Ιουλίου 2nd, 2011

Tο ζήτημα των ξένων επιδράσεων δεν ήταν κάτι που μόλις τώρα έμπαινε στα γράμματά μας, και μάλιστα τον έμμετρο λόγο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Από τις αρχές του αιώνα μας σημειώνεται κιόλας μια ζωηρή ζύμωση γύρω από τις ιδέες και το γράψιμο του Νίτσε, με αποτέλεσμα να φανούν και στον ορίζοντά μας οι πρώτες γερμανότροπες νεφώσεις δια μέσου του λιγόζωου και άγουρου Γιάννη Καμπύση (αλλά και αργότερα, κάπως κατασταλαγμένες πια με τον Κώστα Χατζόπουλο).   Ανάλογη άβαθη αναταραχή έφερε υστερώτερα σ’ έναν ορισμένο κύκλο μας και η προκλητική εμφάνιση με τα σχετικά σκάνδαλα του Όσκαρ Ούάιλντ, που έδωσε αφορμή στις πρώτες εκδηλώσεις ενός άγονου αισθητισμού και στο δικό μας τόπο. Το αξιοσημείωτο είναι πως αυτές τις επιροές τις δέχονταν πολλοί, από λόγους ενημέρωσης εννοούμε, ενώ  τις παρουσίαζαν έκδηλες στα γραφτά τους μονάχα όσοι δε μπορούσαν νάα τις αφομοιώσουν οργανικά, οι λυμφατικοί της λογοτεχνίας.

Το φαινόμενο τούτο άρχισε να παρατηρείται σε μεγαλύτερη κλίμακα κατά τις παραμονές του δεύτερου πολέμου, που μας έλαχαν εδώ μαζί με τη δικτατορία, ή και λίγο πρίν. Από τότε χρονολογούνται στη γλώσσα μας τα πρώτα δείγματα ή πειράματα μιας ποίησης ξεκομμένης απ’ τήν παράδοση, εφόσον απαρνιόταν τα γνώριμα μέτρα με την ομοιοκαταληξία, αλλά και τη λογική διάρθρωση που ακολουθούσαν ως τότε τα ποιήματα. Οι νέοι που το έκαναν αυτό ήθελαν να συνδυάσουν την ανανέωση της ποιητικής με τις κοινωνικές ανησυχίες, σύμφωνοι σ’ ετούτο με τα ξένα πρότυπα ή ακούσματά τους (Ελυάρ, Άρα-γκόν—Γαλλία, Μαγιακόφσκι—Ρωσία κλπ.) Τό αίτημα δηλαδή πρόβαλε στην αρχή απ’ την αριστερά, με αντιπροσώπους του εδώ τότε το Θρακιώτη και τον Οικονόμου, αλλά θα δούμε αμέσως παρακάτω πως δεν άργησε να μπερδευτεί  με ανάλογη κίνηση αλλιώτικου περιεχομένου.

Οπωσδήποτε αξίζει να γραφτεί πως από τα πρώτα φιντάνια αυτού του ποιητικού περιβολιού και πολέμιος αποφασιστικός της γηραλέας παράδοσης εμφανίστηκε ο αβροδίαιτος, έλληνοαμερικάνος τώρα, Νικήτας Ράντος (Καλαμάρης), που πολύ αχάριστα του φέρνονται οι σημερινοί ελευθεροστιχίτες με το να μην τον έχουν ανακηρύξει επίσημο πάτρωνά τους μαζί με τον μακαρία τη λήξει Θεόδωρο Ντόρο (όνομα και πράμα !), συγγραφέα της συλλογής «Στου γλυτωμού το χάζι». Δεν είχαν βγει, βλέπετε, ακόμα οι Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος και Σία, που εμφανίζονται ορμητικά γι’ αρχηγέτες και πρωτόθρονοι της ποιητικής τους δυναστείας.

Επίτηδες αναφέρουμε τις φαιδρές απαρχές της σχισματικής αυτής παρασυναγωγής, για νά ιδούν οι σημερινοί ακούσιοι ή ανίδεοι οπαδοί τους που δεν έχουν τυχόν παρακολουθήσει τη φιλολογική τους γενεαλογία απ’ την ένδοξη αρχή της, για να ιδούνε κι οι ίδιοι πούθε ξεκίνησε αυτή η οργανωμένη πια κομπανία που, ενισχυμένη τώρα με δυναμικά στελέχη, με διαλαλητάδες και κλαπατσίμπαλα λογής λογής, σωστή διαδήλωση του είδους της φαυλοκρατίας, περιφέρει καμαρωτούς στην ποιητική αλουργίδα τους δυό γαλαζοαίματους της ποίησης, το Σεφέρη (Σεφεριάδη) και τον Ελύτη (Αλεπουδέλη) με το πλήθος των υποτελών και θεραπόντων τους, δημιουργώντας έναν απερίγραπτο θόρυβο στο άστυ της κλεινής Αθηνάς.

Στο σημείο αυτό δίκαιο είναι, κοντά στά κανά-δυο κεντρικά βιβλιοπωλεία που τροφοδότησαν μ’ ευρωπαϊκά έντυπα (τί ευρωπαϊκά δηλαδή ! δέ λέμε καλύτερα γαλλικά ; )  τους ευρωπαϊζοντες γραμματανθρώπους μας. αλλά πιο πολύ με τη φήμη της ξένης πραμάτειας τους (εφόσον οι περισσότεροι από τους δορυφόρους των περιορίζονταν μονάχα στο διάβασμα, ονομάτων και τίτλων), δίκαιο και πρέπον είναι ν’ αποδώσουμε τον προσήκοντα φόρο τιμής, γι αυτή την ελληνοευρωπαϊκή επιμιξία, και στον αληθινά δαιμόνιο για την προφορική του προπαγάνδα, αλλά και γιά τις οργανωτικές του ικανότητες και γι’ άλλους πολιτικάντικους συνδυασμούς, εξαίρετο βιβλιογράφο Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τον κινητήριο μοχλό όλης αυτής της ποιητικής οχλαγωγίας. Ο ίδιος χορήγησε και την έκδοση ειδικού περιοδικού για την επιβολή των αμφισβητούμενων ακόμα φίλων του ποιητών, όπου έβαλε διευθυντή ευνοούμενό του κριτικό και δραστήριο αρθρογράφο. Τα «Νέα Γράμματα» του εκείνα πάσης φιλολογικής ξενομανίας στάθηκαν ο πρόγονος και το υπόδειγμα των κατοπινών «Τετραδίου», «Ιππόκαμπου», «Θεμέλιου». «Κοχλία» και άλλων εκκολαπτηρίων πνευματικής υποπαραγωγής.

Χωρίς να θέλουμε να υπερβάλουμε τη σημασία ορισμένων λεπτομερειών ούτε και να θίξουμε ονόματα που μας είναι καθ’ όλα σεβαστά και ευυπόληπτα για την όλη πνευματική τους πολιτεία, δε μπορούμε ωστόσο να αποσιωπήσουμε και τον ψυχολογικό αντίχτυπο που σημείωσαν επί του προκειμένου δυο δείγματα ηθικής ενίσχυσης, απ’ τα πολλά, του γέρου Παλαμά : ένα γράμμα—χρίσμα στον ποιητή της «Στροφής», γιο παλιού φίλου του συν-δημοτιστή, δημοσιευμένο πανηγυρικά στο «Ελεύθ. Βήμα», και το εγκωμιαστικό του τετράστιχο για το «Τραγούδι της αδελφής μου», που δεν παράλειψε να το διαφημίσει εντατικά ο εκδοτικός του οίκος.

Ετσι φτάνουμε σε μια περίοδο όπου η καινούργια ποίηση μπόρεσε πια να παρουσιάσει από δυό αξιόλογους αντιπροσώπους σε κάθε πτέρυγα (ο τέταρτος είναι βέβαια ο Βρεττάκος) και είχε κάθε λόγο να προκαλέσει την προσοχή, να ελκύσει και την εύνοια ακόμα, των κριτικών και τού κοινού. Είναι αλήθεια πως πολλοί από τους φιλότεχνους, προπάντων τους καλλιεργημένους, είχαν βαρεθεί την παράδοση με τη στασιμότητά της ή τα σημειωτά βήματά της και ζητούσαν κάτι αποφασιστικότερο και ριζικώτερο από τις ανανεωτικές προσπάθειες της γενιάς τού 1930 (Ανθίας, Λάσκος, Εμμανουήλ κλπ.), κουτουράδες πιο τρελές από τους εξωτικούς, ονειρόπαρτους στίχους του Νίκου Καββαδία και του Γιάννη Σκαρίμπα. Κι έτσι από μιά θεμιτή απαίτηση φτάσαμε σ’ έναν απαράδεχτο έξωφρενισμό, από τη χαλάρωση της λογοκρατίας στην αποθέωση του παραλογισμού.

Για να καταντήσουμε αυτού, βοήθησαν διάφοροι παράγοντες, υποκειμενικοί και αντικειμενικοί. Για να παρακινηθεί ολόκληρη νεολαία να γίνει ουραγός της παραπάνω τετράδας των προικισμένων ποιητών, που οι δυό τους είχαν να βάλουν νέο κρασί στο καινούργιο ασκί, ενώ οι άλλοι δυό επιτηδεύονταν φιλολογική απλώς επανάσταση, αυτό σημαίνει πως βρέθηκαν συνθήκες που ευνόησαν εξαιρετικά την ανάπτυξη του αμφοτερόπλευρου αυτού φαινομένου.

Φρονούμε λοιπόν πώς ένας τέτιος σπουδαίος παράγοντας για το γρήγορο άπλωμα της νεωτεριστικής αυτής τεχνοτροπίας, εκτός από την έφεση των φορέων της και τη διάθεση των αναγνωστών, ήταν και ή έλλειψη πνευματικού ελέγχου, τουλάχιστο από μια ορισμένη πλευρά, και η σχετική ασυδοσία που παρατηρήθηκε στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η συνακόλουθη με τις γvωστές διαταραχές του πολιτικοκοινωνικού μας βίου. Στο διάστημα αυτό η μια πτέρυγα της ποιητικής πρωτοπορίας αναγκάστηκε να νερώσει το κρασί  της, καταφεύγοντας σε ένα είδος νεορομαντισμού για να διασώσει όχι την ουσία πια παρά μονάχα το περίβλημα των επιδιώξεών της, ενώ οι ευνοημένοι απ’ την τροπή της κατάστασης ομότεχνοί τους είχαν όλη την ευκαιρία να καλλιεργήσουν και να επιβάλουν μιά ποίηση φυγής από τη φλέγουσα πραγματικότητα, μιά ποίηση μόνο εξωτερικά εξελιγμένη• έτσι βρήκαν όλο τον καιρό να φωνάζουν, με τα όργανά τους φυσικά, πως ήρθε επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση του στίχου, επανάσταση πού γινόταν εννοείται με τις ευλογίες της λογοκρισίας.

Εδώ πια έρχεται η σειρά να τονίσουμε και την ευθύνη που έχουν σχετικά με την επικράτηση των μοντέρνων και όλοι σχεδόν οι κριτικοί μας. Αλλοι απ’ αυτούς χειροκρότησαν εξαρχής ανεπιφύλαχτα, ως συγγενικής ιδιοσυγκρασίας, τους ποιητές του ελεύθερου στίχου (Παράσχος, Παπανικολάου, Μαλάνος), άλλοι τους προσέγγισαν με τη δημοσιογραφική τους όσφρηση (Χουρμούζιος, Βαρίκας), άλλοι τους ακολούθησαν από καιροσκοπισμό (Χάρης, Παππάς), άλλοι από μετριοπαθή συμπάθεια (θρύλος, Δημαράς, Σπανδωνίδης) και άλλοι από φόβο μήπως θεωρηθούν καθυστερημένοι (ΙΙαναγιωτόπουλος, Χατζίνης, Παυλίδης). Δεν πιστεύω ν’ αφήσαμε κανέναν σημαίνοντα έξω από τον κατάλογο ούτε να τους αδικήσαμε στην κατανομή τους κατά κατηγορίες. Μα ή αναγραφή των κριτικών πρέπει να συμπληρωθεί κατά τη γνώμη μας και με δυο ακόμα ονόματα μεγάλου κύρους, του Βάρναλη και του Αυγέρη, πού μπορεί να τούς παρατηρήσει κανείς πως δε φρόντισαν —στα διαστήματα που τους επιτρεπόταν— να επισημάνουν τον κίνδυνο και να τον αποτρέψουν, το κατά δύναμιν.