Δεκεμβρίου 14th, 2009

Έντονα φώτα, που ταιριάζουνε στο χιόνι,
σε πολιτείες Βόρειες, σʼ ουρανούς
περίκλειστους και γκρίζους, σε τοπίο
που ένα πολύμηνο χειμώνα υποδηλώνει
κι ανθρώπους κουρασμένους και ψυχρούς
που κουβαλούν των πάγων το φορτίο.

Τα φώτα ετούτα ανήκουν στο Βορρά,
στη μέση του χειμώνα, που τραβάει
σε μάκρος, σαν σκιά στους τόπους
που παιχνιδίσματα γυρεύουν, λαμπερά
του ήλιου, που το Νότο ευλογάει
κι εμάς, τους τυχερούς ανθρώπους.

Το ηλιοστάσιο του χειμώνα το γιορτάζουν
οι Κέλτες και οι Σάξονες για χρόνια,
μʼ ένα μανδύα ωραίο, χριστιανικό.
Μα εδώ στο Νότο, ψεύτικα φαντάζουν,
κακόγουστα, τα φώτα στα μπαλκόνια,
σαν θέαμα τσίρκου και βλαχαδερό.

Τα δέντρα, φορτωμένα πορτοκάλια,
νεράντζια, μανταρίνια, στραφταλίζουν
με τις ακτίνες του ήλιου, το Γενάρη-
κι οι καφετέριες γεμάτες, στʼ ακρογιάλια.
Τί απʼ όλα χιόνια σας θυμίζουν
και την Ευρώπη αντιγράφετε, να πάρει;

Κι είνʼ η θρησκεία λάστιχο, που εν μέρει
τεντώνεται να φτάσει το Χριστούλη
-δεν είδα φάτνη εφέτος, πουθενά
μόνο σπιτάκια Βαυαρέζικα και Merry
Christmas και “Θα πλέξω τούλι”
κι όλα προς πώληση στην Αγορά.

Ωστόσο, αντιστεκόμαστε στο Νότο
-ένας μικρός πυρήνας, που επιμένει,
δύο χιλιάδες ήμασταν κι εννέα.
Ένα κεράκι εγώ θʼ ανάψω πρώτο
- στη φύση μας άλλο στολίδι δεν πηγαίνει -
δύο χιλιάδες δέκα γίναμε, παρέα.