Μνήμη Κώστα Παρίτση και Δημήτρη Μαστροπαναγιωτόπουλου « To blog της Σοφίας
Φεβρουαρίου 8th, 2011

172389_1743192174148_1069047523_1962075_4477534_o

Ο Κώστας και ο Δημήτρης ήταν συμφοιτητές μου στην Ιατρική σχολή Κρήτης πριν από … 17 – 20 χρόνια. Τότε που ήμασταν όλοι πολύ νέοι, κι αν και σπουδάζαμε Iατρική και βλέπαμε καθημερινά την ασθένεια και τον θάνατο δεν μας άγγιζε και πολύ.  Οι 18χρονοι και 20χρονοι πιστεύουν ότι με κάποιο μαγικό τρόπο θα ζήσουν για πάντα και θα είναι και αλώβητοι στις ασθένειες – το ίδιο πίστευα κι εγώ, αν και ήδη με είχε χτυπήσει η πρώτη απώλεια (της ακοής μου) από νωρίς.

Ο πρώτος θάνατος, για πολλούς από μας, ήταν ο θάνατος του Δημήτρη Μαστροπαναγιωτόπουλου τον παγωμένο Γενάρη του 1995. Εγώ δεν είχα κλείσει καλά τα 23, το ίδιο και οι περισσότεροι συμφοιτητές μου. Ο θάνατος του Δημήτρη συγκλόνισε την μικρή πανεπιστημιακή μας κοινότητα στο Ηράκλειο Κρήτης – και όχι μόνο. Ο Δημήτρης επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή του βάζοντας 2 βαριές πέτρες στο λαιμό του και βουτώντας στο λιμάνι του Ηρακλείου στις 7 το απόγευμα, την ώρα που αναχωρούσαν τα καράβια για Αθήνα. Παρά το πλήθος του κόσμου στην προκυμαία, δεν πρόλαβαν παρά να τον ανασύρουν νεκρό. Στη φωτογραφία από τα φοιτητικά μας χρόνια βλέπετε τον Δημήτρη στο βάθος με τα γυαλιά. Μήνες ολόκληρους αναρωτιόμασταν τι τον ώθησε σε αυτή την πράξη, ειπώθηκαν πολλά αλλά κανείς δεν έμαθε με βεβαιότητα, όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Ο Δημήτρης συμπλήρωνε το φοιτητικό του εισόδημα με το να εργάζεται στο κυλικείο της Ιατρικής σχολής, γι’ αυτό τον γνωρίζαμε όλοι, τουλάχιστον εξ όψεως. Τη μια μέρα ο Δημήτρης μας έφτιαχνε καφέδες στο κυλικείο, και την άλλη μέρα βλέπαμε στο Κρήτη TV την ανέλκυση του σώματός του…

Τον επόμενο χρόνο ακριβώς, ένας ακόμα συμφοιτητής μας, ο Κώστας Παρίτσης, γιος του καθηγητή μας της Ψυχιατρικής, του κυρίου Παρίτση, σκοτώθηκε με το αμάξι του σε ένα φοβερό τροχαίο λίγο έξω από το Ηράκλειο, όπου έπεσε στον γκρεμό στην τοποθεσία Παντάνασσα. Συμπτωματικά με τον Κώστα εκείνες τις ημέρες κάναμε μαζί την πρακτική μας άσκηση στην κλινική της Παιδιατρικής, και τον έβλεπα πολλές ώρες καθημερινά. Τη μια μέρα λοιπόν ο Κώστας ήταν εκεί, μαζί μας, ακμαίος στα 24 ή 25 του χρόνια, και την άλλη μέρα πηγαίναμε όλοι στην κηδεία…

Τώρα είμαι πια σχεδόν 38 ετών και τα χρόνια που ακολούθησαν με εξοικείωσαν αναπόφευκτα με αρκετούς θανάτους, όμως τότε για μένα, όπως και για τους περισσότερους συμφοιτητές μου, ο θάνατος του Δημήτρη και του Κώστα ήταν το τέλος της φοιτητικής μας αθωότητας.

Τους θυμήθηκα εχθές σε μια συζήτηση στο facebook με παλιούς συμφοιτητές. Το 1995 ελάχιστοι συμφοιτητές μου γνώριζαν ότι γράφω ποίηση, κι έτσι κανείς σχεδόν δεν ήξερε ότι είχα γράψει ποιήματα στη μνήμη και των δύο. Ετυχε να το αναφέρω εχθές στη συζήτηση και μου ζήτησαν να δουν τα παλιά ποιήματα, οπότε αποφάσισα να τα αναρτήσω εδώ για να τιμήσω τη μνήμη τους.

ΜΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑ

          Για το Δημήτρη Μαστροπαναγιωτόπουλο, συμφοιτητή,
          που στις 25/1/1995 έπεσε στο λιμάνι του Ηρακλείου
          με δύο πέτρες δεμένες στο λαιμό του

          Δημήτρη, τελικά έφυγες νωρίς
          κι εμείς μετράμε ήδη μια απουσία.
          Ηλιόλουστο πρωινό Παρασκευής
          κι όμως ακολουθούμε την κηδεία.

          Πέρσι μπορεί και να ‘χα φύγει εγώ.
          Τι να ‘ναι εκείνο που μας κάνει
          να βάζουμε δυο πέτρες στο λαιμό
          και να βουτάμε στο λιμάνι;

          Ποιες πιέσεις αρρωσταίνουν το μυαλό μας
          κι αντί να νιώθουμε τα νιάτα, τη ζωή
          να σχεδιάζουμε το θάνατό μας
          σαν να ‘ναι η μόνη κι ύστερη εκδοχή;

          27/1/1995
           
          ΟΙ ΔΕΣΜΙΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

          Για τον Κώστα Παρίτση, συμφοιτητή στην Ιατρική,
          που σκοτώθηκε σε τροχαίο

          Ιερή στιγμή. Σκοτώθηκε ένας φίλος
          κι έμοιαζαν όλα να ‘χουν ειπωθεί
          ανάμεσά μας. Πήραμε όλοι ένα τσιγάρο
          κι αργά καπνίζαμε. Έδυσε κι ο ήλιος
          αλλά κανείς δεν είχε κινηθεί.

          Ιερή στιγμή. Όλοι είχαμε μονιάσει.
          Στη σκέψη μας ο φόβος του θανάτου
          κι η αξία της ζωής – που ωστόσο όλο
          τη χάνουμε. Η ώρα είχε περάσει
          και σκέφτονταν καθένας τα δικά του

          κι εγώ σκεφτόμουνα πως μέσ’ απ’ όλους τους θανάτους
          οι δέσμιοι σπάζουν της ζωής -για λίγο- τα δεσμά τους.

          12/3/1996