σφρίγους. Εθελοντές της δόξας και βετεράνοι του θορύβου τρέχουν πατείς με πατώ σε σ’ αυτά τ’ απίθανα χρυσωρυχεία, καμιά φορά κιόλας μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος πρωτοανακάλυψε τις χρυσοφόρες φλέβες (πρόλογος του Γ. Βαφόπουλου στην τελευταία συλλογή του). Στην ομαδική αυτή υστερία παρουσιάζονται και κρούσματα μεγαλομανίας, περιπτώσεις ψευδαισθήσεων και άλλα τέτια, που θα ήταν στ’ αλήθεια διασκεδαστικά και θάκαναν μαζί τους χάζι οι πικραμένοι του καιρού μας, αν το θέαμα τούτο δεν είχε και τη θλιβερή πλευρά του —αν τό μίασμα, μένοντας απολέμητο, δεν απειλούσε ολοένα να μολύνει τα νιάτα.

 

Πραγματικά, τί θέλετε να κάμει ένας νέος που αισθάνεται μέσα του τα πρώτα κεντρίσματα της δημιουργίας, τη φαγούρα του στίχου, όταν βλέπει τί ποιήματα δημοσιεύουν τα φύλλα μας, τί συλλογές επαινούν οι κριτικοί μας ! Ανώριμος είναι ακόμα, χωρίς αυτοπεποίθηση, σκέφτεται πως οι πρεσβύτεροι κι ανώτεροί του θάχουν δίκιο, πως η παραδεγμένη ρυθμοποιία ξόφλησε πια, πως το μέλλον και το συμφέρο του βρίσκονται στον ελεύθερο στίχο, πως το καλύτερο που έχει να κάμει είναι ν’ αποτινάξει τα δεσμά της παράδοσης και να τραβήξει πανελεύθερος, αχαλίνωτος, μην υπακούοντας πια στη συνείδηση, αλλ’ αφημένος να τον ελαύνει το υποσυνείδητο, για να κατακτήσει το άπειρο, ήγουν το κενό. Έτσι τους τάζουν οι ψευτοπροφήτες, πως θα κερδίσουν την οικουμένη και την αιωνιότητα, αν αρνηθούν τη μικρή τους πατρίδα και τον ίδιο τους τον εαυτό, τη φυσική τους κλίση. Μ’ αυτόν τον τρόπο, χειραφετημένοι προς την ασυδοσία, απομακρύνονται από την γνησιότητα και το πάτριο χώμα, γίνονται ξενόπιστοι σε γης ελληνική. Κι ενώ διαφέρουν στα δόγματα, στις ιδεολογικές αρχές, ενώνονται όμως με την κοινή τους ασέβεια προς την παράδοση. Μονάχα για να καθησυχάσουν τους ενδοιασμούς επικαλούνται μεγαλόφωνα οι μεν τον Έλιοτ, οι δε το Λόρκα, τους επώνυμους της συντεχνίας. Ετσι φαντάζονται πως εκπληρώνουν τους τόπους της λατρείας, πως δεν υπάρχει καμιά παράλειψη στο τυπικό.

Μα στα θεό σας — τούρχεται κανενός να ξεφωνίσει— τί αναλογίες έχουμε εμείς, αγγόνια φιλολογικά του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, φλέβας αρματολικής, πολέμαρχου του στίχου, μ’ Εγγλέζους και Σπανιόλους, που κρατάν από αιώνων γενιές, από ποιητικά αρχοντόσογα, Θερβάντες και Σαίξπηρ ! Η γλώσσα εκείνων τρίφτηκε στο μεταξύ, τα μέτρα τους πάλιωσαν και ξεθώριασαν, τα καλούπια τους ράγισαν από την πολλή παραγωγή. Και είναι ίσως δικαιολογημένοι, μπορεί να μπούχτισαν οι άνθρωποι, γι’ αυτό γυρεύουν αλλαγές, καινοτομίες, ακαταλαβίστικα. Ο κόρος τους ήρθε αναπότρεπτα, φυσιολογικά, έπειτ’ από μια πνευματική εξάντληση. Μα εσύ, ορθόδοξε ρωμιέ, πεινασμένε για ψωμί, πού λέει ο λόγος, αχόρταστε από μπομπότα, πώς σου ρέχτηκε στα καλά καθούμενα για παντεσπάνι και πουτίγκα; θα ήταν αστείο να μας προβάλεις πώς είσαι κι εσύ αψίκορη φύση σαν τούς παλιούς ευρωπαίους. Οχι, δε μοιάζεις διόλου μπλαζέ (για να μιλήσουμε στη γλώσσα σου), είσαι ένας σκέτος σνομπ και  τίποτε  άλλο.

Έχει γούστο να μας πείσει τώρα κάθε καραγκούνης βλαχοδήμαρχος της τέχνης πώς δεν του κατεβαίνει χαψιά άμα δε διαβάσει λίγο Λωτρεαμόν και Ρεμπώ — ψωμοτύρι μας έγιναν μαθές— ή το χωριατόπουλο της Γορτυνίας που φορούσε στο γυμνάσιο τσαρούχια με φούντες (αυτό δεν ήταν ντροπή, αλλά ο ίδιος θα ντρέπεται γι’ αυτό) πως δε βρίσκει αλλού ψυχική ανταπόκριση, ο τσαμένος. παρά μόνο στα περισπούδαστα αλαμπουρνέζικα του Εζρα ΙΙάουντ, λέει, επίσημου προδότη σημειωτέον και τροφίμου ψυχιατρείου!

Εκεί καταντήσαμε μ’ αυτόν τον κατήφορο· ν’ απαρνηθούμε τη δημοτική μας ποίηση και τον Ερωτόκριτο (εννοούμε τη ζωντανή του επιροή και όχι την ανάλυσή του σε δοκίμια), να ξεχάσουμε το Βηλαρά και τούς Επτανήσιους, την Αθηναϊκή σχολή μ’ έναν Παλαμά, δηλαδή όλη την ποιητική κληρονομιά μας, τις ριζιμιές πέτρες της ελληνικής ποίησης, για να κυνηγάμε ίσκιους άπιαστους στους σκοτεινούς δρυμούς και στις ομίχλες του βορρά, να οπτασιαζόμαστε μεσημεριάτικα Ρίλκε και Μιλόζ, Απολλιναίρ και Ούγκαρέτι, ακόμα και Γιαπωνοκινέζους, για να συμπληρωθεί αντάξιά του αυτός ο πύργος της Βαβέλ, το μνημείο της σύγχυσης και της χρεωκοπίας τού πνεύματος. Σέ όλα ανατρέχουν, όλα τ’ αναδιφούν, ή καλύτερα σχηματίζουν διαδήλωση γύρω από καθέναν πού θ’ ακούσουν πώς ήταν πρόδρομος του νέου αποκρυφισμού, μακάρι κι αν αυτός λέγεται Αγιος Αυγουστίνος ή Φραγκίσκος της Ασσίζης ή Ιωάννης του Σταυρού. Ολα τους ενδιαφέρουν, όλα τα επικροτούν, φτάνει νάχουν μέσα τους ασάφεια και διαστροφή, περιτέχνηση και παραλογισμό. Οι εθνικές μας αρετές, ή ελληνική προπαίδεια είναι κάτι που βιάζονται να τα λησμονήσουν, αφού δεν υπάρχει τρόπος να τα εξαφανίσουν, για να μην τους θυμίζουν πως αυτοί προέρχονται από έναν πρωτόγονο τάχα λαό με ανεπάρκεια λόγου και με υποτυπώδες ύφος.