Δεκεμβρίου 9th, 2009

Στο ερώτημα γιατί γράφουμε «στίχους ή πρόζα που κανένας δεν καταλαβαίνει», όπως το έθεσε και ο Σεφέρης, και κυρίως ποίηση – σε εποχές που ελάχιστοι τη διαβάζουν – δεν υπάρχει μόνο μία συγκεκριμένη απάντηση.

Οι περισσότεροι θα απαντήσουν πως γράφουν «για να εκφράσουν την ψυχή τους», κάποιοι ότι «δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς» και κάποιοι άλλοι, σε μια κρίση ειλικρίνειας θα παραδεχτούν πως επιζητούν τη «δόξα» και τις επιβραβεύσεις.

Ας δούμε όμως πως έθεσε το θέμα ο Μενέλαος Λουντέμης:

Ορθή η Φοβέρα μοναχά και μοναχά η Οργή,
- κλάψτε μικροί, που για μεγάλοι ‘χατε φτάσει.
Η Δόξα εφτερούγισε, λίγο να ξαποστάσει,
επάνω στα κεφάλια σας και μίσεψε γοργή
!

 

Ο Καρυωτάκης:

Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή,
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

 

Ο Σεφέρης:

για όσους επιμένουν να γράφουν στίχους ή πρόζα που κανείς δεν καταλαβαίνει,
και γυρεύουν να δοξαστούν, οι τυχάρπαστοι, από τους λογάδες και τους σοφούς,
ενώ θε νά ‘ταν χίλιες φορές προτιμότερο, και η τέχνη πολύ πιο ευτυχισμένη,
αν πήγαιναν στην Eκάλη να μαζεύουν κούμαρα, ή στη Γλυφάδα να ψαρεύουν ροφούς.

 

Η δική μου αντίληψη είναι πως υπάρχουν 2 μορφές αναγνώρισης του ποιητικού (και εν γένει καλλιτεχνικού) έργου: Η αναγνώριση «εδώ και τώρα» από τους σύγχρονους ποιητές και το αναγνωστικό κοινό, κάτι που ελάχιστοι έχουν την τύχη να απολαύσουν εν ζωή και η αναγνώριση σε βάθος χρόνου, μετά θάνατον, όταν το ποιητικό έργο παραμένει ζωντανό και επίκαιρο μετά από πολλά χρόνια, όπως τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, του Δάντη, του Πετράρχη, του Σαίξπηρ, του Φρανσουά Βιγιόν, για να μην επεκταθούμε και στους νεώτερους.

Παλαιότερα οι άνθρωποι (ίσως και λόγω του αυξημένου θρησκευτικού συναισθήματος) αντιμετώπιζαν την τέχνη με προσδοκίες σε βάθος χρόνου. Τους ενδιέφερε πολύ περισσότερο να αναμετρηθούν με την αιωνιότητα, παρά με τους συγχρόνους τους. Ή, όπως το είπε πάλι ο Καρυωτάκης ( Η Αθανασία τους είναι χαρισμένη…)

 Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπιν μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη
κι όταν φέρνουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

Στην υλιστική όμως εποχή μας, έχει υποχωρήσει όχι μόνο το θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά επιπλέον και το μεταφυσικό-παγανιστικό συναίσθημα που είχαν οι άνθρωποι που ζούσαν σε μικρές πόλεις και χωριά, χωρίς ηλεκτρικό, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ίντερνετ, όταν δηλαδή μπορούσαν να αφουγκραστούν καλύτερα τα μηνύματα της φύσης και δεν ήταν στοχοπροσηλωμένοι σε υλικά αγαθά, όπως είμαστε σήμερα εμείς στις μεγαλουπόλεις.

 

Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα (κατά την γνώμη μου, πάντα) οι περισσότεροι ποιητές/καλλιτέχνες δεν επιζητούν την αιώνια αθανασία, αλλά την εφήμερη προβολή και την επιβράβευσή τους εν ζωή.

 

Την αντίληψη αυτή την εξέφρασε και ο Νάσος Βαγενάς στις Σκοτεινές μπαλάντες, ως εξής (σε μια παρωδία μάλιστα της Μπαλάντας στους άδοξους ποιητές των αιώνων του Καρυωτάκη, για την οποία μιλήσαμε ήδη, που έχει και τον τίτλο: « Μπαλάντα ενός άδοξου ποιητή για τη νέα χιλιετία » ) :

 

Δεν είναι πολύ μεγάλη η πίτα.
Μερικοί δεν θα πάρουμε μπουκιά
πράγμα που μας βαραίνει σαν ήττα,
που κάνει τον καθένα μας κακό ή κακιά.
Μας τρώει μια μοχθηρία κρυφή
γι αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή

 

Έτσι δυστυχώς, όσοι αντιλαμβάνονται την ποίηση σαν αγώνισμα όπου επιβραβεύονται με μετάλλια μόνο οι πρώτοι τρεις, ενώ για τους υπόλοιπους δεν περισσεύει κάτι, αντιλαμβάνονται και τους λοιπούς ποιητές ως ανταγωνιστές τους και όχι ως συνοδοιπόρους στο δρόμο της ποίησης, όπως είχε προσφωνήσει ο Παλαμάς τον Δροσίνη:

 Πως αλλιώς να σε πω; Ο συνοδοιπόρος…
Χαίρε, ο πιο παλιός, ο πιο ακριβός,
για τ’ ανέβασμα στης ποίησης
Τ’ Άγον Όρος.

 

Για ποιο λόγο, λοιπόν, γράφουμε ποίηση σήμερα; Με ποιόν αναμετρούμαστε; Με τον ίδιο μας τον εαυτό, τους άλλους ποιητές, την αιωνιότητα;

 

Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε για τον εαυτό μας ότι έχουμε το ηθικό ανάστημα και είμαστε υπεράνω ανταγωνισμών, όπως το έχει εκφράσει ο φίλος μου (και συνοδοιπόρος! )  Γιάννης Κυριαζής:

Το Νόμπελ τι κι αν δεν το πάρουν;
Έτσι κι αλλιώς θα τ’ αρνηθούν!

Επειδή όμως η ανθρώπινη φύση είναι σκοτεινή και πολύπλοκη, προσωπικά θα αποφύγω άλλες δηλώσεις, πλην αυτής που έχω γράψει στο Παντουμάκι, ( Βλ. Παμπάλαιο Νερό, εδώ: http://pampalaionero.wordpress.com/ )

 Μετρήστε, στενέψτε και βρείτε πατρόν
και γράψτε, να σκάσουν από το κακό τους.
Τη δόξα ζηλώστε λοιπών ποιητών –
ε κ ε ί ν ο ι κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

(ή, όπως θα το ΄λεγε πάλι ο Καρυωτάκης:

 

Μαραίνονται οι Βερλέν – τους απομένει
πλούτος η ρίμα, πλούσια κι αργυρή…)

 

Η δική μου πεποίθηση είναι πως όλοι μας πρέπει να κάνουμε προσπάθεια να γράψουμε όχι πια για μας και για τους λοιπούς ποιητές, όχι εις αναζήτηση της πρόσκαιρης ή αιώνιας φήμης, αλλά επειδή η ίδια η ποίηση χρειάζεται στη ζωή μας.

 

Είναι καιρός να προσπαθήσουμε να βγούμε από τον μικρόκοσμό μας και να συνδεθούμε πάλι με τον κόσμο γύρω μας, με τα κοινωνικά γεγονότα, με τους συνανθρώπους μας. Η φιλο-δοξία του καθενός μας δεν θα σταματήσει να υπάρχει, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να την τιθασεύσουμε. Δεν γυρίζει η Γη γύρω από την ποίηση και γύρω από τον κάθε ποιητή. Εμείς πρέπει να κινηθούμε, μαζί με τη Γη.

 

Αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις μου έδωσε το σημερινό δημοσίευμα του νέου free press περιοδικού bookmarks, στο οποίο κλήθηκα να απαντήσω στο ερώτημα: «Για ποιο λόγο γράφει κανείς σήμερα – τι χρειάζεται η ποίηση στην εποχή μας».

(Ολόκληρο το άρθρο εδώ: http://issuu.com/e-bookmarks/docs/bookmarks03-web , σελ. 6 )

 

Ένα ερώτημα, που, όπως ξέρουμε καλά, είναι διαχρονικό και έχει τεθεί άπειρες φορές και στο παρελθόν, αλλά μπαίνει ίσως πιο επιτακτικά σήμερα, ακριβώς επειδή ζούμε σε μια υλιστική εποχή. Παρά τον υλισμό της όμως, η εποχή μας, όπως και κάθε εποχή φυσικά, έχει το δικό της προσκλητήρι, όπως το έθεσε ο Κωστής Παλαμάς:

 Ανάξιος όποιος ξάφνου ακούει
το προσκλητήρι των καιρών
να το φυσάει ή να το κρούει
σάλπιγγα ή τύμπανο…Τ’ ακούει
δεν λέει: παρών!

Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν με την έναρξη του Β παγκοσμίου Πολέμου. Κι όσοι πιστεύουν πως σήμερα δεν ζούμε σε πολεμικές συνθήκες, κι ότι έχουμε όλη την άνεση να ερίζουμε…για την πίτα, θα τους πρότεινα να εξετάσουν καλύτερα την ακοή τους (εγώ, τουλάχιστον, έχω επίσημη γνωμάτευση και δικαιολογία σε θέματα ακοής ! )

 

Θα κλείσω εδώ με τους στίχους του Καβάφη, που τα έχει πει όλα 100 χρόνια πριν και απαντάει διαχρονικά στο γιατί χρειάζεται η ποίηση και γιατί οι ποιητές θα έπρεπε να λογίζονται μεταξύ τους ως συνοδοιπόροι και όχι ως ανταγωνιστές: γιατί οι καιροί πάντα μας ξεπερνούν και πάντα στέκονται πέρα και πάνω από τ’ ανθρώπινα – κι η ποίηση είναι η παρηγοριά, η προσευχή μας και το κλειδί ερμηνείας του κόσμου που αλλιώς μένει σκοτεινός και ακατανόητος:

 

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή

αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

 

3 Responses to “Το προσκλητήρι των καιρών”

  1. Ο/Η νικολεττα αναστασιου λέει:

    …να ξερες ποσο χαιρομαι που υπαρχεις Σοφία…

  2. Ο/Η Iptamenos Ollandos λέει:

    Καλησπέρα Σοφία,
    όμορφο άρθρο με ακόμη ομορφότερες παραπομπές.
    Νομίζω ότι εξίσου σημαντικό είναι ότι ο ποιητής νιώθει την μοναξιά αυτού που «βλέπει» αυτό που οι άλλοι δεν βλέπουν. Συνήθως δε, αυτό είναι ένα συναίσθημα και όπως έλεγε ο Τ. Λένον είναι αυτό που σε κάνει να ζωγραφίζεις ή να γράφεις γιατί είναι τόσο έντονο που θέλεις να το μοιραστείς…

  3. Καλημέρα Σοφία, συμφωνώ απολύτως μ΄αυτό που λες, ότι δηλαδή ο ποιητής καλείται να βγει από τον μικρόκοσμό του, να δει τι συμβαίνει γύρω του και να ανταποκριθεί στις ανάγκες του καιρού του. Έχουμε όλοι να παλέψουμε με τον εγωισμό μας.

    Να είσαι καλά.