Οκτωβρίου 5th, 2010


Πριν από 5 χρόνια (και να μετρώ και να ‘ναι ο Τάκη-Πλούμας…) έσβησε ένας μεγάλος ποιητής κι ένας ακριβός φίλος. Ενας άνθρωπος που δεν πρόλαβα να συναντήσω παρά 2 φορές στη ζωή μου. Ενας άνθρωπος που έμαθα για κείνον εκ των υστέρων, από διηγήσεις άλλων, αλλά που έμοιαζε σαν να τον γνώριζα πολλές ζωές πριν. Εκλεκτική συγγένεια το λένε αυτό – και συμβαίνει στην ποίηση και μεταξύ ποιητών, συχνά. Λυπάμαι που δεν έζησε λίγο ακόμα, να τον γνωρίσω λίγο καλύτερα. Να του μιλήσω για το Παμπάλαιο Νερό, για το αφιέρωμα που του κάναμε πέρσι εδώ:

Δεν ξέρω τι άλλο να γράψω. Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη τα έγραψε πολύ καλύτερα από μένα, εδώ:

«Απ’ το τρενάκι του Οκτώβρη, κατεβαίνω…», έτσι, απλά. Η πέμπτη του Οκτώβρη, θα ‘ναι πάντα η μέρα του
Ηλία Λάγιου. Ας διαβάσουμε λοιπόν τα παρακάτω (δικά του) στη μνήμη του…

ΒΡΟΧΗΔΟΝ

ο θάνατος θα ’ρθεί να με γλεντήσει
μαχαίρι προσφυγιάς, πιρούνι ανέμου
(ακούω στρεβλές τις λέξεις μου να τρέμου-
νε προς την κάπως εύρυθμή του κλήση)·

προς τον αιτούντα τ’ Όνομα αναφέρω
να μην βελάζει Παραδείσου φήμη
(κι έχει κακοφορμίσει πλάνο ενθύμι-
ο: μ’ όρισε μεσήλικα και γέρο)·

ο θάνατος, ο πιο ακριβός μου φίλος
θα ’ρθεί να μεταλάβει τη φωνή μου
(υπάρχεις η φωνή μου; στης ερήμου
σου να υλακείς το πριν ως άγριος σκύλος; )

ο θάνατος θα ’ρθεί να με τσουλήσει
νύφη της παιδικής μου μαλακίας
(εδώ θροεί ένας κλώνος ακακίας,
εκεί το αίνιγμα προέταξεν η λύση)·

ω, πλέον δεινό, δειλό μου θανατάκι:
Ηλίας Λάγιος· βάστα το για πάντα
(την ύστατη ώρα θα κρατούν αβάντα
στίχοι Κάλβου, Καβάφη, Καρυωτάκη)·

βίζα φωτός πατείς στο μεσημέρι
με βάγια, κι από σκότος χορτασμένος
(δικέ μου, πώς κατάντησες; ασμένως
ο ξένος, που κανείς δεν θα προφέρει)·

κι εντέλει θά ’ρθεις, μόρτης στο πλευρό μου
το ελάχιστο κακό που ’χω ψαρέψει
(για να τελέσεις τη σεπτή μου στέψη
σ’ ανώνυμη στροφή εκλιπόντος δρόμου)·

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του ’30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: “Πάντα
μου αρκεί να δύω”.

Να ’ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου “Φλόκα”
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην “Εστία”
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να ’χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.