
Το πλοίο (ο Τιτανικός)
Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου
περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο
με δύο γλαρά φουγάρα και ονείρου
φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,
στο χέρι εμελαγχόλει… τι θεία ώρα
στα βαλς που η σάλα αντήχει κι είχεν έβγει
μισή φωτιά η σελήνη!… και τι φιόρα
οι έξωμες μυλαίδες και τα ζεύγη,
που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα
που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια εώρει…
Και η Κυρία –ωωω! … που εκράτει πάντα
εκείνο το βιβλίο… το βαπόρι
Στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι…
Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία
με πάντα το βιβλίο – τώρα – ω νάτη-
κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι ειν’ ωραία,
μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)
το πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:
«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…» του λέει.
- Μα βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ



