Ιουλίου 1st, 2011

Τα εφιαλτικά χρόνια που δοκίμασε τελευταία ο τόπος μας, με τ’απάνθρωπα γεγονότα που μόλις μας αφήσαν να πάρουμε λίγη ανάσα, δε στάθηκαν ωστόσο ικανά στο καταστροφικό πέρασμά τους ν’ αναστείλουν για πάντα, να νεκρώσουν μέσα μας την πίστη στο πνεύμα, την έφεση για τα γράμματα, την καλλιτεχνική δημιουργία. Ακόμα και στη ζοφερή αυτή περίοδο εξακολουθούσαν να υπάρχουν άνθρωποι, πολύ περισσότεροι ίσως απ’ όσο φανταζόμαστε, που συντηρούσαν φιλότιμα την άσβυστη φωτιά, το ζήλο της τέχνης, είτε καλλιεργώντας το χάρισμα του λόγου στο μέτρο τών δυνάμεών τους είτε παρακολουθώντας από κοντά τις σχετικές εκδηλώσεις. Πολλοί λοιπόν από την τελευταία τούτη κατηγορία, των ενσυνείδητων, μελετηρών φίλων της τέχνης, αλλά και αρκετοί τεχνίτες, ονόματα που κάτι πρόσφεραν ως τώρα στην πνευματική παραγωγή μας, τους έτυχε πολλές φορές —αν κρίνουμε ο καθένας μας απ’ την περίπτωσή του— ν’ αναρωτηθούν οι ίδιοι ή να ρωτηθούν από άλλους, προκειμένου για το πλήθος των έμμετρων φυλλαδίων που κυκλοφορούν στην εποχή μας με την αξίωση ποιητικών συλλογών, διατυπώνοντας με τόνο δυσφορίας ή δυσάρεστης έκπληξης την έξης απορία : «Μα τί γράφουν ετούτοι οι χριστιανοί; Μπορούν νάναι στίχοι τέτιες αρλούμπες ; Εμείς τάχα δε νιώθουμε από ποίηση ή αυτοί μας περνάνε για κουτούς ;».

Αυτές οι εύλογες, οι αυθόρμητες ερωτήσεις μέναν κατά βάθος αναπάντητες, γιατί δεν είχαν μπει ως τώρα σε δημόσια συζήτηση, όπου θα μπορούσαν ν’ ακουστούν και φωνές αλλιώτικες από των εγκωμιαστών της λεγόμενης μοντέρνας ποίησης, φωνές αντιρητικές ή και αποστομωτικές. Για ορισμένους λόγους, που ίσως να τους θίξουμε παρακάτω, οι αντίμαχοι της παράδοσης, ή τουλάχιστο της παραδοσιακής τέχνης, είχαν εξασφαλίσει για ένα μεγάλο διάστημα το μονοπώλιο της φιλολογικής προπαγάνδας και ίσως να ξαφνιαστούν που από δώ και πέρα θ’ αρχίσουν να μιλούν κι οι άλλοι, οι βουβαμένοι, που δεν αποκλείεται κιόλας να έχουν αυτοί το δίκιο με το μέρος τους. Πάντως είναι καιρός να γίνει μια αρχή για να σταματήσει αυτό το φαινόμενο πού θα μπο-ρούσε να τ’ ονομάσει κανείς, και όχι άδικα νομίζω, πνευματική απολυταρχία.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του καθαυτό θέματος, ας τονίσουμε κι εμείς κάτι αυτονόητο : πώς το αίτημα της ανανέωσης είναι από τα βασικώτερα στην τέχνη, όπως και σε κάθε εκδήλωση της δημόσιας ζωής. Την αλλαγή, την εξέλιξη των υλικών συνθηκών την παρακολουθεί κατ’ ανάγκην και το πνεύμα, είτε προσαρμόζεται είτε αντιδρά σ’ αυτές. Η τέχνη λοιπόν δε μπορεί να μένει στάσιμη μέσα σ’ έναν κόσμο που ολοένα μεταβάλλεται, κάποτε μάλιστα απότομα, ραγδαία, γιατί μια τέτια στασιμότητα θα ισοδυναμούσε με αποτελμάτωση, με απονέκρωση. Αυτή ιδιαίτερα, που ένα απ’ τα στοιχεία της επιβολής της είναι η πρωτοτυπία, πρέπει να επιζητάει και κάπως επίτηδες την αλλαγή, επειδή η επανάληψη παλιών σχημάτων και μορφών, το ξαναπαρουσίασμα του ίδιου περίπου υλικού, δε θα συντελούσε στην πρόκληση ενδιαφέροντος από μέρος του κοινού. Εκείνος που διαβάζει ποίηση θέλει να βλέπει και σ’ αυτήν προόδους κι επιτεύξεις ανάλογες με των άλλων κλάδων του υλικού ή του πνευματικού πολιτισμού, θέλει να βλέπει και το στίχο ν’ αντικατοπτρίζει έτσι ή αλλιώς τις δημιουργικές ανησυχίες του, τις συγχρονισμένες του επιδιώξεις.

Μα απ’ το σημείο αυτό της προσαρμογής και της συμπόρευσης, το δικαιολογημένο και φυσιολογικό, ίσαμε την αποκήρυξη όλων σχεδόν των παραδομένων τρόπων, τη ρήξη με τη φιλολογική μας ιστορία, η απόσταση είναι τρανή και η τόλμη πρωτάκουστη. Κάτι τέτιο πραγματικά επιχειρεί να κάμει ή νέα μας ποίηση, όπως τη λεν φιλόφρονα οι κριτικοί της, ένα άλμα από το χτες πρός το αύριο, που αμφιβάλλουμε όμως πολύ αν είναι σε θέση να το πραγματοποιήσουν όχι μονάχα οι διαφημιζόμενοι ως πρωταθλητές του ποιητικού τούτου κινήματος, αλλά και οι πιο φιλόδοξοι ανακαινιστές που μπορούν να φανούν στον έμμετρο λόγο. Τη συνέχεια και τη συμπλήρωση ναι, τη δέχεται το πνεύμα, αλλά την αποκοπή και το ξεδρόμισμα όχι. Αυτό πια παίρνει χαρακτήρα ανταρσίας και σαν τέτια πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί.

Αλλωστε οι εκπρόσωποι της μοντέρνας ποίησης και οι κριτικοί τους υπέρμαχοι δεν το κρύβουν πως πρόκειται για ένα είδος επανάστασης μέσα στην περιοχή τού στίχου, με την ελπίδα πώς, αν το πείραμα πετύχει, οι εισηγητές θα κερδίσουν όλη του τη δόξα. Οροθετούν την ποίησή μας στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπως λεν το διάστημα 1930 —40, υποστηρίζοντας πως όλη η πριν παραγωγή πάλιωσε, αχρηστεύτηκε κιόλας, έχει θέση μονάχα στα ντουλάπια τού χρόνου, μπροστά στη νικηφόρα εφεύρεση τους, στ’ άρματα μάχης τους, να πούμε, που λέγονται υποσυνείδητο, υπερρεαλισμός, ελεύθερος στίχος κι άλλα τέτια. Παρ’ όλο πού δεν ανήκουν όλοι στους στα άκρα, στην κατάργηση κάθε αρμονίας και λογικής, υπάγονται ωστόσο στην ίδια κατηγορία γενικά, με το γνώρισμα της αδιαλλαξίας προς την παράδοση, που θέλουν να την καταργήσουν, να τη σβύσουν ολότελα, για να πάρουν τον τόπο της οι ίδιοι, με το ζόρι, κατά τρόπο που θυμίζει σχεδόν τις γνώριμες μεθόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Η στυγνή αυτή, κυνική απληστία πνευματικής επιβολής που ξεπρόβαλε τόσο απροσδόκητα κάτω απ’ το γελούμενο ουρανό μας, στο ήμερο τούτο χώμα το συνηθισμένο να ποτίζεται με τον ιδρώτα του μόχθου για ν’ αποδώσει τους λιγοστούς καρπούς του, αυτός ο υπερφίαλος Ιμπεριαλισμός που αντιμάχεται την ελληνική αρετή, αποτελεί κίνδυνο για τα γράμματα μας και πρέπει να τον αποκρούσουμε σύντομα, συντονισμένα, με την ίδια τη δική του αδιαλλαξία, με τρόπο επίμονο κι αποφασιστικό, αν δε θέλουμε νά επικρατήσει αυτή ή επιδρομή σέ δλη τήν Ελλάδα, να κατακλύσει τα κέντρα και τους ανθρώπους μας, σαν αληθινή επιδημία που είναι, λέπρα τού λόγου.

Πριν δούμε όμως τί μας παρουσιάζουν γι’ αντικατάσταση της παραγκωνισμένης παράδοσης και πόσο είναι σαθρό το θεωρητικό τους οικοδόμημα, πριν ελέγξουμε την παραγωγή τους όπως της αξίζει, αποδείχνοντας την κενότητα και το ψεύδος που κρύβει, δεν είναι άσκοπο να τους παρακολουθήσουμε κάπως έξελιχτικά, στα πρώτα βήματά τους και στις αρχικές τους τάσεις. Λίγη ιστορία δε βλάφτει σ’ έναν τόπο και σε μια εποχή που το πνεύμα της βιασύνης δεν αφήνει καιρό για μια αναδρομή στα περασμένα, έστω και στα χτεσινά, που μερικές φορές επεξηγούν και διαφωτίζουν καλύτερα από τους αβάσιμους ισχυρισμούς βαθυστόχαστων δήθεν αφηρη-μενολόγων.

Χωρίς λοιπόν κουραστικά ντοκουμέντα έχουμε να πούμε σχετικά τα εξής:

Η κίνηση γύρω απ’ τη μοντέρνα, καθαρή, νέα ή όπως αλλιώς την λεν ποίηση άρχισε στον τόπο μας από προπολεμικά, κάπως ασύνταχτα όμως και πειραματικά στα πρώτα βήματά της, ώσπου ν’ αναγνωρίσει το έδαφος και να εξορμήσει στα γεμάτα. Τα σπέρματα αυτής της ερμαφρόδιτης, αλλοπρόσαλλης τέχνης που του κάκου προσπαθεί να πιάσει ρίζες στον τόπο μας, δε μπορεί παρά να ρίχτηκαν εδώ απ’ το παράδειγμα του Καβάφη. Αυτός ήταν, έστω και άθελά του, ο εισηγητής της γλωσσικής ακαταστασίας και των παράλογων νεωτερισμών (μιλάμε για τους θιασώτες του κι όχι για τον ίδιο τον προφήτη της παρακμής με τ’ αναμφισβήτητα ποιητικά και τεχνικά προσόντα του), που αργά ή γρήγορα θα οδηγούσαν στον τραγέλαφο των ημερών μας. Η επιτυχία που σημείωσε, ανέλπιστα για μερικούς, το έργο του περιώνυμου Αλεξανδρινού με την αιρετική από κάθε άποψη θέση του, είχε αποτέλεσμα να ενισχύσει το σχετικό ρεύμα, που δυνάμωσε επιπλέον κι από την κάποια αισθητική απόκλιση του Καρυωτάκη καθώς κι από το απώτερο προηγούμενο του ιδιόρυθμου — αλλά όχι άρυθμου— Κάλβου.

Αυτές ήταν οι ντόπιες καταβολές γνήσιου ποιου, που παρακίνησαν κατά ένα ποσοστό τους επίδοξους ανακαινιστές στο θλιβερό τους έργο, μαζί με κάτι δευτερεύουσες δοκιμές (Παπατσώνης, Γιοφύλλης, Μπουφίδης. Δρίβας), που αλλιώς όμως θα περνούσαν απαρατήρητες, δε θα έδιναν συνέχεια μόνες τους αυτές. Αλλά η μεγάλη ώθηση δόθηκε απ’ τά έξω, από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, που είχαν αρχίσει να γίνονται ένα είδος φιλολογικές αγορές, πολυθόρυβες και ζηλευτές. Μπροστά σ’ αυτόν τον πειρασμό οι νεώτεροι δε μπόρεσαν ν’ ανθέξουν κι έτσι μεγάλωσε πολύ το κακό.

 

One Response to “ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Πού τραβάει η ποίηση; (Αποκλειστική αναδημοσίευση στο ίντερνετ), μέρος Α”

  1. Πολύ ενδιαφέρον κατ΄αρχήν. Εκτιμώ όμως ότι θα πρέπει να παρουσιαστεί ολόκληρο. Διακρίνω όμως μια τάση αντίδρασης σε μια τελείως λάθος θέση (την απαξίωση δλδ των παραδοσιακών τρόπων που είναι απαράδεκτη και μάλλον ελληνικό φαινόμενο) και ως εκ τούτου υπερβολική. Δεν υπάρχει τρόπος που δεν είναι μοντέρνος. Μοντέρνο ή μη είναι το σημαινόμενο με την έννοια ότι ο ποιητής που είναι αποκομμένος από την εποχή του τελικά δεν παράγει ποιητικό έργο και αυτό εισπράττεται απ΄οτον αναγνώστη.